«Προσπαθώ πάντοτε να είμαι αντικειμενική. Με τον εαυτό μου και με τη δουλειά μου. Μπορώ να σας πω, με κάθε εντιμότητα πιστεύω, ότι είμαι η πιο αυστηρή από τους κριτικούς μου».
– Μαρία Κάλλας.
Τα λόγια αυτά δεν είναι καθόλου τυχαία. Αντικατοπτρίζουν, όχι μόνο, ολόκληρη τη ζωή της απόλυτης Ντίβας του λυρικού θεάτρου, αλλά ίσως και τη ψυχοσύνθεση της. Βιώνοντας, από μικρή ηλικία, την αυστηρότητα, εξελίχθηκε σε μια ανεξάρτητη και δυναμική γυναίκα, που με όπλο το θεϊκό χάρισμα της – τη μαγευτική φωνή της – κατάφερε να χαράξει μια μακρά και ανεξίτηλη, στο χρόνο, πορεία. Και το όνομα αυτής: Μαρία Κάλλας.
Τα πρώτα χρόνια μιας θύελλας
Στις 27 Οκτωβρίου 1956 εμφανίστηκε για πρώτη φορά στη Μητροπολιτική Όπερα της Νέας Υόρκης ως Νόρμα, στο ομώνυμο έργο του Μπελλίνι. Στις 5 Αυγούστου 1957 επιστρέφει στην Αθήνα και εμφανίζεται στο Ωδείο Ηρώδου Αττικού, στα πλαίσια του Φεστιβάλ Αθηνών. Μετά από 3 χρόνια, η Μαρία Κάλλας ερμήνευσε στο Αρχαίο θέατρο Επιδαύρου τη «Νόρμα» του Βιντσέντζο Μπελίνι, έργο, το οποίο η ίδια είχε ζητήσει για την πρώτη της εμφάνιση στο αρχαίο θέατρο. Δεν έχανε ποτέ την ευκαιρία να ξαναζήσει το δράμα και το πάθος της ηρωίδας. Τη στιγμή που τραγουδούσε την άρια «Κάστα ντίβα», αφέθηκαν στην ορχήστρα δύο λευκά περιστέρια, προκαλώντας θύελλα χειροκροτημάτων. Στο τέλος, ο ενθουσιασμός του κοινού ήταν τόσο μεγάλος, που κάλεσαν την Κάλλας 10 φορές στη σκηνή. Στις 6 Αυγούστου του 1961, η Μαρία Κάλλας ερμήνευσε στο Αρχαίο θέατρο Επιδαύρου, τη «Μήδεια» του Λουίτζι Κερουμπίνι, με την Εθνική Λυρική Σκηνή. Στην παράσταση συμμετείχαν περισσότερα από 200 πρόσωπα. Η κατάληξη υπήρξε θριαμβευτική και η ίδια αποθεώθηκε από τους 17.000 θεατές της βραδιάς, ανάμεσα στους οποίους ήταν ο πρωθυπουργός Κωνσταντίνος Καραμανλής, ο υπουργός Προεδρίας Κωνσταντίνος Τσάτσος, η κοσμικογράφος Έλσα Μάξγουελ και ο πρίγκιπας Πέτρος του Μονακό. Μετά ήρθε η σειρά της Σκάλας του Μιλάνου, το Δεκέμβριο.

Τον Ιανουάριο του 1964 η Μαρία Κάλλας πείθεται από το Φράνκο Τζεφιρέλι να συμμετάσχει σε μία νέα παραγωγή της «Τόσκα» στη σκηνή του Κόβεντ Γκάρντεν (Covent Garden). Η παράσταση εκθειάζεται από τους κριτικούς, ενώ ακολουθεί την ίδια χρονιά, νέος καλλιτεχνικός θρίαμβος στην Όπερα των Παρισίων με τη Νόρμα. Παρά τα φωνητικά προβλήματα που είχε αρχίσει να αντιμετωπίζει, το παρισινό κοινό την υποδέχτηκε θερμά. Στις 5 Ιουλίου 1965 εμφανίστηκε τελευταία φορά σε παράσταση όπερας στο Κόβεντ Γκάρντεν, ως Τόσκα, σε σκηνοθεσία Φράνκο Τζεφιρέλι.
Η μοιραία γνωριμία με τον Αριστοτέλη Ωνάση

Η γνωριμία τους έγινε σε μια δεξίωση που διοργάνωσε η Έλσα Μάξγουελ, το 1957. Με το που αντίκρυσε ο Έλληνας μεγιστάνας τη γοητευτική ντίβα της όπερας, μαγεύτηκε, όμως, τα χέρια του ήταν δεμένα. Ήταν και οι δύο παντρεμένοι, ευρισκόμενοι σε ένα χώρο γεμάτο ανθρώπους. Έχοντας έντονο το μεσογειακό του ταμπεραμέντο και γοητευμένος από τη διάσημη σοπράνο, προσκάλεσε την ίδια και το σύζυγό της, Μενεγκίνι, σε κρουαζιέρα, με την πολυτελή θαλαμηγό του. Το πάθος του ήταν ασυγκράτητο, που δεν τον εμπόδιζε ούτε ο Μενεγκίνι, ούτε και η σύζυγος του, Τίνα Λιβανού. Όταν διεκδικούσε μια γυναίκα, ο Ωνάσης δεν είχε αναστολές. Συνεπώς, μια από εκείνες τις νύχτες, ο Ωνάσης και η Κάλλας εγκατέλειψαν τη θαλαμηγό με μια βάρκα, για να απομονωθούν σε μία ήσυχη παραλία. Φήμες λένε, ότι στη βάρκα έκαναν έρωτα για πρώτη φορά. Αυτή, λοιπόν, ήταν η αρχή μιας μοιραίας και έντονης σχέσης.
Ο Ωνάσης πήρε αμέσως διαζύγιο από την Τίνα Λιβανού, ενώ η Κάλλας, χώρισε σχεδόν τρεις μήνες μετά. Ο σύζυγος της δεν της παραχωρούσε το πολυπόθητο διαζύγιο, συνεπώς, εκείνη αναγκάστηκε να αποποιηθεί την αμερικανική υπηκοότητα, να λάβει την ελληνική, ούτως ώστε να μπορέσει να ακυρωθεί ο γάμος τους.
Το ίδιο μεσογειακό ταμπεραμέντο που διέθετε ο Ωνάσης, το είχε και η Κάλλας. Έτσι, ο έρωτας τους ήταν έντονος. Βέβαια, τα πάθη -όσο έντονα και δυνατά ξεκινούν, τόσο γρήγορα ξεφουσκώνουν-. Το ίδιο έγινε, και με το ζευγάρι. Πιο συγκεκριμένα, το ίδιο συνέβη με τον Αριστοτέλη, ο οποίος άρχισε να απομακρύνεται από τη σύντροφό του. Από την άλλη, η Κάλλας, -αισθανόμενη ίσως την απομάκρυνση αυτή-, είχε αραιώσει τις εμφανίσεις της στην όπερα και περνούσε ατέλειωτες ώρες στη θαλαμηγό, περιμένοντάς τον.
Η σχέση του ζευγαριού διήρκεσε σχεδόν 10 χρόνια. Το 1968, ο Ωνάσης είχε ήδη βρει τον επόμενο του στόχο και σχεδίαζε την κατάκτησή του. Ο στόχος του ήταν η πιο διάσημη χήρα του κόσμου, η Τζάκι Κένεντι. Ενώ, λοιπόν, η σοπράνο ήλπιζε να φτάσουν επιτέλους τα σκαλιά του γάμου, και ενώ είχε υποψιαστεί το ενδιαφέρον του αγαπημένου της για την Τζάκι, αυτό που της συνέβη, σίγουρα δεν το περίμενε. Πληροφορήθηκε -από την τηλεόραση-, ότι ο Αριστοτέλης Ωνάσης είχε κάνει πρόταση στην Τζάκι(!).
Η απότομη πληροφόρηση και ο -ακόμα πιο απότομος- χωρισμός, είχαν οδυνηρά αποτελέσματα για την Κάλλας. Η άλλοτε δυναμική ντίβα, μεταμορφώθηκε σε μια απεριποίητη και αντικοινωνική γυναίκα. Αδιαφορούσε για την εμφάνισή της και κυκλοφορούσε με λιτά μαλλιά (το σύμβολο του θρήνου στις αρχαίες τραγωδίες), άβαφη και πρόχειρα ντυμένη. Έμενε πολλές ώρες κλεισμένη στο δωμάτιο, θρηνώντας τη χαμένη της αγάπη, όμως, τις σπάνιες φορές που εμφανιζόταν δημόσια, προσπαθούσε να φαίνεται δυνατή και ψύχραιμη. Υποστήριζε, ότι ο χωρισμός αποφασίστηκε από κοινού με τον Ωνάση, και προσπαθούσε να φαίνεται έτοιμη να προχωρήσει τη ζωή της. Τέλος, αδυναμία παρουσίασε και η φωνή της, η οποία άρχιζε σιγά σιγά να αλλοιώνεται.
Πολύ αργότερα, συνειδητοποίησε ότι ο Ωνάσης δεν έπαψε ποτέ να την αγαπά. Ακόμα και αν ήταν παντρεμένος, δε δίσταζε να επισκέπτεται την αγαπημένη του Μαρία και να ζει κάποιες στιγμές μαζί της, καθώς η αγάπη τους ήταν ιδιαίτερη. Ο Ωνάσης κυνηγούσε ένα στόχο και μόλις τον αποκτούσε, έθετε τον αμέσως επόμενο. Αυτό που αξίζει να σημειωθεί, είναι πως η σχέση του με τη σοπράνο, ήταν και η μακροβιότερη που είχε στη ζωή του. Η Κάλλας, από την άλλη, γνώριζε το χαρακτήρα του και τον αποδεχόταν, γιατί πολύ απλά τον λάτρευε. Έτσι, στάθηκε στο πλευρό του, μέχρι και το τέλος της ζωής του.
Κλείσιμο αυλαίας
Η κινηματογραφική εκδοχή της Μήδειας του Ευριπίδη, σε σκηνοθεσία Πιερ-Πάολο Παζολίνι (1969), ήταν από τις τελευταίες της δουλειές. Επιπλέον, είχε ηχογραφήσει δίσκους, δίδασκε όπερα στη μουσική σχολή Τζούλιαρντ της Νέας Υόρκης και έδινε ρεσιτάλ με ένα παλιό της γνώριμο, τον ιταλό τενόρο Τζουζέπε Ντι Στέφανο, που κι αυτός αντιμετώπιζε φωνητικά προβλήματα. Η τελευταία της εμφάνιση έγινε στην πόλη Σαπόρο της Ιαπωνίας, στις 11 Δεκεμβρίου του 1974.
Έκτοτε, η Μαρία Κάλλας κλείστηκε στο διαμέρισμά της στο Παρίσι και στον εαυτό της. Η μεγάλη ντίβα του λυρικού θεάτρου έφυγε από τη ζωή το πρωί της 16ης Σεπτεμβρίου 1977, από καρδιακή προσβολή, σε ηλικία 54 ετών.
Φέτος κλείνουν 40 χρόνια απουσίας της απόλυτης Ντίβας με τη θεϊκή φωνή. Της μοναδικής Μαρίας Κάλλας.
Παρακάτω ακολουθεί ένα βίντεο από μια εμφάνιση της σοπράνο, Μαρία Κάλλας.
Νόρμα, Κάστα Ντίβα.
Info
http://www.cnn.gr/style/politismos/story/46652/san-simera-i-maria-kallas-xekinise-mytho


