Παιδί κάθεται ήσυχα στο τραπέζι, έχοντας μάθει να μη δυσκολεύει τους άλλους
Επιστήμη

Ο άνθρωπος που ζητά συγγνώμη πριν καν μιλήσει: Όταν η ενοχή γίνεται τρόπος ύπαρξης

Ο άνθρωπος που ζητά συγγνώμη πριν καν μιλήσει: Όταν η ενοχή γίνεται τρόπος ύπαρξης

Δημοσιεύτηκε Χρόνος ανάγνωσης 11 λεπτά

Υπάρχουν άνθρωποι που ζητούν συγγνώμη πριν ακόμη εκφράσουν αυτό που θέλουν.

Λένε «συγγνώμη που ενοχλώ» πριν κάνουν μια απλή ερώτηση. Ζητούν συγγνώμη όταν κουράζονται, όταν διαφωνούν, όταν χρειάζονται χρόνο, όταν λένε «όχι» ή όταν η συμπεριφορά κάποιου άλλου τούς πληγώνει.

Απολογούνται ακόμη και για τον χώρο που καταλαμβάνουν μέσα σε ένα δωμάτιο, σε μια σχέση ή στη ζωή ενός άλλου ανθρώπου.

Στην αρχή, αυτή η συμπεριφορά μοιάζει με ευγένεια. Ο άνθρωπος φαίνεται διακριτικός, καλότροπος και ευαίσθητος. Ωστόσο, όταν η συγγνώμη εμφανίζεται χωρίς πραγματικό παράπτωμα, μπορεί να αποκαλύπτει κάτι βαθύτερο: έναν άνθρωπο που έμαθε ότι η παρουσία, η ανάγκη και η διαφορετική του άποψη αποτελούν ενόχληση.

Δεν λέει απλώς «έκανα κάτι λάθος».

Μέσα του μπορεί να ακούει μια πολύ πιο σκληρή φράση:

«Κάτι είναι λάθος με εμένα».

Εκεί η συγγνώμη παύει να αποτελεί πράξη ευθύνης. Μετατρέπεται σε τρόπο ύπαρξης.

Η συγγνώμη δεν είναι πάντοτε ένδειξη ωριμότητας

Η ουσιαστική συγγνώμη έχει μεγάλη ψυχολογική και κοινωνική αξία. Δείχνει ότι ο άνθρωπος αναγνωρίζει την επίδραση των πράξεών του, αναλαμβάνει ευθύνη και προσπαθεί να αποκαταστήσει μια σχέση.

Για να έχει, όμως, νόημα, πρέπει να υπάρχει πραγματική ευθύνη.

Όταν κάποιος ζητά συνεχώς συγγνώμη χωρίς να έχει προσβάλει, αδικήσει ή βλάψει κανέναν, η συγγνώμη μπορεί να λειτουργεί διαφορετικά. Μπορεί να αποτελεί μια προσπάθεια να προλάβει τον θυμό, την κριτική ή την απόρριψη του άλλου.

Ο άνθρωπος δεν απολογείται επειδή γνωρίζει ότι έκανε κάτι κακό. Απολογείται για να βεβαιωθεί ότι κανείς δεν θα θυμώσει μαζί του.

Έτσι, η φράση «συγγνώμη» αποκτά έναν κρυφό στόχο:

  • να μειώσει την ένταση,
  • να κατευνάσει τον άλλον,
  • να αποφύγει μια σύγκρουση,
  • να διατηρήσει την αποδοχή,
  • να αποδείξει ότι δεν αποτελεί απειλή ή βάρος.

Η συμπεριφορά αυτή δεν αποδεικνύει απαραίτητα χαμηλή αυτοεκτίμηση ή κάποια ψυχική διαταραχή. Ωστόσο, όταν επαναλαμβάνεται σε πολλές σχέσεις και καταστάσεις, αξίζει να εξετάσουμε τι προσπαθεί να προστατεύσει.

Η διαφορά ανάμεσα στην ενοχή και την ντροπή

Η ενοχή και η ντροπή συχνά συγχέονται, αλλά δεν λειτουργούν με τον ίδιο τρόπο.

Η ενοχή αφορά κυρίως μια συγκεκριμένη πράξη:

«Έκανα κάτι που πλήγωσε έναν άνθρωπο».

Μπορεί να μας οδηγήσει σε διόρθωση, επανόρθωση και αλλαγή συμπεριφοράς. Γι’ αυτό, σε κατάλληλο βαθμό, η ενοχή μπορεί να υπηρετήσει τη συνείδηση και την ενσυναίσθηση.

Αντίθετα, η ντροπή στρέφεται συχνά προς ολόκληρο τον εαυτό:

«Δεν έκανα απλώς κάτι λάθος. Είμαι λάθος».

Όταν κυριαρχεί η ντροπή, ο άνθρωπος δεν αναζητά μόνο τρόπο να διορθώσει μια πράξη. Προσπαθεί να μικρύνει, να κρυφτεί ή να εξαφανιστεί από το βλέμμα των άλλων.

Επομένως, η χρόνια απολογητική στάση μπορεί να μην προέρχεται από υπερβολική ηθική ευαισθησία. Μπορεί να προέρχεται από έναν βαθύ φόβο ότι ο ίδιος ο άνθρωπος είναι ανεπαρκής, απαιτητικός ή δύσκολος.

Το παιδί που έμαθε να μη δυσκολεύει κανέναν

Κανένα παιδί δεν γεννιέται πιστεύοντας ότι πρέπει να απολογείται για το συναίσθημά του.

Μαθαίνει, όμως, πολύ νωρίς πώς αντιδρά το περιβάλλον όταν κλαίει, θυμώνει, φοβάται, διαφωνεί ή ζητά φροντίδα.

Σε ορισμένες οικογένειες, το παιδί ακούει φράσεις όπως:

  • «Μη μας δημιουργείς προβλήματα».
  • «Υπερβάλλεις πάλι».
  • «Με στενοχωρείς όταν φέρεσαι έτσι».
  • «Κοίτα πόσα κάνουμε για εσένα».
  • «Το καλό παιδί δεν μιλά έτσι».
  • «Δεν έχουμε χρόνο τώρα για τα δικά σου».

Ακόμη και όταν οι γονείς δεν έχουν πρόθεση να πληγώσουν, το παιδί μπορεί να σχηματίσει ένα κρίσιμο συμπέρασμα:

«Για να παραμείνω αγαπητό, πρέπει να είμαι εύκολο».

Έτσι, αρχίζει να παρακολουθεί συνεχώς τη διάθεση των ενηλίκων. Προσπαθεί να καταλάβει πότε μπορεί να μιλήσει, πόσο μπορεί να ζητήσει και ποιο συναίσθημα επιτρέπεται να δείξει.

Σταδιακά, δεν προσαρμόζει μόνο τη συμπεριφορά του. Περιορίζει και την ίδια του την ύπαρξη.

Όταν η προσαρμογή μετατρέπεται σε αυτοσιώπηση

Η αυτοσιώπηση εμφανίζεται όταν ένας άνθρωπος καταπιέζει ανάγκες, απόψεις και συναισθήματα για να προστατεύσει μια σχέση ή να αποφύγει τη σύγκρουση.

Δεν σημαίνει απλώς ότι επιλέγει με ωριμότητα πότε θα μιλήσει. Σημαίνει ότι φοβάται πως, αν εκφραστεί αυθεντικά, θα χάσει την αγάπη, την ασφάλεια ή την αποδοχή του άλλου.

Μπορεί να σκέφτεται:

  • «Δεν αξίζει να το αναφέρω».
  • «Ίσως φταίω εγώ».
  • «Δεν θέλω να δημιουργήσω θέμα».
  • «Ας κάνω λίγη ακόμη υπομονή».
  • «Μπορεί να θυμώσει και να φύγει».

Στην πραγματικότητα, όμως, η σχέση δεν διατηρείται επειδή υπάρχει ισορροπία. Διατηρείται επειδή ο ένας άνθρωπος εξαφανίζει συστηματικά τον εαυτό του.

Η ηρεμία που προκύπτει δεν αποτελεί πραγματική ειρήνη. Αποτελεί απουσία αντίστασης.

Γιατί ζητά συγγνώμη ακόμη και όταν τον πληγώνουν

Μία από τις πιο επώδυνες εκφράσεις αυτής της στάσης εμφανίζεται όταν ο άνθρωπος απολογείται ενώ έχει δεχθεί άδικη συμπεριφορά.

Κάποιος του μιλά υποτιμητικά και εκείνος απαντά:

«Συγγνώμη, ίσως σε πίεσα».

Ο σύντροφός του αγνοεί συστηματικά τις ανάγκες του και εκείνος λέει:

«Συγγνώμη που το κάνω τόσο μεγάλο θέμα».

Ένας συνεργάτης παραβιάζει τα όριά του και εκείνος σκέφτεται:

«Ίσως δεν το εξήγησα σωστά».

Αυτό δεν συμβαίνει επειδή αδυνατεί να αντιληφθεί την αδικία. Συχνά την αντιλαμβάνεται, αλλά φοβάται περισσότερο τη ρήξη από όσο φοβάται την κακομεταχείριση.

Η ανάληψη της ευθύνης τού προσφέρει μια ψευδαίσθηση ελέγχου. Αν πιστέψει ότι φταίει ο ίδιος, μπορεί να ελπίζει ότι, αλλάζοντας τη συμπεριφορά του, θα αποτρέψει την επόμενη απόρριψη.

Αν παραδεχθεί ότι ο άλλος τον πληγώνει ανεξάρτητα από το πόσο προσεκτικά συμπεριφέρεται, θα χρειαστεί να αντιμετωπίσει μια πολύ δυσκολότερη αλήθεια.

Η υπερβολική συγγνώμη μέσα στις σχέσεις

Στις ερωτικές σχέσεις, ο άνθρωπος που απολογείται διαρκώς μπορεί να μοιάζει εξαιρετικά συνεργάσιμος. Συνήθως αποφεύγει τις συγκρούσεις, υποχωρεί εύκολα και προσπαθεί να κατανοήσει κάθε πλευρά.

Ωστόσο, μια σχέση δεν μπορεί να παραμείνει πραγματικά ισότιμη όταν ο ένας έχει πάντα το δικαίωμα να θυμώνει και ο άλλος μόνο την υποχρέωση να απολογείται.

Με τον χρόνο, δημιουργείται μια επικίνδυνη ανισορροπία:

  • ο ένας εκφράζει απαιτήσεις,
  • ο άλλος αμφισβητεί τις ανάγκες του,
  • ο ένας θέτει τους όρους,
  • ο άλλος φοβάται να δυσαρεστήσει,
  • ο ένας θεωρεί τον θυμό του αυτονόητο,
  • ο άλλος θεωρεί ακόμη και τη στενοχώρια του υπερβολική.

Έτσι, ο απολογητικός άνθρωπος μπορεί να γίνει εύκολος στόχος για χειριστικές συμπεριφορές. Όχι επειδή ευθύνεται για την κακομεταχείριση, αλλά επειδή δυσκολεύεται να εμπιστευθεί την αντίληψη και το συναίσθημά του.

Η συγγνώμη ως προληπτική άμυνα

Για ορισμένους ανθρώπους, η συγγνώμη λειτουργεί σαν συναισθηματική ασφάλεια.

Την προσφέρουν πριν ο άλλος προλάβει να ενοχληθεί. Με αυτόν τον τρόπο προσπαθούν να μειώσουν την πιθανότητα κριτικής.

Λένε:

  • «Συγγνώμη αν ακούγεται χαζό» πριν εκφράσουν μια ιδέα.
  • «Συγγνώμη που παίρνω τον χρόνο σου» πριν ζητήσουν βοήθεια.
  • «Συγγνώμη που είμαι έτσι» όταν αισθάνονται λύπη.
  • «Συγγνώμη που μιλάω πολύ» όταν μοιράζονται κάτι προσωπικό.
  • «Συγγνώμη που σε χρειάζομαι» όταν ζητούν εγγύτητα.

Η προληπτική συγγνώμη επιδιώκει να πει στον άλλον:

«Ξέρω ότι μπορεί να είμαι βάρος. Σε παρακαλώ, μην απομακρυνθείς».

Το τίμημα, όμως, είναι βαρύ. Ο άνθρωπος εκπαιδεύει τον εαυτό του να θεωρεί κάθε ανάγκη ύποπτη και κάθε όριο πιθανή προσβολή.

Όταν το «συγγνώμη» αντικαθιστά το «ευχαριστώ»

Μια μικρή αλλαγή στη γλώσσα αποκαλύπτει συχνά έναν διαφορετικό τρόπο θέασης του εαυτού.

Ο άνθρωπος λέει:

«Συγγνώμη που άργησα».

Σε αρκετές περιπτώσεις θα μπορούσε να πει:

«Ευχαριστώ που περίμενες».

Λέει:

«Συγγνώμη που σου μίλησα για το πρόβλημά μου».

Θα μπορούσε να πει:

«Ευχαριστώ που με άκουσες».

Λέει:

«Συγγνώμη που σε χρειάστηκα».

Θα μπορούσε να πει:

«Εκτιμώ ότι ήσουν δίπλα μου».

Η αλλαγή δεν αποτελεί απλό γλωσσικό τέχνασμα. Μετακινεί τον άνθρωπο από την πεποίθηση «η παρουσία μου επιβαρύνει» προς την αναγνώριση «η σχέση μπορεί να περιλαμβάνει αμοιβαία προσφορά».

Βέβαια, όταν υπάρχει πραγματική ευθύνη, χρειάζεται καθαρή συγγνώμη. Δεν πρέπει να αντικαταστήσουμε την ανάληψη ευθύνης με ευχαριστίες.

Χρειάζεται να ξεχωρίζουμε πότε πράγματι βλάψαμε κάποιον και πότε απλώς υπάρχουμε με ανθρώπινες ανάγκες.

Η αόρατη συσσώρευση θυμού

Ο άνθρωπος που δεν επιτρέπει στον εαυτό του να δυσαρεστήσει κανέναν δεν παύει να θυμώνει.

Ο θυμός απλώς δεν βρίσκει άμεση έκφραση.

Μπορεί να μετατραπεί σε:

  • σιωπηλή απομάκρυνση,
  • συναισθηματικό μούδιασμα,
  • σωματική ένταση,
  • ευερεθιστότητα για μικρές αφορμές,
  • παθητική επιθετικότητα,
  • ξαφνική έκρηξη έπειτα από μακρά υπομονή,
  • θυμό στραμμένο εναντίον του ίδιου του εαυτού.

Συχνά, οι άλλοι εκπλήσσονται όταν ο «πάντα ήρεμος» άνθρωπος αντιδρά έντονα. Δεν γνωρίζουν ότι η συγκεκριμένη αντίδραση δεν αφορά μόνο το τελευταίο περιστατικό. Κουβαλά δεκάδες στιγμές κατά τις οποίες ο άνθρωπος σιώπησε, υποχώρησε και απολογήθηκε για κάτι που τον πλήγωσε.

Δεν είναι όλες οι συγκρούσεις απόρριψη

Ο άνθρωπος που φοβάται να ενοχλήσει μπορεί να βιώνει κάθε διαφωνία σαν απειλή για τη σχέση.

Αν ο άλλος εκνευριστεί, πιστεύει ότι η σύνδεση κινδυνεύει. Αν κάποιος διαφωνήσει, συμπεραίνει ότι απέτυχε. Αν θέσει ένα όριο, περιμένει εγκατάλειψη.

Ωστόσο, μια ώριμη σχέση δεν απαιτεί διαρκή συμφωνία.

Αντίθετα, επιτρέπει στους ανθρώπους:

  • να έχουν διαφορετικές ανάγκες,
  • να εκφράζουν δυσαρέσκεια,
  • να διαπραγματεύονται τα όρια,
  • να διορθώνουν μια παρεξήγηση,
  • να διαφωνούν χωρίς να ακυρώνουν ο ένας τον άλλον.

Η σύγκρουση δεν καταστρέφει αναγκαστικά τη σχέση. Πολλές φορές αποκαλύπτει αν η σχέση μπορεί να χωρέσει δύο πραγματικούς ανθρώπους αντί για έναν κυρίαρχο και έναν διαρκώς προσαρμοσμένο.

Πώς αρχίζει να αλλάζει η απολογητική στάση

Η αλλαγή δεν σημαίνει ότι ο άνθρωπος πρέπει να γίνει αδιάφορος, επιθετικός ή ανεύθυνος.

Σημαίνει ότι χρειάζεται να χρησιμοποιεί τη συγγνώμη εκεί όπου υπάρχει πραγματική ευθύνη και όχι κάθε φορά που φοβάται μήπως δυσαρεστήσει κάποιον.

Να σταματά πριν απολογηθεί

Πριν πει «συγγνώμη», μπορεί να ρωτήσει τον εαυτό του:

  • Έβλαψα πραγματικά κάποιον;
  • Παραβίασα μια συμφωνία;
  • Μίλησα με ασέβεια;
  • Ή απλώς εξέφρασα μια ανάγκη, μια άποψη ή ένα όριο;

Αυτή η μικρή παύση βοηθά να διαχωριστεί η ευθύνη από τον φόβο.

Να αναγνωρίζει τα δικαιώματά του

Άνθρωπος θέτει ένα ήρεμο και ξεκάθαρο προσωπικό όριο σε συζήτηση

Ο άνθρωπος έχει δικαίωμα:

  • να ζητά διευκρινίσεις,
  • να αλλάζει γνώμη,
  • να χρειάζεται χρόνο,
  • να μην είναι πάντοτε διαθέσιμος,
  • να διαφωνεί με σεβασμό,
  • να αρνείται χωρίς να επινοεί δικαιολογίες,
  • να απομακρύνεται από μια συμπεριφορά που τον βλάπτει.

Τα δικαιώματα αυτά δεν ακυρώνουν τις ευθύνες του προς τους άλλους. Ακυρώνουν μόνο την πεποίθηση ότι οι άλλοι έχουν πάντοτε περισσότερα δικαιώματα από εκείνον.

Να αντέχει τη δυσφορία του ορίου

Στην αρχή, το όριο μπορεί να προκαλεί ενοχή ακόμη και όταν είναι δίκαιο.

Η ενοχή δεν αποδεικνύει πάντοτε ότι ο άνθρωπος έκανε κάτι λάθος. Μερικές φορές αποδεικνύει ότι έκανε κάτι διαφορετικό από όσα είχε μάθει.

Χρειάζεται, επομένως, να αντέξει προσωρινά τη δυσφορία χωρίς να ακυρώσει αμέσως το όριό του.

Να παρατηρεί ποιος χρειάζεται τη διαρκή απολογία του

Οι ασφαλείς άνθρωποι δεν απαιτούν να αισθανόμαστε ένοχοι για να παραμείνουν κοντά μας.

Αντίθετα, οι χειριστικές σχέσεις συχνά βασίζονται στην ενοχή. Ο άλλος μπορεί να ενοχλείται κάθε φορά που εκφράζουμε ανάγκη, να παρουσιάζει το όριο ως απόρριψη ή να μετατρέπει κάθε διαφωνία σε απόδειξη ότι δεν τον αγαπάμε αρκετά.

Όταν ένας άνθρωπος αρχίζει να απολογείται λιγότερο, ορισμένες σχέσεις μπορεί να αντιδράσουν έντονα. Αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα ότι το νέο όριο είναι λανθασμένο. Μπορεί να σημαίνει ότι η προηγούμενη ανισορροπία εξυπηρετούσε κάποιον.

Πότε χρειάζεται βοήθεια από ψυχολόγο

Η επαγγελματική βοήθεια μπορεί να αποδειχθεί χρήσιμη όταν ο άνθρωπος:

  • δυσκολεύεται να αναγνωρίσει τις ανάγκες του,
  • φοβάται έντονα κάθε διαφωνία,
  • αισθάνεται υπεύθυνος για τα συναισθήματα όλων,
  • παραμένει σε σχέσεις που τον ταπεινώνουν ή τον χειρίζονται,
  • νιώθει επίμονη ντροπή ή αναξιότητα,
  • καταπιέζει διαρκώς θυμό και στενοχώρια,
  • δυσκολεύεται να πει «όχι» ακόμη και όταν εξαντλείται,
  • ζητά συγγνώμη για γεγονότα που δεν ελέγχει.

Η ψυχοθεραπευτική διαδικασία δεν έχει στόχο να κάνει τον άνθρωπο σκληρότερο. Στόχος είναι να τον βοηθήσει να ξεχωρίζει την ενσυναίσθηση από την αυτοακύρωση, την ευθύνη από την ενοχοποίηση και την αγάπη από τον φόβο εγκατάλειψης.

Η δική μου θέση

Ως ψυχολόγος, θεωρώ ότι ένας από τους πιο αθόρυβους τρόπους με τους οποίους χάνει κάποιος τον εαυτό του είναι να προσπαθεί συνεχώς να μην ενοχλεί κανέναν.

Στην προσπάθειά του να παραμείνει αποδεκτός, αφαιρεί σταδιακά από τη σχέση όλα όσα τον κάνουν πραγματικό: τη διαφωνία, τον θυμό, την ανάγκη, την επιθυμία και το όριο.

Στο τέλος, οι άλλοι μπορεί να αγαπούν μια εκδοχή του που δεν τους δυσκολεύει ποτέ. Εκείνος, όμως, γνωρίζει ότι αυτή η εκδοχή δεν τον αντιπροσωπεύει ολόκληρο.

Η ψυχική ωριμότητα δεν σημαίνει να ζητάμε συγγνώμη για κάθε αναστάτωση που προκαλεί η αλήθεια μας.

Σημαίνει να αναλαμβάνουμε καθαρά την ευθύνη όταν αδικούμε, αλλά και να αρνούμαστε την ευθύνη που οι άλλοι τοποθετούν πάνω μας για να αποφύγουν τη δική τους.

Δεν χρειάζεται να πληγώνουμε τους άλλους για να προστατέψουμε τον εαυτό μας.

Δεν χρειάζεται, όμως, ούτε να πληγώνουμε τον εαυτό μας για να παραμένουν όλοι οι άλλοι ικανοποιημένοι.

Συμπέρασμα

Άνθρωπος εκφράζεται με ήρεμη αυτοπεποίθηση μπροστά σε μια ομάδα

Η λέξη «συγγνώμη» μπορεί να επουλώσει μια πληγή όταν συνοδεύεται από επίγνωση και ευθύνη.

Όταν, όμως, επαναλαμβάνεται χωρίς πραγματικό παράπτωμα, μπορεί να αποκαλύπτει έναν άνθρωπο που έμαθε να θεωρεί βάρος την παρουσία του.

Η αλλαγή αρχίζει όταν σταματά να αναρωτιέται μόνο «πώς θα αποφύγω να δυσαρεστήσω τους άλλους;» και τολμά να ρωτήσει:

«Τι συμβαίνει σε εμένα όταν εξαφανίζομαι για να τους κρατήσω κοντά μου;»

Δεν χρειάζεται να ζητά συγγνώμη επειδή αισθάνεται.

Δεν χρειάζεται να απολογείται επειδή χρειάζεται.

Δεν χρειάζεται να μικραίνει για να χωρέσει σε μια σχέση.

Η ύπαρξή του δεν αποτελεί παράπτωμα.

Βιβλιογραφία – Παραπομπές

Azevedo, F., et al. (2022). Shame and psychopathology: Its role in the genesis and maintenance of psychopathology. European Psychiatry. https://pmc.ncbi.nlm.nih.gov/articles/PMC9568121/

Budiarto, Y., & Helmi, A. F. (2021). Shame and self-esteem: A meta-analysis. Europe’s Journal of Psychology. https://pmc.ncbi.nlm.nih.gov/articles/PMC8768475/

Emran, A., et al. (2020). “Silencing the self” and women’s mental health problems: A comprehensive review. PubMed. https://pubmed.ncbi.nlm.nih.gov/32540753/

Geller, J., Cockell, S. J., Hewitt, P. L., Goldner, E. M., & Flett, G. L. (2000). Inhibited expression of negative emotions and interpersonal orientation in anorexia nervosa. International Journal of Eating Disorders. https://pubmed.ncbi.nlm.nih.gov/10800009/

Tilghman-Osborne, C., Cole, D. A., & Felton, J. W. (2010). Definition and measurement of guilt: Implications for clinical research and practice. Clinical Psychology Review. https://pmc.ncbi.nlm.nih.gov/articles/PMC4119878/

Για περισσότερα θέματα γύρω από την ψυχική υγεία και την ανθρώπινη συμπεριφορά, μπορείτε να διαβάσετε τα άρθρα ψυχολογίας του MAXMAG.