
Εικόνα: Η συννοσηρότητα στη ΔΑΦ
Τι είναι η ΔΑΦ
Η Διαταραχή Αυτιστικού Φάσματος (ΔΑΦ) είναι ο όρος που χρησιμοποιείται πλέον για να περικλείσει και να συγχωνεύσει τις εξής διαγνώσεις (DSM-5):
- Αυτιστική Διαταραχή
- Σύνδρομο Rett
- Παιδική Αποδιοργανωτική Διαταραχή
- Σύνδρομο Asperger
- Διάχυτες Αναπτυξιακές Διαταραχές μη προσδιορισμένες αλλιώς συμπεριλαμβανομένου και του Άτυπου Αυτισμού.
Η ΔΑΦ είναι μία νευροβιολογική αναπτυξιακή διαταραχή. Μπορεί να διαγνωστεί με ασφάλεια από το 3ο έτος της ηλικίας ενός παιδιού, πλέον ωστόσο έχουμε στα χέρια μας αρκετά ευαίσθητα διαγνωστικά εργαλεία, που πολλές φορές καθιστούν τη διάγνωση ασφαλή ήδη από τους 18 μήνες της ζωής του ατόμου.
Η ΔΑΦ χαρακτηρίζεται από (μεταξύ άλλων):
- Ελλείμματα στις κοινωνικές και επικοινωνιακές δεξιότητες, αλλά και από μοτίβα συμπεριφοράς (ή/και παιχνιδιού) στερεότυπα και επαναλαμβανόμενα
- Επικοινωνιακά ελλείμματα
- Καθυστερημένη ανάπτυξη λόγου ή και απουσία αυτού
- Παλινδρόμηση στην ανάπτυξη του λόγου
- Ηχολαλία
- Δυσκολία στην κατανόηση του λόγου
- Φτωχή ή ελλιπής κατανόηση του μεταφορικού λόγου, ιδιωματισμών, χιούμορ
- Ιδιαίτερη χροιά και προσωδία κατά την ομιλία
- Δυσκολία έναρξης και διατήρησης του διαλόγου
- Κοινωνικά ελλείμματα.
Ανάλογα με τη σοβαρότητα των συμπτωμάτων και την έκπτωση στη λειτουργικότητα του ατόμου, η ΔΑΦ διαγιγνώσκεται σε τρία επίπεδα, ξεκινώντας από την πιο ήπια εκδήλωση των συμπτωμάτων και καταλήγοντας στη πιο βαριά και σοβαρή μορφή αυτών.
Χρήζει έγκαιρης και εξατομικευμένης παρέμβασης καθώς πληθώρα ερευνών οδηγεί στη διαπίστωση ότι η έγκαιρη και εντατική πρώιμη παρέμβαση βελτιώνει σημαντικά την πρόγνωση της ΔΑΦ, βελτιστοποιώντας το δυναμικό του κάθε παιδιού και προωθώντας την ένταξή του στο κοινωνικό περιβάλλον.
Συννοσηρότητα ΔΑΦ και ΔΕΠ-Υ
Στην ερώτηση αν μπορεί να συνυπάρξει η ΔΑΦ με τη ΔΕΠΥ, η απάντηση είναι ναι. Μπορεί να συνυπάρχουν αυτές οι δύο διαταραχές μαζί, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι είναι αλληλοεξαρτώμενες. Στην πραγματικότητα, η ΔΕΠΥ (Διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής και Υπερκινητικότητας) είναι η πιο συχνή συνυπάρχουσα κατάσταση στα παιδιά με ΔΑΦ. Από την άλλη πλευρά, έως το 1/4 των παιδιών με ΔΕΠΥ έχουν ήπια συμπτώματα της ΔΑΦ. Αυτά, μπορεί να περιλαμβάνουν τη δυσκολία στο πεδίο των κοινωνικών δεξιοτήτων ή την υψηλή ευαισθησία στις υφές των ρούχων.
Αν και οι ενήλικες μπορεί να έχουν ΔΕΠΥ και ΔΑΦ, ο συνδυασμός δεν είναι τόσο συχνός όσο είναι στα παιδιά. Ενώ η ΔΑΦ θεωρείται μία διά βίου διαταραχή, μακροχρόνιες μελέτες έχουν δείξει ότι στο ένα έως τα δύο τρίτα των παιδιών με ΔΕΠΥ τα συμπτώματα διαρκούν έως την ενηλικίωση.
Τόσο η ΔΑΦ όσο και η ΔΕΠΥ μπορούν να περιλαμβάνουν δυσκολίες με τις εκτελεστικές λειτουργίες. Αυτές οι δυσκολίες περιλαμβάνουν προβλήματα με τον προγραμματισμό, την οργάνωση και τη διαχείριση του χρόνου και των εργασιών. Ενώ η απροσεξία είναι ένα βασικό χαρακτηριστικό της ΔΕΠΥ, τα άτομα με αυτισμό μπορούν επίσης να αντιμετωπίσουν προκλήσεις στην προσοχή, ιδιαίτερα όταν οι δραστηριότητες δε σχετίζονται με τα ειδικά ενδιαφέροντά τους. Κοινωνικές δυσκολίες μπορεί να υπάρχουν και στις δύο καταστάσεις, αν και η φύση αυτών των δυσκολιών διαφέρει. Στον αυτισμό, οι κοινωνικές δυσκολίες αφορούν περισσότερο την κατανόηση και τη συμμετοχή σε κοινωνικές αλληλεπιδράσεις, ενώ στη ΔΕΠΥ, η παρορμητικότητα και η απροσεξία μπορούν να διαταράξουν τις κοινωνικές σχέσεις. Και οι δύο καταστάσεις μπορούν να περιλαμβάνουν προκλήσεις στη ρύθμιση των συναισθημάτων και της συμπεριφοράς. Τα άτομα με οποιαδήποτε από τις δύο καταστάσεις μπορεί να έχουν εκρήξεις θυμού ή συναισθηματικά ξεσπάσματα ως απάντηση στο στρες ή την αισθητηριακή υπερφόρτωση.
Συννοσηρότητα ΔΑΦ και Διαταραχής Κοινωνικού Άγχους
Παρότι η ΔΚΑ (Διαταραχή Κοινωνικού Άγχους) και η ΔΑΦ έχουν διαφορετική αιτιοπαθογένεια, αμφότερες μπορεί να εκδηλώνονται με επικαλυπτόμενα συμπεριφορικά χαρακτηριστικά. Κοινά σημεία περιλαμβάνουν την κοινωνική απόσυρση, τη δυσκολία σε αυθόρμητες διαπροσωπικές αλληλεπιδράσεις και το έντονο αίσθημα αμηχανίας ή άγχους σε κοινωνικά περιβάλλοντα.
Παράλληλα, έχει παρατηρηθεί σημαντική συννοσηρότητα, ιδιαίτερα σε άτομα με ΔΑΦ υψηλής λειτουργικότητας.
Έρευνες αναφέρουν ότι 30% έως και 50% των παιδιών με ΔΑΦ πληρούν τα κριτήρια για κάποια αγχώδη διαταραχή, και συγκεκριμένα για ΔΚΑ. Το γεγονός αυτό καθιστά την ανάγκη για ακριβή διαφορική διάγνωση και στοχευμένη παρέμβαση ιδιαιτέρως κρίσιμη.
Η ειδοποιός διαφορά μεταξύ της ΔΚΑ και της ΔΑΦ εντοπίζεται στους γνωσιακούς, συναισθηματικούς και νευροψυχολογικούς μηχανισμούς που διέπουν την κοινωνική συμπεριφορά. Παρότι οι δύο διαταραχές παρουσιάζουν κοινές εκδηλώσεις, οι ενδοψυχικές και νευροαναπτυξιακές τους βάσεις έχουν θεμελιώδεις διαφορές. Στη ΔΚΑ έχει καταγραφεί υπερδραστηριότητα της αμυγδαλής, καθώς και αυξημένη ενεργοποίηση του πρόσθιου προσαγωγίου-περιοχών του εγκεφάλου που σχετίζονται με την ανίχνευση απειλής και την ενίσχυση του άγχους σε καταστάσεις κοινωνικής αξιολόγησης. Στη ΔΑΦ, αντίθετα, εντοπίζονται δυσλειτουργίες σε εγκεφαλικά δίκτυα κοινωνικής νόησης, όπως ο ανώτερος κροταφικός αύλακας, που εμπλέκεται στην κατανόηση προθέσεων και στην αποκωδικοποίηση κοινωνικών ενδείξεων.
Συννοσηρότητα ΔΑΦ και Διαταραχής Ύπνου
Τα αίτια που καθιστούν τα άτομα με ΔΑΦ επιρρεπή στη Διαταραχή Ύπνου δεν έχουν σαφώς προσδιοριστεί. Οι επιστήμονες συμφωνούν ότι είναι πολυπαραγοντικά και σχετίζονται με γενετικούς, νευροβιολογικούς, αναπτυξιακούς, ιατρικούς, ψυχολογικούς, κοινωνικούς-περιβαλλοντικούς και οικογενειακούς παράγοντες, οι οποίοι αλληλεπιδρούν μεταξύ τους με πολύπλοκους τρόπους, καθώς και με πρακτικές που υιοθετούν οι γονείς για να μεγαλώσουν τα παιδιά τους, οι οποίες δεν ευνοούν τον καλό ύπνο.
Τα άτομα με ΔΑΦ αντιμετωπίζουν προβλήματα ύπνου τουλάχιστον δύο φορές συχνότερα σε σύγκριση με τα άτομα τυπικής ανάπτυξης ή με άλλες αναπτυξιακές διαταραχές.
Στα παιδιά και τους εφήβους με ΔΑΦ, τα προβλήματα ύπνου ανέρχονται περίπου στο 40-80% και φαίνεται να μειώνονται με την ηλικία, ενώ ο κίνδυνος εμφάνισής τους τείνει να είναι υψηλότερος και ο βαθμός σοβαρότητάς τους μεγαλύτερος στα άτομα χαμηλής λειτουργικότητας.
Γενικά, τα παιδιά και οι έφηβοι υποφέρουν περισσότερο από αϋπνίες, και στα παιδιά ακολουθούν ο νυχτερινός τρόμος και η υπνοβασία. Επιπλέον, εμφανίζουν υψηλά ποσοστά άρνησης να πάνε για ύπνο, άγχους για τον ύπνο, δυσκολίας να ξυπνήσουν το πρωί και υπνηλίας στη διάρκεια της ημέρας. Και οι ενήλικες πάσχουν κυρίως από αϋπνίες, και ακολουθούν οι υπνικές άπνοιες, οι εφιάλτες και το σύνδρομο των ανήσυχων ποδιών.
Συμπερασματικά
Η διάγνωση της συννοσηρότητας είναι συχνά δύσκολη εξαιτίας της επικάλυψης των συμπτωμάτων. Γίνεται κατανοητό, λοιπόν, ότι το άτομο χρήζει πολύπλευρης υποστήριξης τόσο για να ανταποκριθεί ικανοποιητικά στη βασική διαταραχή όσο και στις συνοδές δυσκολίες. Η διεπιστημονική προσέγγιση από μία ομάδα με καταρτισμένο αναπτυξιολόγο, παιδοψυχίατρο, λογοθεραπευτή, εργοθεραπευτή που θα σχεδιάσουν εξατομικευμένα πλάνα παρέμβασης, η τακτική παρακολούθηση της ψυχικής και σωματικής υγείας καθώς και η υποστήριξη της οικογένειας και του σχολείου διαδραματίζουν καθοριστικό παράγοντα για τη βέλτιστη θεραπεία που μπορεί να λάβει το άτομο. Πέραν φυσικά του ατόμου που υποστηρίζεται από τους επαγγελματίες, είναι αναγκαίο να γίνεται οικογενειακή ψυχοεκπαίδευση, προκειμένου να κατανοηθούν οι προκλήσεις και τα δυνατά σημεία του ατόμου για να λάβει την αναγκαία πλαισίωση.
Βιβλιογραφία
Βενιεράκη, Μ., Προβλήματα ύπνου στα άτομα με ΔΑΦ: Αίτια, είδη, συχνότητα, συνέπειες, Πόσο συχνά είναι τα προβλήματα ύπνου στα άτομα με ΔΑΦ, 2-4.
Ζούζουλα, Κ., Ανάμεσα στο Κοινωνικό Άγχος και τον Αυτισμό :Διαφορική διάγνωση και θεραπευτικές προσεγγίσεις, Νευροβιολογική διαφοροποίηση, 2-7.
Δημοπούλου, Η., Κέντρο ημέρας παιδιών, εφήβων και νεαρών ενηλίκων με Διαταραχές Αυτιστικού Φάσματος Π.Ε. Αχαΐας, Συννοσηρότητα και Αυτισμός, 1-8.
Μανιαδάκη, Κ., Διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής-Υπερκινητικότητα (ΔΕΠ-Υ) και Ειδικές Μαθησιακές Δυσκολίες (ΕΜΔ), Η κλινική εικόνα των ατόμων με ΔΕΠ-Υ-Αναπτυξιακή Προσέγγιση, 4-24.
Παπαηλιού, Χ., Ψυχοπαθολογία Βρέφους, Παιδιού και Εφήβου, Διαταραχή Αυτιστικού Φάσματος, 5-12.



