Ήλπιζαν, όπως κι εσύ τώρα, να εμφανιστεί αυτός ο άνθρωπος που θα έπαιρνε τα κομμάτια τους ένα-ένα και θα τα έβαζε στη σειρά, υπομονετικά…θα έφτιαχνε ένα παζλ καινούριο..πιο όμορφο από πριν, κι αν τα κομμάτια δεν ταίριαζαν θα τα έκανε έτσι ώστε να μπουν το ένα στο άλλο με τρόπο διαφορετικό αλλά μοναδικά ταιριαστό.
Ήλπιζαν , όπως κι εσύ τώρα, σ’ έναν άνθρωπο που θα τους έκαναν να ερωτευθούν ξανά, με πάθος, να αφεθούν χωρίς να σκέφτονται το αύριο, γιατί έτσι. Γιατί τους αρκεί η στιγμή, αυτή η αγκαλιά, οι απλές στιγμές.
Τι κι αν κατέληγαν με πιο βαθιές πληγές, συνέχιζαν…
Άλλο ένα βράδυ που δε σε πιάνει ύπνος. Κατάφερες να κόψεις κάθε επαφή με οτιδήποτε θα σε ανάγκαζε να βγεις έξω απ’ τον εαυτό και τις σκέψεις σου.
Προτιμούσες για ακόμη ένα βράδυ να μείνεις με τη μοναξιά σου. Οποιαδήποτε άλλη συναναστροφή θα ήθελε διαχείριση.
Με φίλους θα έπρεπε να εξηγείς τι αισθάνεσαι, και στην πράξη ούτε εσύ δεν ξέρεις.
Το να βγεις και να φλερτάρεις απ’ την άλλη αυτομάτως σημαίνει πως πρέπει να διαχειριστείς και την κατάσταση, να δικαιολογήσεις αν θες, ή αν όχι και δεν ήθελες να μπεις σε τέτοιες διαδικασίες.

Έκοψες τις γέφυρες με ό,τι δε σε έκανε να το πιστέψεις πολύ, γιατί ποιο το νόημα να δίνεις ελπίδες σε κάτι που δε σε ενθουσίασε τόσο ώστε να θες να αφεθείς άνευ όρων.
Κι είναι κι οι περιπτώσεις που είπες να τολμήσεις και έφαγες τα μούτρα σου, οπότε η μοναξιά ξαφνικά φαντάζει η καλύτερη συντροφιά.
Δε συμβιβάζεσαι με τίποτα λιγότερο από ένα πάθος δυνατό.
Θες αυτό που θα σε ξυπνήσει απ’ το λήθαργο που έπεσες όταν πληγώθηκες…
Θες αυτήν την ξαφνική οικειότητα, που αισθάνεσαι ότι τον ξέρεις τον άλλον σαν να τον ξέρεις χρόνια… ότι μπορείς να τον εμπιστευτείς… απλώς να μπορείς όντως να τον εμπιστευτείς.
Μα πάνω από όλα ψάχνεις το αμοιβαίο.
Κι έχεις βρεθεί άλλο ένα βράδυ, να σκέφτεσαι πολλά και πιο πολύ να μην μπορείς να βγάλεις νόημα.
Τι κι αν το παίζεις «αντράκι» μέσα σου λιώνεις. Μέσα σου υπάρχει κάτι που καίει.
Αρνείσαι να πιστέψεις πως ερωτεύτηκες… ερωτεύτηκες ναι…
Αρνείσαι να το πιστέψεις… γιατί πώς θα το ξεστομίσεις κάτι τέτοιο… όχι στον άλλον, αλλά στον ίδιο σου τον εαυτό, που τον παραμύθιαζες μ’ ένα σωρό επαναστατικές ιδέες, που δε σου ταίριαζαν. Που τις φορούσες σαν ρούχο δανεικό για να δείχνεις δυνατή. Πως τάχα είσαι μοιραία και δε συμβιβάζεσαι εύκολα.
Πώς να πιστέψεις πως δε θέλεις τίποτα άλλο και πως λιώνεις για αυτή την αγκαλιά, γι’ αυτόν τον έρωτα, την οικειότητα, την τρυφερότητα και το πάθος που σου βγάζει;
Και πώς να κοιμηθείς, αφού ξέρεις πως δε θα το μάθει…πως δε θα το πεις…δε θα το δείξεις…
Προσπάθησες να το πεις, αλλά δείλιασες… φοβήθηκες ότι θα τον χάσεις και προτίμησες να τον έχεις έστω κι έτσι… από μακρυά…απ’ έξω να γελάς και μέσα σου να καίγεσαι για εκείνον.
Περίεργο πράγμα ο έρωτας.. τόσο γλυκό και τόσο πικρό την ίδια στιγμή.


