Ένα απόγευμα καλοκαιρινό, μα συνάμα και κάπως μελαγχολικό αφού ψηλά στους αιθέρες μαινόταν μάχη σκληρή ανάμεσα σε γκρίζους και λευκούς επιδρομείς, κει που το στερέωμα το γαλανό μαζεύτηκε το δύσμοιρο για να προφυλαχθεί, έτυχε να περνώ από την πλατεία του χωριού. Πατούσα σε λίθους μεγάλους και πλακωτούς, καλυμμένους με αρμό για να μην δημιουργούνται ανάμεσά τους κενά. Τα μάτια μου κοιτούσαν στα δυτικά, στην κορυφογραμμή του βουνού, του Γράμμου του ξακουστού. Η σύγκρουση στον ουρανό, που μαύρισε, έβαινε ανεξέλεγκτη και ασφαλώς πολύ ισχυρή. Αστραπές πέφτανε διαρκώς. Εμένα όμως, όσο κι αν με εξιτάριζε η ιδέα να σκαρφαλώσω κάποτε στα απάτητα … Συνεχίστε να διαβάζετε το Κεφάλαιο 7: Φρεναπάτη.
Αντιγράψτε και επικολλήστε αυτόν τον σύνδεσμο στον WordPress ιστότοπο για ενσωμάτωση
Αντιγράψτε και επικολλήστε αυτόν τον κώδικα στον ιστότοπό σας για να ενσωματωθεί