Σκίζω με μεγάλους διασκελισμούς το νερό, που στη δύναμή μου υποχωρεί άτακτα και χώρο μου ανοίγει. Ακούω πίσω μου την φωνή της. «Ε, που πας; Γιατί φεύγεις;» Αγνοώ τις εκκλήσεις της να επιστρέψω και ακάθεκτος βγαίνω στην αμμουδιά. Φοράω όπως όπως τα ρούχα μου και με βήμα ταχύ αφήνω στα κρύα του λουτρού τη νεαρή Αγγλίδα. Μέσα μου νιώθω σαν στρατιώτης που εγκαταλείπει ντροπιασμένος το πεδίο την μάχης, ρίψασπις. Με το ηθικό καταρρακωμένο και το κεφάλι κατεβασμένο, ξεκλειδώνω την πόρτα του δωμάτιου μου και πέφτω μπρούμητα στο κρεβάτι, όπως είμαι βρώμικος από την άμμο και την αλμύρα της θάλασσας. Βαριανασαίνω, … Συνεχίστε να διαβάζετε το Κεφάλαιο 6: Χυμοί Εκδίκησης.
Αντιγράψτε και επικολλήστε αυτόν τον σύνδεσμο στον WordPress ιστότοπο για ενσωμάτωση
Αντιγράψτε και επικολλήστε αυτόν τον κώδικα στον ιστότοπό σας για να ενσωματωθεί