
Η λέξη “λογοτεχνία”, τέχνη του λόγου, συνήθως δεν γίνεται πλήρως κατανοητή μέχρι να έρθει στο προσκήνιο η ίδια η γλώσσα. Τον περασμένο αιώνα, όταν δοκιμάστηκαν σκληρά οι καθιερωμένες φόρμες κι οι τρόποι έκφρασής της, όταν άρχισε να προτιμάται το ανοίκειο παρά το οικείο, η συζήτηση δημιουργών και κριτικών στράφηκε πρώτιστα στις ίδιες τις λέξεις παρά στα σημαινόμενα τους. Μαζί όμως επανέρχεται και το πρώτο κείμενο που ασχολήθηκε σοβαρά με το θέμα και που στοίχειωνε ήδη επί αιώνες το ερώτημα “τι είναι τελικά μεγάλη τέχνη”.
Το Περί ύψους*, η καλύτερη ίσως σωζόμενη αρχαία πραγματεία λογοτεχνικής κριτικής (εξαιρουμένης της αριστοτελικής Ποιητικής, που έχει περισσότερο χαρακτήρα παραδόσεων) γράφτηκε τον 1ο αιώνα μ.Χ., από κάποιον Διονύσιο (ή) Λογγίνο, για τον οποίο δεν γνωρίζουμε σχεδόν τίποτα πέρα από εικασίες. Κείμενο όχι καθαρά φιλολογικό, είναι τόσο πυκνό σε ιδέες που δεν μπορούμε να δώσουμε εδώ περίληψη, αλλά μια απλή νύξη του περιεχομένου του. Η βασική θέση του αφορά το ύψος, έννοια πολυσήμαντη που περιλαμβάνει τόσο το υψιπετές ύφος όσο και ό,τι οδηγεί σ’ αυτό κι ό,τι τούτο προκαλεί. Ο Λογγίνος υποστηρίζει, μέσα από πληθώρα παραδειγμάτων -λογοτεχνικών και μη- όλης της ελληνικής γραμματείας, ότι κάθε πράγματι ωραίος λόγος αντλεί την υπεροχή του από ένα μεγαλείο που αφορά πρώτιστα την χρήση του της γλώσσας, της έκφρασης γενικά, κι όχι των λεγομένων του. Τυπικά, αποδίδει τη μεγάλη ποίηση και τη μεγάλη ρητορεία στην επινόηση σχημάτων λόγου που μεταμορφώνουν το σύνηθες και τετριμμένο ‘νόημα’ λέξεων ή πραγμάτων σε κάτι υψηλότερο, “υπερβατικότερο” της καθημερινής του μορφής. Κάτι που οφείλεται, όμως, όχι μόνο (ή τόσο) στη τεχνική, μα στη μεγαλοφυία του δημιουργού -κι έτσι τούτο λαμβάνει πλατύτερες διαστάσεις

Όπως είπαμε, το Περί ύψους δεν είναι μόνο φιλολογία -είναι και μια γενική θεωρία της τέχνης. Η έννοια του τίτλου ανιχνεύεται σε πολλά πεδία, ακόμα και στην απλή ζωή, όταν κατανοηθεί με σωστό τρόπο: ως ανοίκειο. Το ανοίκειο, που θα υπερθεματιστεί από καλλιτέχνες και φιλοσόφους επί 20 αιώνες μέχρι και σήμερα, όπως υπήρχε σαν ιδέα και πριν απ’ τον Λογγίνο, περιλαμβάνει οτιδήποτε μετατρέπει κάτι καθ’ ημάς καλά γνώριμο σε ξένο, αλλόκοτο ή πρωτόγνωρο. Η “ανοικείωση”, που γλωσσολογικά μελετήθηκε πολύ απ’ τους Ρώσους φορμαλιστές, είναι κάτι οριακό, μια εμπειρία που συναντάται συχνά ακόμα και στη καθημερινότητα. Παρά το “άβολο” συναίσθημα που φυσικά μας προκαλεί, μας ασκεί διαχρονικά και παντού μια περίεργη έλξη, χάρις στη γοητεία και συνάμα φόβο του αγνώστου. Σ’ αυτές τις σελίδες, όλα ετούτα ξεκινούν από τη γλώσσα: το υψηλό ύφος μάς ανοίγει σ’ ένα πεδίο όπου οι λέξεις επανανοηματοδούνται μέσα από νέους, παράξενους αρχικά συνδυασμούς, το ίδιο μαζί τους και ό,τι εκφράζουν. Όπως, στον Heidegger, το Μηδέν που μηδενεί κάνει τα πάντα να καταρρέουν ώστε να φανερωθεί το είναι τους, έτσι το ύψος του λόγου ξεγυμνώνει την ουσία της γλώσσας. Κι αυτό δεν πρόκειται για ρητορεία, βερμπαλισμό ή μανιέρα, αλλά για μια δημιουργική πάλη με τη γλώσσα και τα όριά της, όπως θα ‘λεγε και ο Wittgenstein.
Ο πολύς Ezra Pound όριζε τη μεγάλη ποίηση ως “γλώσσα φορτισμένη με νόημα στον ύψιστο βαθμό” κι ο Διονύσιος Λογγίνος έρχεται απ’ την αυγή της αυτοκρατορικής εποχής να συμφωνήσει μαζί του. Η επανέκδοση της πολύτιμης ερμηνευτικής έκδοσης Κοπιδάκη, συνοδευόμενη τώρα από ένα επίμετρο του πάντα ενδιαφέροντος καθηγητή Βερτουδάκη, προσφέρει ξανά στον φιλότεχνο αναγνώστη την ευκαιρία να αναρωτηθεί: τι χρωματίζει την αληθινά μεγάλη τέχνη μέσα σε μια γκρίζα καθημερινότητα;
*Η πραγματεία Περί Ύψους του Διονυσίου Λογγίνου κυκλοφορείται από τις εκδόσεις ΕΠΟΨ, σε μετάφραση του Μ. Ζ. Κοπιδάκη και μ’ επίμετρο του Β. Βερτουδάκη.
