“Νέο Κύμα”: Νοσταλγώντας τις μπουάτ της παλιάς Αθήνας…

μπουάτ
Πηγή: dinfo.gr

 

Κάτω από την Ακρόπολη, χωμένα μέσα στα στενά σοκάκια της Πλάκας, τα “μουσικά κουτιά”, οι μπουάτ (από τη γαλλική λέξη boîte που σημαίνει κουτί), ταυτίστηκαν με μια ολόκληρη γενιά και φώτισαν τα νεανικά της χρόνια. Οι μπουάτ δεν ήταν απλά ένας χώρος διασκέδασης, ήταν κάτι πολύ παραπάνω. Ήταν χώρος της αγνής έκφρασης του τραγουδιού, της γυμνής μορφής του όπως συνήθιζαν να λένε, αλλά και παράλληλα χώρος έκφρασης ιδεών, αδιεξόδων και αναζητήσεων της τότε νεολαίας, η οποία προσπαθούσε να βρει το σημείο αναφοράς της σε μια εποχή έντονη διεθνώς τόσο πολιτικά όσο και κοινωνικά. Ο Διονύσης Σαββόπουλος προσπαθώντας να προσδιορίσει τις καταβολές του “Νέου Κύματος” αναφέρει: «Ήταν η εποχή της ελπίδας διεθνώς. Εδώ στην Ελλάδα το φοιτητικό κίνημα 1-1-4 ήταν αυτονομημένο και ακηδεμόνευτο από τα κόμματα. Μιλούσαμε εμείς και αυτοί άκουγαν. Η νεολαία χρειαζόταν τα τραγούδια της. Υπήρχαν βέβαια ποπ-γκρουπάκια, αλλά η τέχνη τους δεν ξεπερνούσε τα στενά όρια της χορευτικής μόδας. Λίγο πολύ μαϊμουδίζανε τους ξένους, ενώ η νεολαία ήθελε κάτι που να της επιτρέψει να αισθανθεί μοντέρνα, χωρίς να χάσει την ψυχή της. Αυτό έψαχνε να βρει στις μπουάτ».   

Οι μπουάτ κάνουν την εμφάνισή τους δειλά δειλά κάπου εκεί γύρω στις αρχές των ‘60s. Τότε που οι πολυκατοικίες ξεφύτρωναν από παντού με μόνη εξαίρεση την περιοχή γύρω από την Ακρόπολη, λόγω της σχετικής απαγόρευσης από την αρχαιολογική υπηρεσία (θυμηθείτε τη σκηνή στην ταινία “Η γυνή να φοβήται τον άνδρα”, όπου η μονοκατοικία του Αντωνάκη κατεδαφίζεται για να πάρει τη θέση της μια πολυκατοικία). Για λόγους, λοιπόν, καθαρά πρακτικούς η Πλάκα ήταν η καταλληλότερη περιοχή για να φιλοξενήσει τα μουσικά αυτά κουτάκια, καθώς τα νοίκια των παλιών νεοκλασικών ήταν χαμηλά και η οικοδόμηση πολυκατοικιών απαγορευμένη.

Υπό αυτές τις συνθήκες, λοιπόν, την αρχή κάνει ο Γιώργος Μπουκουβάλας, ανοίγοντας το 1960 -στην Πλάκα πάντα- τον “Τιπούκειτο” στην οδό Νικοδήμου, όπου εμφανίζονταν διαδοχικά ο Λάκης Παππάς και ο Κώστας Χατζής. Από τότε και στο εξής όλο και περισσότερες μπουάτ ξεπετάγονται στην περιοχή. Τα ονόματά τους παραπέμπουν κυρίως σε κάτι ζεστό, σε κάτι οικείο: “Σοφίτα”, “Λημέρι”, “Κιβωτός”, “Δώμα”, “Αυλαία”, “Λυχνάρι”, “Το στέκι του Γιάννη”. Ο χώρος των μπουάτ ήταν λιτός: τίποτα το φανταχτερό ή περιττό, χαμηλά καθίσματα και τραπεζάκια- ενίοτε και φλοκάτες- που θύμιζαν πιο πολύ τους σοφράδες των παραδοσιακών σπιτιών, χαμηλός φωτισμός.  Το πιάνο ή μια- δυο κιθάρες μαζί με τη φωνή του τραγουδιστή ήταν αρκετά για να δημιουργήσουν μια ατμόσφαιρα μουσικής μυσταγωγίας. Όπως θυμάται και ο Διονύσης Σαββόπουλος  «Έπρεπε να τα καταφέρεις με το τίποτα. Με μία κιθάρα, άντε και ένα πιάνο. Οι θαμώνες κάθονταν μισό μέτρο απ’ τον τραγουδιστή και οι τελευταίοι το πολύ στα πέντε-έξι μέτρα. Έπρεπε να είσαι απλός και άμεσος και έτοιμος να αυτοσχεδιάσεις. Άμα βρεις το κοινό στοιχείο που ενώνει εκατό ανθρώπους, μετά μπορείς να απευθυνθείς και σε εκατό χιλιάδες ανθρώπους. Αυτό μου ‘μαθε η μπουάτ. Να ψάχνεις το κοινό στοιχείο».

 

Διαβάστε επίσης  Μέρη στην Αθήνα ιδανικά για φωτογράφιση
Μπουάτ
Πηγή: www.lifo.gr

 

Ο τραγουδιστής ξεκινούσε a capella (κυρίως χαρακτηριστικό του Γιώργου Ζωγράφου) και μετά όλοι μαζί, μουσικοί και θαμώνες γίνονταν μία παρέα και τραγουδούσαν. Την όλη ατμόσφαιρα συνόδευε λίγο βερμούτ ή πορτοκαλάδα, ενίοτε σε ορισμένες περιπτώσεις προσφερόταν και τραχανάς (στο “Στέκι του Γιάννη” (Πουλόπουλου)), συμπληρώνοντας έτσι το ήδη ζεστό feeling. Συχνά, επίσης, απαγγέλλονταν ποιήματα ή διαβάζονταν ανέκδοτα (κυρίως στις “Εσπερίδες” του Γιάννη Αργύρη),γίνονταν συζητήσεις για την τέχνη, το τραγούδι, την πολιτική. Από το όλο γίγνεσθαι δεν έλειπε και η παρουσία της αστυνομίας, κυρίως τα ταραγμένα χρόνια της επταετίας. Τραγουδιστές και θαμώνες φύλαγαν τσίλιες κάθε φορά που τραγουδούσαν κάποιο απαγορευμένο τραγούδι-άλλωστε εξ’ ορισμού η μπουάτ ήταν κατά κύριο λόγο στέκι ατόμων με αριστερές πολιτικές πεποιθήσεις.

Και κάπως έτσι κάνει και την εμφάνισή του το ρεύμα του “Νέου Κύματος”, τη μουσική του οποίου φιλοξένησαν οι μπουάτ. Ο όρος είναι μετάφραση του ομώνυμου κινηματογραφικού κινήματος nouvelle vague που επικράτησε στη Γαλλία στη διάρκεια των ‘50s και μεταφέρθηκε στην ελληνική μουσική από το Γιάννη Σπανό.

 

Μπουάτ
Πηγή: volos.ert.gr

 

Ο Σπανός ζώντας για χρόνια στο Παρίσι και γράφοντας τραγούδια για αξιόλογους Γάλλους καλλιτέχνες, όπως η Ζυλιέτ Γκρεκό, ο Ρισάρ Αντονί κ.α., προσπάθησε να μεταφέρει αυτό το κλίμα και τον παριζιάνικο αέρα και στα ελληνικά μουσικά πράγματα. Στην πραγματικότητα, όμως, ο όρος χρησιμοποιήθηκε περισσότερο ως διαφημιστικό σλόγκαν της εταιρείας δίσκων LYRA και εγκέφαλος αυτής της ιδέας ήταν ο ευφυέστατος ιδιοκτήτης της Ανδρέας Πατσιφάς. Βασικό χαρακτηριστικό του Νέου Κύματος: η λιτότητα, τόσο ενορχηστρικά όσο και εκφραστικά. Συχνά η συνοδεία του τραγουδιστή είναι μόνο μία κιθάρα, ενώ αρκετά ακόμα στοιχεία είναι δάνεια από την μπαλάντα,  αν και αργότερα προστέθηκαν και στοιχεία λαϊκού ήχου και παραδοσιακές προσμείξεις. Σημαντική είναι ακόμα και η επιρροή από την ευαισθησία διακεκριμένων συνθετών της εποχής και κυρίως του Μάνου Χατζιδάκι. Όσον αφορά το περιεχόμενο των τραγουδιών του Νέου Κύματος, οι στίχοι αφορούν ερωτικά αλλά και κοινωνικά και πολιτικά ζητήματα. Σε κάθε περίπτωση, όμως, πρόκειται για στίχο πρωτοποριακό, και αυτό γιατί απευθύνονταν κυρίως σε ανθρώπους νέους: «Οι μπουάτ, αν δεν είχαν προοδευτικά μηνύματα, δεν μπορούσανε να σταθούνε» τονίζει ο Γιάννης Κούκλης, ο οποίος για πενήντα χρόνια έζησε και δραστηριοποιήθηκε επιχειρηματικά στην Πλάκα.

Διαβάστε επίσης  Τα τραγούδια της καραντίνας μου: Ημέρα έκτη

 

 

Οπωσδήποτε, όμως, αν κάτι πρέπει να αναγνωριστεί στο Νέο Κύμα μετά βεβαιότητας είναι  πως έδωσε την ευκαιρία σε νέα ονόματα, σε νέους καλλιτέχνες (οι περισσότεροι είτε ήταν ακόμα μαθητές είτε φοιτητές) που δεν είχαν πρόσβαση στις μεγάλες εταιρείες, να ακουστούν και να αναδειχθούν. Χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελούν οι Γιώργος Ζωγράφος, η Αρλέτα, ο Μιχάλης Βιολάρης, η Καίτη Χωματά, η Πόπη Αστεριάδη και πολλοί ακόμα, οι οποίοι άφησαν με το δικό τους τρόπο το στίγμα τους στην ελληνική μουσική βιομηχανία και ιστορία.

 

 

Αλλά όλα τα ωραία κάποτε τελειώνουν και φτάνει η στιγμή της παρακμής. Μετά την Μεταπολίτευση οι μπουάτ γίνονται πλέον ταβέρνες και κοσμικά κέντρα, οι μικρές μουσικές σκηνές, που κάποτε ο τελευταίος θαμώνας απείχε μόλις πέντε μέτρα από τον τραγουδιστή, μεγαλώνουν για να εξυπηρετήσουν τους νέους ρυθμούς ζωής και τα νέα “θέλω” και απαιτήσεις της νεολαίας, το τραγούδι ακολουθεί -με εξαιρέσεις πάντα- την ξενόφερτη μόδα, και κάπως έτσι η μαγεία και το παραμύθι του μουσικού κουτιού σβήνουν. Μοναδικοί επιζήσαντες από αυτή τη λαίλαπα της ραγδαίας μοντερνοποίησης μονάχα τρεις: οι “Εσπερίδες”, η “Απανεμιά” και οι “Βάτραχοι”, με την πρώτη να αντέχει μέχρι το 2004 και τις δύο τελευταίες να κρατούν μέχρι και σήμερα ζωντανή τη μαγεία μιας άλλης εποχής.

 

Μπουάτ
Πηγή: popaganda.gr

 

Οι μπουάτ χωρίς αμφιβολία αποτέλεσαν σε χρόνια ταραγμένα το σύμβολο μιας ολόκληρης γενιάς και δε θα ήταν υπερβολή αν λέγαμε πως ήταν και ολόκληρο κίνημα. Ένα κίνημα που έθετε στο προσκήνιο τη λιτότητα, τον αυθορμητισμό και την αγνότητα, που εξέφραζε και αφουγκραζόταν τις ανησυχίες αλλά και την ελπίδα των νέων για ένα καλύτερο αύριο, που έδινε χώρο στην τέχνη γενικότερα χωρίς πολλά φτιασίδια και στολίδια, που πρόβαλε την ευαισθησία. Στοιχεία που δυστυχώς πλέον εκλείπουν σήμερα και αποτελούν μόνο γλυκές αναμνήσεις μιας εποχής αλλοτινής.

Διαβάστε επίσης  Οι απώλειες του 2019 στον κινηματογράφο

 

Πηγές:

el.wikipedia.org

Όταν η πόλη μεθούσε. Οι μπουάτ της Αθήνας και οι παρέες που έγραψαν ιστορία. (2017). Ανακτήθηκε από womantoc.gr (τελευταία πρόσβαση 24.02.2019)

Μπουάτ: Εκεί που οι μικρές παρέες έγραψαν ιστορία. Ανακτήθηκε από dinfo.gr

Οι μπουάτ και το Νέο Κύμα. Ανακτήθηκε από plakadiadromes.webnode.gr

Μουρατίδης, Ν. (2017). Γιατί ο κόσμος αγάπησε το Νέο Κύμα; Ανακτήθηκε από nikosonline.gr

 

 

Αρθρα απο την ιδια κατηγορια

Αφιέρωμα στον συγγραφέα Νίκο Γιαννακόπουλο

Τον συγγραφέα, Νίκο Γιαννακόπουλο τον γνωρίσαμε μέσα από τις εκδόσεις

7ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Σαντορίνης!

Μία ακόμα κινηματογραφική εμπειρία έρχεται για τους λάτρεις των φεστιβάλ