Η ταινία κυκλοφόρησε στις 19 Μαρτίου 2026 και αντλεί έμπνευση από την πολύκροτη υπόθεση του δραπέτη Σορίν Ματέι. Στις 23 Σεπτεμβρίου 1998, ο Ματέι κράτησε ομήρους μια οικογένεια σε διαμέρισμα πολυκατοικίας στην Αθήνα. Μάλιστα, απειλούσε τους ομήρους με χειροβομβίδα.
Ωστόσο, οφείλουμε να ξεκαθαρίσουμε κάτι σημαντικό. Η ταινία αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας και όχι πιστή αναπαράσταση των πραγματικών γεγονότων.
Τα θετικά της ταινίας και το προβληματικό σενάριο
Ας ξεκινήσουμε από τα θετικά. Στην «Τελευταία Κλήση» η σκηνοθεσία είναι εξαιρετική. Παράλληλα, οι υποκριτικές ικανότητες των ηθοποιών απογειώνουν την παραγωγή. Οι συντελεστές αποδεικνύουν ότι ο ελληνικός κινηματογράφος διαθέτει ανθρώπους με εξαιρετικές δυνατότητες, που μπορούν να δημιουργήσουν έργα υψηλών απαιτήσεων.
Δυστυχώς, όμως, το σενάριο δεν βρίσκεται στο ίδιο επίπεδο. Και αυτό είναι το μεγάλο πρόβλημα της ταινίας. Η ιστορία έχει πάρα πολλές τρύπες, αναπάντητα ερωτήματα και αφηγηματικά κενά.
Αρχικά, δεν καταλαβαίνω γιατί η ταινία αποδίδει πιθανές νομικές ευθύνες σε ένα τηλεοπτικό κανάλι – και μάλιστα, στους δημοσιογράφους του. Ο δράστης κρατά μια χειροβομβίδα. Αν αυτή εκραγεί και σκοτώσει τους αθώους ομήρους, γιατί να ευθύνεται το κανάλι; Ποια ακριβώς είναι η νομική ευθύνη των δημοσιογράφων και με ποια λογική τούς φορτώνουμε τις εγκληματικές πράξεις ενός ενόπλου; Και, κυρίως, γιατί το σενάριο δεν εξηγεί επαρκώς αυτή τη διάσταση;
Ωστόσο, τα ακόμη μεγαλύτερα ερωτήματα ακολουθούν.
Η ΕΥΠ, τα όπλα και ο τσιλιαδόρος από την «Ομόνοια»
Η ταινία συνδέει την ΕΥΠ με την υπόθεση της χειροβομβίδας και την κλοπή όπλων από ένα στρατόπεδο. Αυτή η επιλογή δημιουργεί μια σειρά από απορίες. Πώς ακριβώς μπαίνει η Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών σε μια τέτοια ιστορία; Και γιατί συνδέεται με αυτήν ένας εξαρτημένος άνθρωπος από την «Ομόνοια»;
Έστω κι αν δεχτούμε πως η ΕΥΠ θέλει να οργανώσει μια επιχείρηση κλοπής όπλων και, σύμφωνα με τη λογική της ταινίας, χρησιμοποιεί τσιλιαδόρους. Θα επέλεγαν για κάτι τέτοιο έναν άνθρωπο εξαρτημένο από ναρκωτικές ουσίες; Πώς εξασφαλίζει έτσι την αξιοπιστία και τη μυστικότητα μιας τέτοιας επιχείρησης;
Και δεν τελειώνουμε εδώ. Η υπηρεσία έχει ήδη εμπλέξει αυτόν τον άνθρωπο σε μια επιχείρηση μεγάλης σημασίας. Ωστόσο, αντί να περιορίσει τους κινδύνους, του αναθέτει μια νέα αποστολή. Τον στέλνει στη Γερμανία με μια βαλίτσα γεμάτη όπλα!
Και εδώ συναντάμε, κατά τη γνώμη μου, το μεγαλύτερο σεναριακό παράδοξο της ταινίας «Τελευταία Κλήση».
Πώς ακριβώς θα μεταφέρει αυτός ο άνθρωπος μια βαλίτσα γεμάτη όπλα στη Γερμανία; Πώς θα περάσει τα σύνορα; Και πώς στηρίζεται μια τόσο σοβαρή επιχείρηση σε έναν άνθρωπο που η ίδια η ταινία παρουσιάζει ως ευάλωτο, αναξιόπιστο και «πρεζόνι»; Και πώς ο ίδιος γνωρίζει τους μηχανισμούς και τις μυστικές δραστηριότητες μιας ολόκληρης κρατικής υπηρεσίας – πληροφορίες ικανές να απειλήσουν ένα ολόκληρο σύστημα;
Όλα αυτά, βέβαια, αποτελούν προϊόν μυθοπλασίας, χάριν της οποίας, ένα «πρεζόνι» μπορεί και κρατάει όμηρο ένα ολόκληρο σύστημα. Προφανώς, δεν υποστηρίζουμε ότι αυτά συνέβησαν στην πραγματικότητα, ούτε ότι η εξάρτηση ενός ανθρώπου τον καθιστά αυτομάτως ανίκανο. Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι η μυθοπλασία πρέπει να καταργεί και τη λογική.

Τότε πότε ακριβώς αρχίζει να απειλείται το σύστημα;
Μήπως τη στιγμή που ο συγκεκριμένος άνθρωπος κρατά ομήρους και αποφασίζει να μιλήσει ζωντανά στην τηλεόραση; Δηλαδή, μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν είχε απειλήσει κανέναν; Δεν είχε ζητήσει χρήματα; Δεν είχε επιχειρήσει να εκβιάσει όσους κρατούσε στο χέρι;
Τα χρήματα αποτελούν αντάλλαγμα για τη σιωπή του. Παράλληλα, ζητά να τον αφήσουν ήσυχο. Πρώτη φορά ζητά αυτά τα χρήματα μπροστά στις τηλεοπτικές κάμερες; Δεν τα είχε ζητήσει νωρίτερα, κατ’ ιδίαν;
Και αν τα είχε ζητήσει, γιατί το σύστημα δεν αντιμετώπισε την απειλή νωρίτερα; Μιλάμε για έναν κρατικό μηχανισμό που, σύμφωνα με την ιστορία, μπορεί να οργανώνει παράνομες επιχειρήσεις, να συγκαλύπτει εγκλήματα και να δολοφονεί ανθρώπους. Πώς γίνεται, λοιπόν, το σύστημα που ελέγχει τα πάντα, να μην μπορεί να ελέγξει έναν άνθρωπο που γνωρίζει τα πάντα γι’ αυτό;
Η ταινία, αντί να δώσει αυτές τις απαντήσεις, ζητά από τον θεατή να αποδεχτεί τα πάντα χωρίς επαρκείς εξηγήσεις. Και αυτό είναι πρόβλημα.

Spoiler alert: Η δολοφονία στο πάρκινγκ – Άλλη μία επίδειξη σεναριακής ασυνέπειας
Και φτάνουμε σε μια ακόμη σκηνή που προσωπικά θεωρώ προβληματική. Ο αστυνομικός μαθαίνει τα μυστικά της υπόθεσης και τα μοιράζεται με έναν πράκτορα της ΕΥΠ. Στη συνέχεια, κάποιοι δολοφονούν τον πράκτορα μέσα σε ένα πάρκινγκ, ρίχνοντας του μια σφαίρα στο κεφάλι. Και εδώ αρχίζουν τα επόμενα ερωτήματα. Γιατί οι δολοφόνοι δεν εγκαταλείπουν το αυτοκίνητο στο πάρκινγκ, ώστε να εξαφανίσουν τα ίχνη τους; Αντιθέτως, επιλέγουν να μπουν στο αυτοκίνητο και να φύγουν, μεταφέροντας μάλιστα τον δολοφονημένο! Και, σαν να μην έφτανε αυτό, στον δρόμο συναντούν τον αστυνομικό, ο οποίος τούς βλέπει και αντιλαμβάνεται ότι μεταφέρουν έναν νεκρό.
Η ταινία παρουσιάζει αυτούς τους χαρακτήρες ως αδίστακτους δολοφόνους. Είναι άνθρωποι πρόθυμοι να σκοτώσουν για να προστατεύσουν τα μυστικά τους. Γιατί, λοιπόν, δεν επιχειρούν να εξουδετερώσουν και τον αστυνομικό; Γιατί δεν τον παρασύρουν με το αυτοκίνητο ή δεν τον πυροβολούν, όπως έκαναν με τον πράκτορα;
Δεν υποστηρίζω ότι όφειλαν να κάνουν κάτι τέτοιο. Αναρωτιέμαι, όμως, γιατί το σενάριο αλλάζει ξαφνικά τη συμπεριφορά αυτών των χαρακτήρων και ποια είναι ακριβώς η λογική αυτής της σκηνής; Η συγκεκριμένη αλληλουχία συμπτώσεων μοιάζει να εξυπηρετεί αποκλειστικά την εξέλιξη της πλοκής. Δεν ακολουθεί, όμως, τη λογική των γεγονότων. Και αυτά αποτελούν μόνο μερικά από τα σοβαρότερα σεναριακά κενά που εντόπισα στην ταινία.

Δεν αμφισβητώ τη σκηνοθετική δουλειά στην «Τελευταία Κλήση». Ούτε αμφισβητώ τις εξαιρετικές ερμηνείες των ηθοποιών. Αντιθέτως, θεωρώ ότι οι συγκεκριμένοι συντελεστές αξίζουν συγχαρητήρια.
Αμφισβητώ, όμως, τη συνοχή του σεναρίου. Γιατί άλλο πράγμα είναι να δημιουργείς μια ιστορία μυθοπλασίας, κι άλλο να απαιτείς από τον θεατή να εγκαταλείψει τη λογική του για να την παρακολουθήσει. Μια κινηματογραφική ταινία μπορεί να δημιουργήσει την δική της πραγματικότα, όμως οφείλει να σέβεται τους κανόνες που η ίδια θέτει.
Δεν χρειάζεται μια ιστορία να είναι αληθινή για να είναι πειστική. Χρειάζεται, ωστόσο, εσωτερική συνοχή, καθώς ο θεατής δεν μπορεί να συμπληρώνει συνεχώς μόνος του τα κενά του σεναρίου – κυρίως, όταν επιλέγεις να συνδέσεις μυστικές υπηρεσίες, δολοφονίες, εκβιασμούς και παράνομες διακινήσεις όπλων. Πρέπει να εξηγήσεις πώς συνδέονται όλα αυτά μεταξύ τους και δεν αρκεί απλώς να τα παρουσιάσεις.
Και είναι πραγματικά κρίμα, γιατί η συγκεκριμένη ελληνική παραγωγή διαθέτει εξαιρετική σκηνοθεσία και αξιόλογες ερμηνείες και θα μπορούσε να αφήσει πολύ ισχυρότερη εντύπωση, αν διέθετε μεγαλύτερη σεναριακή συνοχή.
Δυστυχώς, όμως, στην «Τελευταία Κλήση» το μεγαλύτερο πρόβλημα δεν είναι όσα βλέπουμε στην οθόνη, αλλά όσα αδυνατούμε να εξηγήσουμε.


