Το άρωμα της πράσινης παπάγιας: Εισαγωγή στον κινηματογράφο του Βιετνάμ

Πηγή εικόνας: FilmAffinity

Οι πρώτες μεγάλου μήκους ταινίες σκηνοθετών συνήθως περνούν απαρατήρητες από το ευρύ κοινό. Πόσο μάλλον αν είναι ξενόγλωσσες, πόσο μάλλον αν είναι από Ασιάτες σκηνοθέτες. Η ταινία για την οποία θα μιλήσουμε σήμερα ωστόσο, παρά τις αντιξοότητες και τις προκαταλήψεις που συνοδεύουν τα σκηνοθετικά ντεμπούτα, αγωνίστηκε  για Οσκαρ καλύτερης Ξενόγλωσσης Ταινίας, κέρδισε το Βραβείο Camera d’Or (μεταφρ. Χρυσής Κάμερας) στο Φεστιβάλ των Καννών αλλά και το βραβείο Σεζάρ εκείνου του έτους. Το ‘Αρωμα της Πράσινης Παπάγιας (1993) του Τραν Αν Χούνγκ έγινε η Ξενόγλωσση αίσθηση της δεκαετίας του ’90, και αποτελεί έκτοτε γνωστό δείγμα του Βιετναμέζικου Κινηματογράφου.

Θα κάνουμε επομένως, στο σημερινό άρθρο, ανάλυση και κριτική της ταινίας, οπότε εαν δεν την έχετε δει, καλό θα ήταν να σταματήσετε να διαβάζετε εδώ.

Η πλοκή

Το εξαιρετικά απλοικό θέμα της ταινίας είναι η ζωή μιας νεοφερμένης υπηρέτριας σε ένα αρχοντικό σπίτι της μεταπολεμικής Σαιγκόν, η εξέλιξή του χαρακτήρα της, μαζί με την ίδια την οικογένεια που υπηρετεί, ενώ ταυτοχρόνως σκιαγραφείται η ζωή στην πόλη και η καθημερινότητά των κατοίκων. Η ταινία χωρίζεται σε δύο μέρη, τα οποία κατανείμονται στα 104 λεπτά διαρκείας της. Το δεύτερο μέρος είναι η ζωή της Μούι, της υπηρέτριας, 10 χρόνια μετά.  Παρόλο που το φιλμ διαδραματίζεται στο Βιετνάμ, τα γυρίσματα έγιναν στην Γαλλία, υπό γαλλική εταιρεία παραγωγής.

Ανάλυση

Το φιλμ ξεκινάει με την άφιξη του μικρού κοριτσιού στην οικία που θα δουλέψει, υπό την καθοδήγηση μιας υπηρέτριας σε μεγαλύτερη ηλικία. Στην μεταπολεμική Σαιγκόν της δεκαετίας του ’50, η αρχοντική οικογένεια για την οποία στάλθηκε να δουλέψει η Μούι αντιμετωπίζει ορισμένα προβλήματα οικονομικής φύσεως, με την μοναδική πηγή εσόδων να υπαινίσσεται πως είναι το μικρό μαγαζί που έχει η μητέρα. Ο πατέρας μαθαίνουμε ότι έχει συνήθεια να φεύγει από το σπίτι για αόριστα διαστήματα, παίρνοντας τα χρήματα της οικογένειας και ξοδεύοντάς τα, ενώ είναι παράλληλα άπιστος, και η μητέρα του μένει μαζί με την οικογένεια, αλλά απομονώνει τον εαυτό της και διαφεύγει στην προσευχή, μετά τον θάνατο του άντρα της και τον θάνατο της μικρής της εγγονής, που θα είχε την ίδια ηλικία με την Μούι, αν ζούσε. Ο τελευταίος παράγοντας φαίνεται άλλωστε να είναι και ο λόγος που η Μούι ενσωματώνεται γρήγορα στο έργο της, καθώς η οικογένεια, ιδίως η μητέρα, της έχει αδυναμία λόγω της αδικοχαμένης κόρης της. Τα αγόρια της οικογένειας ωστόσο, της δυσκολεύουν την δουλειά, πράγμα φυσιολογικό για δύο αγοράκια που δεν έχουν αγγίξει ακόμα το κατώφλι της ενηλικίωσης, απέχουν μαλλον, πολύ από αυτό.

Διαβάστε επίσης  Οι καλύτερες ταινίες βασισμένες σε έργα του Χ.Φ. Λάβκραφτ
Advertisements
Ad 14
The Scent of Green Papaya 007
Πηγή Εικόνας: FilmGrab

Το φιλμ ξεκινάει με έναν αργό, μα σταθερό ρυθμό και μας δίνει την εντύπωση πως η πλοκή δεν θα έχει ιδιαίτερα σημεία εκρήξεως που υποδεικνύουν την δραματική και δραστική αλλαγή των κυρίαρχων χαρακτήρων. Αυτό είναι εν μέρει σωστό, αλλά οι αλλαγές στους χαρακτήρες γίνονται με έναν υποβόσκοντα μινιμαλιστικό τρόπο, όπως είναι άλλωστε και η αισθητική της ταινίας. Ο Ασιατικός κινηματογράφος φημίζεται για την ήρεμη αισθητική του, και το παρον φιλμ δεν αποτελεί εξαίρεση. Μέσα από τα τιτιβίσματα των πουλιών, το πότισμα των κήπων και την έντονη παρουσία ερπετών και εντόμων, ο θεατής καταλαβαίνει άψογα τις συνθήκες ζωής στην παρούσα εποχή, με στοιχεία που απέχουν αρκετά, κλιματικά και πολιτισμικά από τα ελληνικά δεδομένα. Το πρώτο μέρος έχει ως βασική επικέντρωση την εργασία σε ένα σπίτι του τότε Βιετνάμ, με ενδελεχή περιγραφή των οικοκυρικών, άψογα κάδρα και μικρές, υποβόσκουσες εντάσεις, που δεν μπορούμε παρά να εκτιμήσουμε. Δεν νιώθουμε εντούτοις, την ανάγκη για τίποτα παραπάνω, παρά να δούμε την εξέλιξη του σπιτιού, ή, στην προκειμένη, της έλλειψη αυτής.

Το σημείο καμπής στην πλοκή εμφανίζεται όταν ο πατέρας της οικογένειας αποφασίζει να φύγει για τέταρτη και τελευταία φορά από το σπίτι, παίρνοντας όχι μόνο τα χρήματα της οικογένειας αλλά και τα κοσμήματα της γυναίκας του. Η γυναίκα του προσπαθεί όσο περισσότερο γίνεται να κρατήσει την ψυχραιμία της, προσπαθώντας να ισορροπήσει την διαχείριση του σπιτιού ελλείψει χρημάτων και την επικριτική πεθερά της, που δεν διευκολύνει την κατάσταση με τα πικρόχολα σχόλιά της. Παράλληλα, η Μούι εξελίσσεται σε μια έμπειρη υπηρέτρια, αποκτώντας όλο και περισσότερη ανεξαρτησία. Παρά την αίσθηση κατάρρευσης της οικογενείας, προσπαθούν να κρατήσουν το κύρος τους στην κοινωνία της εποχής, κυρίως καλώντας για φαγητό έναν εύπορο φίλο τους, από τον οποίο η νεαρή Μούι γοητεύεται. Ως θεατές, παρατηρούμε μια οικογένεια που φτάνει πολύ κοντά στην παρακμή και ένα νέο κορίτσι που ακμάζει, βλέποντας όλο και περισσότερη επιθυμία για εξερεύνηση του κόσμου στα μάτια της.

Διαβάστε επίσης  Ωραίο το θερινό σινεμά, αλλά όχι πρώτο στις προτιμήσεις!

‘Οταν επιστρέφει ο πατέρας, καταρρέει, και η μητέρα αναγκάζεται να πουλήσει ένα οικογενειακό κειμήλιο για τα έξοδα των γιατρών, αλλά και για την παραδοσιακή μπάντα που έρχεται όταν γίνονται απόπειρες να τον επαναφέρουν με βελονισμό. Ο πατέρας καταλήγει, πράγμα που ορίζει την οριστική παρακμή της αρχοντικής οικογένειας και οδηγεί στην λιποθυμία της μητέρας, δείχνοντας την αδυναμία της να αντέξει το βάρος των περιστάσεων πλεον.

The Scent of Green Papaya 023
Πηγή Εικόνας: FilmGrab

Στο δεύτερο μέρος, δέκα χρόνια μετά, η Μούι είναι πλέον νέα γυναίκα που συνεχίζει να έχει στις εκφράσεις της τον ίδιο ενθουσιασμό για τον κόσμο, πράγμα που έρχεται σε αντίφαση με την ταπεινή εργασία της στην οικογένεια. Η μητέρα της οικογένείας, μόνη της πλέον εκεί που κάποτε ήταν η πεθερά της, με τους δύο της γιους να έχουν φύγει, την ενημερώνει πως δεν μπορεί πλέον να έχει υπηρέτρια στο σπίτι και της δίνει την προίκα που προοριζόταν για την αποθανούσα κόρη της, στέλνοντάς της να εργαστεί στο σπίτι του πλούσιου φίλου της οικογένειας, ο οποίος είναι πλέον διακεκριμένος πιανίστας, αλλά και αρραβωνιασμένος σε μια εύπορη γυναίκα. Η Μούι δεν αργεί να συνειδητοποιήσει τα συναισθήματά της για αυτόν, πράγμα που καταλαβαίνουμε από την πρόσχαρη στάση της μετά τον αποχωρισμό από το σπίτι που δούλευε από μικρή. Με μικρές αλληλεπιδράσεις που θυμίζουν χαρακτήρες στο σινεματικό σύμπαν του Γουόνγκ Καρ-Γουάϊ, ο κύριος του σπιτιού (Κούεν)και η Μούι συνειδητοποιούν την αδυναμία που έχουν ο ένας στον άλλον. Η αρραβωνιαστικιά του Κούεν γρήγορα το συνειδητοποιεί και αφήνει το δαχτυλίδι της στο τραπέζι, πραγμα που υποδεικνύει το τέλος της σχέσης της, η οποία δεν φαινόταν εξαρχής να έχει μεγάλη βαρύτητα.

Διαβάστε επίσης  «Blade Runner 2049»

Τελική ανασκόπηση

Γενικώς τα ντεμπούτα σκηνοθετών αποτελούν τα λιγότερο ενδιαφέροντα δείγματα της δουλειάς τους. Ωστόσο το Άρωμα της Πράσινης Παπάγιας αποτέλεσε μια ευχάριστη έκπληξη. Έχει κάποια αργά σημεία και ορισμένες αστάθειες, αλλά παραμένει αξιοπρεπής σε όλους της τους τομείς. Οι ερμηνείες ήταν πολύ καλές και συναισθηματικές, παρόλο που δεν δόθηκαν μεγάλες ευκαιρίες για μεγάλη εκδήλωση συναισθήματος στους ηθοποιούς σεναριακά. Εντούτοις υπήρχε μεγάλη χημεία και άνεση ανάμεσα στους χαρακτήρες και η σύνδεση μεταξύ τους φάνηκε να πηγάζει απόλυτα φυσικά. Η φωτογραφία, ο φωτισμός και το καδράρισμα ήταν εξίσου καλά και εντυπωσιακά για έναν νέο (τότε) σκηνοθέτη. Η χρωματική παλέτα που κυριαρχούσε ήταν το πράσινο, το γκρι και ορισμένες φορές το κόκκινο, επιλογή που έδενε όμορφα την ροή του φιλμ και έδινε μια μεγαλύτερη αίσθηση ομογενοποίησης. Από άποψη ήχου κυριαρχούσαν οι θόρυβοι της φύσης, οι οποίοι σε ορισμένες σκηνές ήταν κατ’εμέ ολίγον τι υπερβολικοί. Συνολικά όμως υπήρχε ένα όμορφο αποτέλεσμα, ειδικά, υπενθυμίζω, για τα δεδομένα παραγωγής της ταινίας, και ένα μεγάλο μπόνους ήταν που μας δόθηκε η ευκαιρία να ακούσουμε Βιετναμέζικα. Από το 1993, που βγήκε η πρώτη ταινία του σκηνοθέτη, έχει χτίσει μια αξιοσημείωτη φιλμογραφία με εξίσου προσεγμένες ταινίες (Στη Φωτιά,2023, Το Αγόρι Με Την Άμαξα,1995), που έχουν προβληθεί σε κινηματογραφικά Φεστιβάλ ανά τον κόσμο, επομένως αξίζει, εαν σας άφησε θετική εντύπωση Το ‘Αρωμα της Πράσινης Παπάγιας να δώσετε και σε αυτές μια ευκαιρία.

Γεια σας, είμαι η Αριάδνη Μιχαηλίδου και είμαι φοιτήτρια ψυχολογίας. Εκτός του αντικειμένου σπουδών μου, ασχολούμαι με τις τέχνες, ιδιαίτερα με τον κινηματογράφο, την μουσική και την φωτογραφία. Μου αρέσει να παρακολουθώ νέα για τα παραπάνω, να διαβάζω για αυτά αλλά και να δημιουργώ, όποτε μου δίνεται η ευκαιρία.

Αρθρα απο την ιδια κατηγορια

Τίποτα δεν είναι όπως πιστεύουμε

Τίποτα δεν είναι όπως πιστεύουμε

Τίποτα δεν είναι όπως δείχνει. Τίποτα δεν είναι όπως πιστεύουμε.
«Για την καρδιά και το συκώτι του», Λένα Διβάνη

«Για την καρδιά και το συκώτι του»: Η νέα σπαρταριστή νουβέλα της Λένας Διβάνη

Στην τελευταία της νουβέλα με τίτλο «Για την καρδιά και