
Υπάρχουν μερικά καλοκαίρια που έχουν μένει αξέχαστα από τις όμορφες και ξέγνοιαστες στιγμές που περάσαμε, όταν ήρθαν· υπάρχουν όμως και εκείνα που μένουν αξέχαστα, όχι επειδή ήταν ευτυχισμένα και ξέγνοιαστα, αλλά επειδή ήταν ιδιαίτερα φορτισμένα συναισθηματικά, γεμάτα άγχος και πίεση. Για εκατομμύρια Έλληνες, ένα τέτοιο καλοκαίρι ήταν εκείνο που έδωσαν Πανελλαδικές εξετάσεις, για να περάσουν στις σχολές που ήθελαν, ώστε να χτίσουν το μέλλον που είχαν ονειρευτεί. Ο ύπνος που έλειπε, τα φροντιστήρια, η οικογένεια που κρατούσε, συνήθως, την ανάσα της για τα αποτελέσματα και -φυσικά- η αναμονή των αποτελεσμάτων που ήταν σαν να κρεμόταν ολόκληρο το μέλλον του παιδιού από τις λίγες σελίδες χαρτί που είχε γράψει είναι μερικά πράγματα που μένουν χαραγμένα στην μνήμη των περισσότερων από εμάς. Η ιστορία των Πανελληνίων Εξετάσεων δεν αφορά μόνο το εκπαιδευτικό σύστημα. Αφορά τον τρόπο με τον οποίο η ελληνική κοινωνία έμαθε να θεωρεί το πανεπιστήμιο ότι είναι ένα πεδίο κύρους, το φροντιστήριο ότι είναι ένα αναγκαίο συμπλήρωμα του σχολείου και την εξεταστική επιτυχία ότι είναι ένα σχεδόν καθοριστικό πέρασμα ενός εφήβου προς την ενήλικη ζωή και την επαγγελματική του επιτυχία.
Βέβαια, πρόκειται για μια πορεία που δεν ήταν ποτέ γραμμική: ξεκίνησε από ένα καθεστώς σχεδόν ελεύθερης πρόσβασης στα πανεπιστήμια, πέρασε από αποκεντρωμένες δοκιμασίες ανά ίδρυμα και, από το 1964 και μετά, σταθεροποιήθηκε στο λεγόμενο συγκεντρωτικό σύστημα (δηλαδή τις Πανελλήνιες εξετάσεις), όπου το Υπουργείο Παιδείας οργανώνει κεντρικά τη διαδικασία με κοινά θέματα για όλους τους εξεταζόμενους μαθητές. Μέσα σε αυτό το ενιαίο πλαίσιο, όμως, κρύβονται και πολλές μεταμορφώσεις: εισιτήριες εξετάσεις, ακαδημαϊκό απολυτήριο, κύκλοι σχολών, δέσμες, κατευθύνσεις, επιστημονικά πεδία. Το ερώτημα, λοιπόν, που προκύπτει μέσα από όλα αυτά είναι το εξής: πώς ένας απλός γραπτός διαγωνισμός μετατράπηκε, εν τέλει, σε ένα από τα πιο φορτισμένα κοινωνικά γεγονότα της σύγχρονης Ελλάδας, ο οποίος συνεχίζει ακόμα να βαραίνει χιλιάδες μαθητές της χώρας;
Η ιστορία των Πανελληνίων εξετάσεων: Από την ελεύθερη πρόσβαση στα πανεπιστήμια του 19ου αιώνα στις πρώτες εισαγωγικές εξετάσεις
Αν ρωτούσαμε κάποιον στα μέσα του 19ου αιώνα για το πώς μπορεί να εισαχθεί κανείς στο Πανεπιστήμιο, η απάντηση θα ήταν πολύ απλή: απλώς με το απολυτήριο Γυμνασίου (τότε δεν υπήρχε η σχολική βαθμίδα του Λυκείου, το «Γυμνάσιο» ήταν οι σημερινές τάξεις Γυμνασίου και Λυκείου). Τίποτα παραπάνω. Το Πανεπιστήμιο Αθηνών ιδρύθηκε το 1837 και, από τότε έως τις αρχές του 20ού αιώνα, η πρόσβαση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση ήταν σχεδόν ανοιχτή. Εξαιρέσεις υπήρχαν κυρίως για αλλοδαπούς φοιτητές ή για ορισμένες τεχνικές σχολές, χωρίς αυτό να σημαίνει πως υπήρχε το έντονο ανταγωνιστικό πνεύμα που κυριαρχεί σήμερα. Βέβαια, θα πρέπει να έχουμε υπ’όψιν ότι το εκπαιδευτικό τοπίο ήταν πολύ διαφορετικό σε σχέση με το σημερινό: τότε ο μαθητικός πληθυσμός ήταν κατά πολύ μικρότερος σε σχέση με τώρα και, φυσικά, η εισαγωγή μαθητών σε πανεπιστημιακές μονάδες ήταν ιδιαιτέρως περιορισμένη (μην ξεχνάμε ότι πολύ λίγα παιδιά συνέχιζαν και τελείωναν όλες τις τάξεις του σχολείου, ώστε να λάβουν απολυτήριο), αφού υπήρχαν αρκετοί οικονομικοί φραγμοί και η κοινωνική πίεση για ανώτατες σπουδές ήταν σαφώς πολύ μικρότερη σε σχέση με τη σημερινή εποχή.
Η πρώτη ουσιαστική τομή ήρθε με τον Νόμο 2905 της 27ης Ιουλίου 1922, που θέσπισε εισαγωγικές εξετάσεις για πρώτη φορά στην ιστορία του σύγχρονου ελληνικού κράτους. Συγκεκριμένα, εφαρμόστηκαν το ακαδημαϊκό έτος 1924-25 στη Φυσικομαθηματική Σχολή και από το 1926 επεκτάθηκαν στις υπόλοιπες σχολές του Πανεπιστημίου Αθηνών. Μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1960, κάθε ίδρυμα εξακολουθούσε να οργανώνει μόνο του τις εξετάσεις του: έτσι ο υποψήφιος μπορούσε να δοκιμάσει την τύχη του σε όσες σχολές ήθελε, εφόσον δεν συνέπιπταν οι ημερομηνίες των εξετάσεων των σχολών που ήθελε να δώσει. Ένα πρώτο προοίμιο του κεντρικού μοντέλου, που υπάρχει και σήμερα, εμφανίστηκε κατά την περίοδο 1938-1940: οι εξετάσεις μεταφέρθηκαν στις έδρες των Γενικών Επιθεωρητών Μέσης Εκπαίδευσης, με θέματα σε σφραγισμένους φακέλους και διπλή βαθμολόγηση. Το πλήρως συγκεντρωτικό μοντέλο, βέβαια, κατοχυρώθηκε οριστικά το 1964.
Το ορόσημο του 1964: Η ιστορία των Πανελληνίων εξετάσεων αποκτά συγκεντρωτικό χαρακτήρα
Το 1964 είναι έτος-ορόσημο για την ιστορία των Πανελληνίων Εξετάσεων. Για πρώτη φορά, κοινές εισιτήριες εξετάσεις για όλα τα ΑΕΙ διοργανώθηκαν κεντρικά από το Υπουργείο Παιδείας, με την πρωτοβουλία της κυβέρνησης του Γεωργίου Παπανδρέου. Αυτή ήταν και η γέννηση του συγκεντρωτικού συστήματος που, με διαφορετικές μορφές, ισχύει έως και σήμερα. Οι σχολές χωρίστηκαν σε τέσσερις μεγάλες ομάδες και ο υποψήφιος μπορούσε να διαγωνιστεί για σχολές έως δύο ομάδων, κάτι που τον ανάγκαζε να κάνει μια πρώιμη επιλογή: ήταν «θεωρητικός» ή «θετικός»; Στην Α’ Ομάδα ανήκαν οι Νομικές, οι Θεολογικές και οι Φιλοσοφικές σχολές, και οι εξετάσεις που έδιναν ήταν στην Έκθεση, στα Αρχαία Ελληνικά, στα Λατινικά και στην Ιστορία. Στη Β’ Ομάδα βρίσκονταν οι Γεωπονικές, οι Φυσικομαθηματικές και οι Φαρμακευτικές σχολές, όπου τα μαθήματα που έδιναν ήταν Έκθεση, Μαθηματικά, Φυσική και Χημεία, ενώ οι Ιατρικές σχολές απαιτούσαν επιπλέον Βιολογία και Ανθρωπολογία. Στη Γ’ Ομάδα εντάσσονταν οι Πολυτεχνικές σχολές και τα μαθήματα που έδιναν ήταν η Έκθεση, η Άλγεβρα, η Γεωμετρία, η Τριγωνομετρία, η Φυσική και η Χημεία. Τέλος, η Δ’ Ομάδα, στην οποία εντάσσονταν οι Οικονομικές και Πολιτικές σχολές, δεν είχε ακόμη ενιαίο εξεταστικό πλαίσιο, όπως οι άλλες, με αποτέλεσμα να δίνουν οι μαθητές διαφορετικά μαθήματα ανά ίδρυμα. Όσον αφορά την εισαγωγή τους, μετρούσε αποκλειστικά ο μέσος όρος των γραπτών τους -με διαφορετικούς συντελεστές βαρύτητας ανά μάθημα- και επιτυχών θεωρούνταν όποιος συγκέντρωνε συνολικό βαθμό 190. Ένας αριθμός που για πολλούς έγινε σημείο αναφοράς, όνειρο ή εφιάλτης.

Από το Ακαδημαϊκό Απολυτήριο στους 12 κύκλους σχολών (1965-1979)
1965-1966: Το Ακαδημαϊκό Απολυτήριο
Τα χρόνια που ακολούθησαν αμέσως μετά το 1964 έμοιαζαν περισσότερο με εκπαιδευτικό πειραματισμό. Το Ακαδημαϊκό Απολυτήριο ήταν ίσως η πρώτη σοβαρή απόπειρα να αποκτήσει το ίδιο το λύκειο έναν θεσμικό ρόλο ως προς την εισαγωγή στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Οι μαθητές χωρίζονταν σε δύο τύπους: ο Α’ οδηγούσε σε Θεολογικές, Νομικές και Φιλοσοφικές σχολές, ο Β’ σε Ιατρική, Οδοντιατρική, Κτηνιατρική, Πολυτεχνείο, Φυσικομαθηματικές σχολές, Γεωπονία και Δασολογία. Τα βασικά εξεταζόμενα μαθήματα ήταν κοινά: Αρχαία Ελληνικά, Νέα Ελληνικά, Μαθηματικά, Φυσική, Ιστορία. Η διαφοροποίηση ουσιαστικά γινόταν μέσω των συντελεστών βαρύτητας και των πρόσθετων μαθημάτων που μπορεί να υπήρχαν (Λατινικά, ξένη γλώσσα ή σχέδιο ανάλογα με τη σχολή). Σημαντικό ήταν πως στον τελικό βαθμό μετρούσαν και την επίδοση των μαθητών στη Β’ και Γ’ Λυκείου. Ήταν, δηλαδή, ένα σύστημα που εμπιστευόταν περισσότερο το σχολείο, ως προς την ολοκληρωμένη παροχή των κατάλληλων γνώσεων που χρειάζονταν για να εισαχθούν οι μαθητές στο πανεπιστήμιο- κάτι βέβαια που δεν ίσχυσε για πολύ.
1967-1979: Οι κύκλοι σχολών
Το 1967 η χούντα κατήργησε το Ακαδημαϊκό Απολυτήριο και επέστρεψε σε εισαγωγικές εξετάσεις -αυτή τη φορά με δώδεκα κύκλους σχολών, όπου είχε διαφορετικό εξεταστικό πακέτο μαθημάτων ο καθένας: από τον Α’ Φιλολογικό και τον Γ’ Πολυτεχνικό, μέχρι τον ΣΤ’ Ιατρικό και τον ΙΒ’ Τεχνικό. Ήταν ένα σύστημα λεπτομερέστερο σε σχέση με τα προηγούμενα, που αντανακλούσε την ταχύτατη ανάπτυξη του πανεπιστημιακού χάρτη, καθώς νέα ιδρύματα είχαν δημιουργηθεί στην Πάτρα, στα Ιωάννινα, στην Κρήτη και στη Θράκη. Παράλληλα, ο βαθμός του απολυτηρίου εξακολουθούσε να συνυπολογίζεται.
Αργότερα, η μεταρρύθμιση του 1976, μετά τη Μεταπολίτευση, έφερε την εννιάχρονη υποχρεωτική εκπαίδευση στο προσκήνιο και, για πρώτη φορά, το επίσημο δικαίωμα πρόσβασης στα ΑΕΙ και για τους αποφοίτους των τεχνικών λυκείων. Εδώ εμφανίζεται καθαρά η διαχρονική ταλάντευση του ελληνικού συστήματος: άλλοτε επιχειρεί να αποσυνδέσει το λύκειο από την εισαγωγή στα ΑΕΙ, άλλοτε να τα συνδέσει τόσο στενά, ώστε οι σχολικές τάξεις να λειτουργούν σχεδόν ως προθάλαμος των εξετάσεων.
1980-1982: Οι δύο Τύποι Α’ και Β’
Το σύστημα του 1980 απλοποίησε τις πολλές υποδιαιρέσεις που είχαν δημιουργηθεί το προηγούμενο διάστημα και επέστρεψε ξανά στις δύο μεγάλες κατηγορίες. Έχουμε, λοιπόν, ξανά τον Α’ Τύπο ο οποίος αντιστοιχούσε για τη Θεωρητική Κατεύθυνση και τον Β’ Τύπο για τη Θετική Κατεύθυνση, ενώ οι Οικονομικές σχολές ήταν προσβάσιμες και από τους δύο . Τα εξεταζόμενα μαθήματα ήταν τέσσερα: για τον Α’ Τύπο Έκθεση, Αρχαία Ελληνικά, Ιστορία και Λατινικά· για τον Β’ Τύπο Έκθεση, Μαθηματικά, Φυσική και Χημεία. Υπήρχε όμως και μια ουσιαστική ιδιαιτερότητα: οι πανελλήνιες διεξάγονταν στη Β’ και Γ’ Λυκείου για όλους ανεξαιρέτως τους μαθητές -ακόμη και για όσους δεν σκόπευαν να εισαχθούν σε ανώτατη σχολή- και λειτουργούσαν ταυτόχρονα ως προαγωγικές, απολυτήριες και εισαγωγικές εξετάσεις. Αυτό επιβάρυνε το σχολείο πολύ πιο έντονα απ’ ό,τι τα μετέπειτα συστήματα που θα ακολουθούσαν.

Η ιστορία των Πανελληνίων εξετάσεων και η αξέχαστη εποχή των τεσσάρων Δεσμών
Οι Δέσμες, που εφαρμόστηκαν από το 1983 έως το 1999 και οι οποίες έχουν σημαδέψει όσους γεννήθηκαν μεταξύ της δεκαετίας του ‘60 έως περίπου και τα μέσα της δεκαετίας του ‘80, ήταν το μακροβιότερο σύστημα στην ιστορία των Πανελληνίων εξετάσεων, και για μια ολόκληρη γενιά έγιναν ταυτόσημες και με τις ίδιες τις εξετάσεις. Η λογική πίσω από αυτές ήταν αυστηρή αλλά ταυτόχρονα και ξεκάθαρη: τέσσερις δέσμες μαθημάτων, τέσσερα μπλοκ σχολών. Η 1η (Έκθεση, Μαθηματικά, Φυσική, Χημεία) για Πολυτεχνεία, Φυσικομαθηματικά και Γεωπονία. Η 2η (Έκθεση, Φυσική, Χημεία, Βιολογία) για Ιατρικές, Οδοντιατρικές και Φαρμακευτικές σχολές. Η 3η (Έκθεση, Αρχαία, Ιστορία, Λατινικά) για Θεολογικές, Φιλοσοφικές και Νομικές σχολές. Η 4η (Έκθεση, Μαθηματικά, Ιστορία, Πολιτική Οικονομία) για Οικονομικές και Κοινωνικές επιστήμες. Υπήρχε και μια κοινή ομάδα σχολών -Παιδαγωγικά, ΤΕΦΑΑ, Μουσικές Σπουδές- που ήταν προσβάσιμη από όλους τους υποψηφίους διαφορετικών δεσμών.
Το 1988, όμως, ήταν η χρονιά που ήρθε η πιο ριζική αλλαγή: οι εξετάσεις έγιναν αποκλειστικά εισαγωγικές. Δηλαδή, ο μαθητής κρινόταν πλέον σχεδόν εξ ολοκλήρου από εκείνες τις λίγες μέρες του Ιουνίου, καθώς η σχολική πορεία των τριών χρόνων του Λυκείου εξαφανίστηκε ουσιαστικά από την εξίσωση. Ήταν η εποχή που το φροντιστήριο άρχισε να γίνεται για πολλούς πιο σημαντικό από το σχολείο. Η 80βάθμια κλίμακα, η κατοχύρωση βαθμολογίας και η υποβολή μηχανογραφικού πριν από τις εξετάσεις έκαναν το σύστημα εξαιρετικά αναγνωρίσιμο και τη στρατηγική του υποψηφίου, υπόθεση ολόκληρης της οικογένειας.
2000 και μετά: Ο 21ος αιώνας φέρνει Κατευθύνσεις, Επιστημονικά Πεδία και Ομάδες Προσανατολισμού
2000-2015: Κατευθύνσεις και Επιστημονικά Πεδία
Το Ενιαίο Λύκειο, που εφαρμόστηκε από το 2000, επιχείρησε να επανασυνδέσει το σχολείο και τις εξετάσεις. Ο μαθητής δεν επέλεγε πλέον δέσμη, αλλά κατεύθυνση: Θεωρητική, Θετική ή Τεχνολογική. Οι σχολές κατατάχθηκαν σε πέντε επιστημονικά πεδία και ο υποψήφιος μπορούσε να επιλέξει έως δύο. Ο αριθμός των πανελλαδικών μαθημάτων μειώθηκε σταδιακά από 14 το 2000 σε 6 το 2006, ενώ το 2005 καταργήθηκαν εντελώς οι εξετάσεις της Β’ Λυκείου. Από το 2011, αποδεσμεύτηκε το απολυτήριο ΓΕΛ από τις πανελλαδικές, αποκόβοντας έτσι τις εισαγωγικές εξετάσεις από τη σχολική διαδρομή.
2016 έως σήμερα: Ομάδες Προσανατολισμού
Η ιστορία των Πανελληνίων Εξετάσεων γράφει ένα νέο κεφάλαιο από το 2016 και μετά. Οι μαθητές χωρίζονται πλέον σε τρεις Ομάδες Προσανατολισμού: Ανθρωπιστικές Σπουδές, Θετικές Σπουδές και Σπουδές Οικονομίας και Πληροφορικής. Εξετάζονται πλέον σε τέσσερα βασικά μαθήματα, με δυνατότητα επιλογής πέμπτου για άνοιγμα δεύτερου επιστημονικού πεδίου. Τα πέντε πεδία -Ανθρωπιστικές/Νομικές/Κοινωνικές Επιστήμες, Θετικές και Τεχνολογικές Επιστήμες, Επιστήμες Υγείας και Ζωής, Επιστήμες της Εκπαίδευσης, Επιστήμες Οικονομίας και Πληροφορικής- αντικατέστησαν την παλιά αυστηρή αντιστοίχιση της μιας δέσμης με ένα μπλοκ σχολών.
Ακόμη και σήμερα το τοπίο, βέβαια, δεν είναι σταθερό: τμήματα μετακινούνται από πεδίο σε πεδίο, όπως έδειξαν και οι αλλαγές για τις πανελλαδικές του 2026. Από όλα τα παραπάνω συμπεραίνουμε λοιπόν ότι οι Πανελλαδικές δεν ήταν ποτέ ένα «παγωμένο» και σταθερό σύστημα: αναπροσαρμόζονται διαρκώς ανάλογα με τον χάρτη της ανώτατης εκπαίδευσης και τις εκάστοτε πολιτικές προτεραιότητες.

Το κοινωνικό αποτύπωμα: Πώς η ιστορία των Πανελληνίων εξετάσεων συνδέθηκε με την ελληνική οικογένεια
Στα σπίτια της ελληνικής οικογένειας, ιδιαίτερα των παλαιότερων δεκαετιών, τα καλοκαίρια των Πανελλαδικών εξετάσεων είχαν μια δική τους ατμόσφαιρα. Τα ραδιόφωνα ή οι τηλεοράσεις άνοιγαν από νωρίς το πρωί, με τους γονείς να αγωνιούν σιωπηλά και να προσπαθούν να ενθαρρύνουν και να στηρίξουν το παιδί σε αυτή τη δύσκολη περίοδο που διένυε, η οποία καθόριζε και στο μυαλό των περισσότερων την επαγγελματική του πορεία και επιτυχία. Ήταν, και εξακολουθεί να είναι, μια εμπειρία που δεν ανήκει μόνο στον υποψήφιο, αλλά σε ολόκληρη την οικογένεια.
Για το παιδί, οι Πανελλαδικές βιώνονται συχνά ως η πρώτη μεγάλη δημόσια δοκιμασία της ζωής. Επειδή συνδέονται με τις σπουδές, το επάγγελμα, την κοινωνική αναγνώριση και καταξίωση, αποκτούν διαστάσεις πολύ μεγαλύτερες από την πραγματική τους παιδαγωγική λειτουργία. Η αποτυχία βιώνεται ως προσωπικό τραύμα και προσωπική αποτυχία, ενώ η επιτυχία μετατρέπεται σε απόδειξη αξίας και αντοχής. Η οικονομική διάσταση δεν είναι φυσικά αμελητέα: φροντιστήρια, ιδιαίτερα, βιβλία. Η προετοιμασία του υποψηφίου είναι για πολλές οικογένειες μια πολυετής επένδυση που αφορά και επηρεάζει όλα τα μέλη. Γι’ αυτό οι Πανελλαδικές δεν είναι ποτέ μόνο υπόθεση του μαθητή αλλά ένα κοινωνικό φαινόμενο.
Η ιστορία των εξετάσεων ως ένας παγκόσμιος θεσμός
Η ιστορία των Πανελληνίων Εξετάσεων δεν είναι μόνο ελληνική αποκλειστικότητα. Ένα από τα πιο εμβληματικά παράλληλα παραδείγματα είναι το κινεζικό αυτοκρατορικό σύστημα εξετάσεων, με ρίζες στη δυναστεία Han (206 π.Χ.-220 μ.Χ.), που από τη δυναστεία Song (960-1279 μ.Χ.) και μετά κυριάρχησε στην πολιτική και μορφωτική οργάνωση της Κίνας για αιώνες, μέχρι την κατάργησή του το 1905. Οι υποψήφιοι περνούσαν διαδοχικά επίπεδα εξετάσεων και κρίνονταν από την επάρκειά τους στα κομφουκιανά κείμενα. Προβαλλόταν ως πρότυπο αξιοκρατίας, αλλά στην πράξη ευνοούσε εκείνους που είχαν ήδη τους πόρους για να προετοιμαστούν. Μια αντίφαση που δεν ακούγεται καθόλου άγνωστη.
Οι Πανελλαδικές διατήρησαν τη νομιμοποίησή τους επειδή υποσχέθηκαν αδιάβλητη, κοινή αξιολόγηση για όλους. Σε μια χώρα όπου οι διαθέσιμες θέσεις υπολείπονταν πάντα των υποψηφίων, αυτός ο μηχανισμός θεωρήθηκε για δεκαετίες η πιο αναγνωρίσιμη μορφή αξιοκρατίας. Ταυτόχρονα, όμως, έγινε κεντρικός άξονας της φροντιστηριακής κουλτούρας, απορρόφησε μεγάλο μέρος του παιδαγωγικού χρόνου του λυκείου και μετέτρεψε τη σχολική πορεία σε μια μακρά περίοδο προετοιμασίας για μια τελική κρίση.

Τι μας διδάσκει η ιστορία των Πανελληνίων εξετάσεων για το μέλλον
Από το 1837 και την εποχή της ανοιχτής πρόσβασης μέχρι τα σύγχρονα επιστημονικά πεδία, η ιστορία των Πανελληνίων Εξετάσεων είναι η ιστορία μιας κοινωνίας που προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα σε αντικρουόμενες αξίες: αξιοκρατία και ισότητα, εξειδίκευση και ευελιξία, αντικειμενικό κριτήριο και ανθρώπινη πολυπλοκότητα. Κάθε μεταρρύθμιση ήταν στην ουσία μια διαφορετική απάντηση στο ίδιο ερώτημα: πώς κρίνουμε δίκαια ποιος αξίζει μια θέση στο πανεπιστήμιο και ποιος όχι;
Η ιστορία των Πανελληνίων Εξετάσεων είναι ταυτόχρονα ιστορία ενός εργαλείου πρόσβασης, ενός μηχανισμού ταξινόμησης, μιας οικογενειακής δοκιμασίας και ενός πολιτισμικού συμβόλου. Γι’ αυτό η συζήτηση γύρω τους δεν εξαντλείται ποτέ στα μαθήματα ή στα μόρια. Αφορά, στην πραγματικότητα, το πώς μια κοινωνία φαντάζεται το μέλλον των νέων της και πόσο «βάρος» είναι διατεθειμένη να τοποθετήσει πάνω σε λίγες σελίδες χαρτί.

