Στη συγκεκριμένη περίπτωση, ο συγγραφέας επιδίδεται σε μια ολοένα βαθύτερη βύθιση στον ψυχισμό του Άσενμπαχ, που χαρακτηρίζεται από έναν θεμελιώδη διχασμό ανάμεσα στη σοβαρότητα της κοινωνικής του θέσης ως ατόμου και διανοουμένου, και στο ενστικτώδες πάθος της καλλιτεχνικής του φύσης. Μέσα του, όσο περνά ο καιρός και ο έρωτάς του για τον Τάτζιο φουντώνει, η κυριαρχούσα λογική του αδυνατεί ν’ αντιμετωπίσει την ανταρσία των ενστίκτων του, του πόθου και του πάθους που θέλουν να επιβληθούν και να τον καθορίσουν. Σιωπηλά, ο Mann παραπέμπει στον Νίτσε, που το δικής του έμπνευσης δίπολο απολλώνιο-διονυσιακό (ορθολογικό-ανορθολογικό) διέπει τόσο αυτό όσο και, λίγο-πολύ, κάθε έργο του Γερμανού νομπελίστα.
Μέσα σ’ αυτή τη σύγκρουση, που ξεπερνά το στενά δυτικό πνεύμα που την εξέφρασε αρχικά, ο θάνατος έρχεται σαν επιστέγασμα, επιβεβαίωση ή διάψευση, χαμός ή λύτρωση (μάλλον εδώ η οπτική παίζει τον ρόλο της). Στη νουβέλα αυτή, ο θάνατος στη Βενετία είναι, μάλλον, αυτό που δίνει νόημα στον έρωτα που γεννιέται στη ίδια πόλη των δόγηδων, αλλά κι αντίστροφα. Ο Thomas Mann αναγνωρίζει και εκφράζει εδώ, όπως και στα περισσότερα έργα του, την “ηδονή της εκμηδένισης”, την απίστευτη ροπή προς την (αυτο-)καταστροφή που εν πολλοίς μας χαρακτηρίζει, χωρίς να το καταλαβαίνουμε, και που μας προκαλεί μια παράδοξη ευχαρίστηση. Σ’ αυτό το πλαίσιο, ο έρωτας και ο θάνατος μοιάζουν νοηματικά αλληλένδετοι, κάτι που μπορεί συνειρμικά να οδηγήσει έναν υποψιασμένο αναγνώστη στον Φρόιντ.
Τελικά, ο Θάνατος στη Βενετία είναι ένα απολαυστικό ανάγνωσμα, ερεβώδες, ατμοσφαιρικό και με βάθος αντιστρόφως ανάλογο της μικρής του έκτασης, που συστήνεται ανεπιφύλακτα. Και, αφότου το διαβάσετε, μην παραλείψετε να δείτε την κινηματογραφική μεταφορά του από τον Luchino Visconti (1971), που αποτυπώνει το πνεύμα του έργου και του συγγραφέα του με τρόπο αριστουργηματικό.


