
Με τον όρο “Πρώτη Γλώσσα” οι ερευνητές αναφέρονται στη γλώσσα στην οποία εκτέθηκε το παιδί, συνήθως από τη γέννησή του, και χρησιμοποιείται κυρίως στο οικογενειακό του περιβάλλον. Ο όρος “Μητρική Γλώσσα” είναι παρόμοιος όρος.
Ως “Δεύτερη Γλώσσα” θεωρείται η γλώσσα στην οποία εκτέθηκε το παιδί είτε ταυτόχρονα είτε μετά την “Πρώτη Γλώσσα” και συνήθως χρησιμοποιείται σε συγκεκριμένα περιβάλλοντα, όπως στο σχολείο του ή με τους φίλους του. Ένας παρόμοιος όρος είναι ο όρος “Γλώσσα του Σχολείου”. Για παράδειγμα, ένα παιδί το οποίο γεννήθηκε στην Αλβανία και το οποίο έχει ως πρώτη γλώσσα την αλβανική γλώσσα, αλλά μετακόμισε με την οικογένειά του στην Ελλάδα όταν ήταν Β’ Δημοτικού και επομένως εκτέθηκε στην ελληνική γλώσσα. Σε αυτή την περίπτωση, η ελληνική γλώσσα είναι η “Δεύτερη Γλώσσα” του παιδιού.
Η “Τρίτη Γλώσσα” ή/και η “Τέταρτη Γλώσσα” αναφέρονται σε άλλες γλώσσες στις οποίες εκτίθεται το παιδί, οι οποίες συνήθως δεν χρησιμοποιούνται στην καθημερινή επικοινωνία (π.χ., μέσω ιδιαίτερων μαθημάτων ή επιπλέον μαθημάτων στο σχολείο).
Η διγλωσσία αναφέρεται στην ικανότητα άπταιστης επικοινωνίας σε δύο γλώσσες, η οποία μπορεί να παρουσιάσει μοναδικές προκλήσεις, ιδιαίτερα για τα παιδιά που μαθαίνουν μια δεύτερη γλώσσα. Οι πολύγλωσσοι μαθητές με μαθησιακές δυσκολίες ή/και γλωσσικές διαταραχές είναι μαθητές που χρησιμοποιούν περισσότερες από μία γλώσσες και έχουν διαγνωστεί με κάποια μαθησιακή δυσκολία (π.χ., δυσλεξία ή δυσαριθμησία) ή/και γλωσσική διαταραχή (π.χ., αναπτυξιακή γλωσσική διαταραχή).
Η διάγνωση μιας μαθησιακής δυσκολίας σε δίγλωσσους ή πολύγλωσσους μαθητές είναι εξαιρετικά περίπλοκη.
Ο εντοπισμός των μαθησιακών δυσκολιών στους πολύγλωσσους μαθητές απαιτεί τη διάκριση μεταξύ της τυπικής διαδικασίας απόκτησης της δεύτερης γλώσσας και της εγγενούς νευροαπόκλισης. Η κατάλληλη αξιολόγηση πρέπει να γίνεται σε όλες τις γλώσσες που χρησιμοποιεί ένας μαθητής για να αποφευχθεί κάποια λανθασμένης διάγνωσης.
Είναι σημαντικό να τονιστεί ότι η διγλωσσία ή η πολυγλωσσία δεν προκαλεί την εκδήλωση μαθησιακών ή γλωσσικών διαταραχών.
Περαιτέρω, ένα από τα κύρια προβλήματα των σχολείων είναι η δυσανάλογη αναγνώριση των γλωσσικών διαταραχών σε δίγλωσσα ή πολύγλωσσα παιδιά. Πράγματι, μια πρόσφατη έρευνα διερεύνησε τον βαθμό στον οποίο τα δίγλωσσα παιδιά με άριστη γνώση της αγγλικής γλώσσας αναγνωρίζονται δυσανάλογα με γλωσσικές διαταραχές.
Οι αναλύσεις των ερευνητών αποκάλυψαν μια αυξανόμενη επικράτηση γλωσσικών διαταραχών για τους αναδυόμενους δίγλωσσους, που οδήγησε σε υπερεκπροσώπηση, σε σχέση με τους μονόγλωσσους, ενώ οι δίγλωσσοι μαθητές με άριστη γνώση της αγγλικής γλώσσας παρουσίασαν μια υποεκπροσώπηση στις πρώτες τάξεις του δημοτικού.
Τα αποτελέσματα έδειξαν επίσης ότι η παρατηρούμενη υπερεκπροσώπηση οφειλόταν σε μεγάλο βαθμό σε μεταβλητές υγείας, αναπτυξιακές, κοινωνικοδημογραφικές και ακαδημαϊκές μεταβλητές. Στο δημοτικό σχολείο υπήρχαν ενδείξεις υποεκπροσώπησης για τους αναδυόμενους δίγλωσσους στην κατηγορία των ειδικών μαθησιακών δυσκολιών και για τις δύο δίγλωσσες ομάδες στην κατηγορία των διαταραχών της επικοινωνίας.
Πολλοί εκπαιδευτικοί δυσκολεύονται να αξιολογήσουν με ακρίβεια τα δίγλωσσα ή πολύγλωσσα παιδιά, συχνά μπερδεύοντας τις δυσκολίες κατάκτησης της γλώσσας με μαθησιακές δυσκολίες. Η ακριβής διαφοροποίηση μεταξύ των γλωσσικών διαφορών και των πραγματικών μαθησιακών δυσκολιών απαιτεί ολοκληρωμένες αξιολογήσεις που λαμβάνουν υπόψη πολλαπλά πλαίσια.
Πρόσφατα, στην ελληνική γλώσσα, η Τάλλη και οι συνεργάτες της (2026) ανέπτυξαν πιλοτικά δύο ερωτηματολόγια για την ανίχνευση των γλωσσικών δυσκολιών ή/και δυσκολιών με τον γραμματισμό σε δίγλωσσα/πολύγλωσσα περιβάλλοντα (σχολικό περιβάλλον), με το πρωτο να αφορά παιδιά ηλικίας 4-6 ετών και το δεύτερο να αφορά παιδιά ηλικίας 6-9 ετών. Τα ερωτηματολόγια μπορούν να βρεθούν στον ακόλουθο σύνδεσμο: Language and/or Literacy Disorders vs. Language Differences in Multilingual Children: Development of Two Detection Questionnaires
Τα ερωτηματολόγια αξιολογούν την κατανόηση του προφορικού λόγου, την παραγωγή του προφορικού και γραπτού λόγου, τη φωνολογική ενημερότητα, την ανάγνωση (μόνο για τα παιδιά ηλικίας 6-9 ετών), την επικοινωνία και άλλες γνωστικές δεξιότητες όπως, επί παραδείγματι η μνήμη και η προσοχή.
Τα ερωτηματολόγια συμπληρώνονται από τους εκπαιδευτικούς προσχολικής ή σχολικής ηλικίας σε σύντομο χρονικό διάστημα (περί των 10 λεπτών). Κάθε ερώτηση πρέπει να απαντηθεί χρησιμοποιώντας μια κλίμακα Likert από 0 έως 4, όπου 0 = Ποτέ, 1 = Σπάνια, 2 = Μερικές φορές, 3 = Συχνά, 4 = Πάντα.
Οι εκπαιδευτικοί θα πρέπει να απαντήσουν με βάση τις παρατηρήσεις τους για το παιδί στο σχολικό περιβάλλον ή από πληροφορίες που παρέχονται από τους γονείς. Θα πρέπει να επιλέξουν τον αριθμό που αντικατοπτρίζει καλύτερα τη συχνότητα ή την ένταση της παρατηρούμενης συμπεριφοράς.
Βιβλιογραφία
Ortiz, J., & Chow, J. (2026). The Disproportionate Identification of Language-Related Disorders in Bilingual Children. Research in Special Education, 3. Doi: https://doi.org/10.25894/rise.2785
Talli, I., Theodorou, E., Stavrakaki, S., Mouti, A., Tougiountzi, V., Papastefanou, T., & Commissaire, E. (2026). Language and/or Literacy Disorders vs. Language Differences in Multilingual Children: Development of Two Detection Questionnaires. Education Sciences, 16(4), 618. https://doi.org/10.3390/educsci16040618









