Θέλετε να διαβάσετε ένα μυθιστόρημα που θα σας ταξιδέψει στην καρδιά της Ιρλανδίας; Πώς θα σας φαινόταν αν σας έλεγα πως μια τέρλοκ, μια εποχική λίμνη –φαινόμενο που απαντάται μόνο στην ιρλανδική ύπαιθρο– είναι «υπεύθυνη» για την έκρηξη βίας που συντελείται στο πρώτο μυθιστόρημα του Ιρλανδού Colin Barrett; O συγγραφέας έκανε το λογοτεχνικό του ντεμπούτο με τη συλλογή διηγημάτων «Νεαρά τομάρια» (Young Skins), το οποίο απέσπασε πληθώρα βραβείων και διακρίσεων και μεταφράστηκε στα ελληνικά από την Κρυστάλλη Γλυνιαδάκη για χάρη των εκδόσεων Στερέωμα. Από τις ίδιες εκδόσεις, σε μετάφραση της ίδιας, κυκλοφόρησε πρόσφατα το πρώτο του μυθιστόρημα με τίτλο «Αγριόσπιτα», ένα ακόμα βιβλίο που έχει στο επίκεντρο του την Ιρλανδία και πρωταγωνιστές ανθρώπους του περιθωρίου, για τους οποίους, όπως φαίνεται, αρέσκεται να γράφει ο εν λόγω συγγραφέας.
Με τον όρο «Αγριόσπιτα» οι Ιρλανδοί αναφέρονται σε χώρους ή σπίτια, τα οποία λειτουργούν ως τόπος παραγωγής, αποθήκευσης, κατανάλωσης ή αγοραπωλησίας ναρκωτικών ουσιών. Σε ένα τέτοιο σπίτι, στην απομακρυσμένη αγροικία του γιγαντόσωμου μα ευαίσθητου Ντεβ στην Κομητεία Μάγιο, δύο μικροαπατεώνες θα μεταφέρουν τον νεαρό Ντον Ίνγκλις, βάζοντας έτσι σε εφαρμογή το παράτολμο σχέδιό τους. Τα αδέρφια Φέρντια δουλεύουν για λογαριασμό ενός διαβόητου εμπόρου ναρκωτικών κι ο μεγαλύτερος αδερφός τού Ντολ, τους χρωστάει πολλές χιλιάδες ευρώ. Έτσι, η απαγωγή του μικρού παρουσιάζεται ως ο μόνος τρόπος επίλυσης του προβλήματός τους. Όλη η ιστορία του βιβλίου διαδραματίζεται σε μόλις τρεις ημέρες και η ιρλανδική ύπαιθρος παίζει καθοριστικό ρόλο τόσο στην απόδοση της ατμόσφαιρας, όσο και στην εξέλιξη της απαγωγής και την έκβαση της περιπέτειας την οποία με τόση ζωντάνια αφηγείται ο Barrett, αφού η Ιρλανδία δεν παρουσιάζεται ως ένας τόπος ηρεμίας, αλλά ως ένα σύνθετο και συχνά απειλητικό περιβάλλον, όπου η ίδια η απεραντοσύνη του τοπίου φαίνεται να απορροφά και να συγκαλύπτει τη βία.
Η φτώχια που μαστίζει ανά περιοχές την Ιρλανδία, το χαμηλό μορφωτικό επίπεδο, η έλλειψη προοπτικής κι η ανάγκη εργασίας ακόμα κι από ανήλικα άτομα, η ασύδοτη χρήση κι αγοραπωλησία ναρκωτικών, η σύσταση συμμοριών κι η κάθε μορφής παραβατικότητα, είναι το κοινωνικό πλαίσιο μέσα στο οποίο οι ήρωες του Barrett αλληλεπιδρούν προκειμένου να επιβιώσουν. Όπως και στα Νεαρά Τομάρια, έτσι και στα Αγριόσπιτα, o Barrett επιλέγει ξανά να ασχοληθεί με ανθρώπους του περιθωρίου, με τους παρίες δηλαδή της ιρλανδικής υπαίθρου, εκείνους που σαφέστατα παρουσιάζουν λογοτεχνικό ενδιαφέρον και προσφέρονται για βαθύτερη ψυχογράφηση. Οι ήρωες του Barrett, στην πλειονότητά τους άνδρες -προερχόμενοι από δυσλειτουργικές οικογένειες με κατακερματισμένα ανδρικά πρότυπα- παλεύουν με τα ψυχικά νοσήματα, τον σχολικό εκφοβισμό, τον εθισμό στις ουσίες και την αδυναμία τους να κάνουν οποιαδήποτε συνειδητή επιλογή. Αντίθετα, η σκιαγράφηση των γυναικείων χαρακτήρων αναδεικνύει τον δυναμισμό των γυναικών που πρωταγωνιστούν σε αυτή την ιστορία, υπερτονίζοντας τον καθοριστικό ρόλο που παίζει η οξυδέρκεια αλλά και η αποφασιστικότητά τους ως προς την ανάληψη ευθυνών.
Με άλλα λόγια, τα «Αγριόσπιτα» θέτουν στο επίκεντρο του βιβλίου το ζήτημα της ευθύνης, μέσα σε ένα περιβάλλον όπου η βία διαπερνά τόσο τα ακραία γεγονότα όσο και την καθημερινότητα. Ο Barrett χειρίζεται με ιδιαίτερη δεξιοτεχνία την αντίθεση ανάμεσα στη θεαματική βία της απαγωγής ενός αγοριού και σε μια άλλη, πιο υπόγεια, σχεδόν κανονικοποιημένη βία η οποία διατρέχει το τοπίο και τις σχέσεις των ανθρώπων. Στο πλαίσιο αυτό, η αλληλεξάρτηση των χαρακτήρων καθιστά δυσδιάκριτα τα όρια της ευθύνης: κάθε πράξη προς όφελος κάποιου μπορεί να επιβαρύνει κάποιον άλλο, ενώ ακόμη και η αδράνεια αποκτά βαρύτητα, καθώς μετατρέπεται σε έμμεση συνενοχή. Παράλληλα, η μοναξιά αποτελεί έναν δεύτερο, εξίσου καθοριστικό θεματικό άξονα του βιβλίου. Οι χαρακτήρες του Barrett εμφανίζονται αποξενωμένοι, πενθούντες και ψυχικά απομακρυσμένοι, οι οποίοι έρχονται σε επαφή εξαιτίας ενός βίαιου γεγονότος. Υπό αυτό το πρίσμα, ιδιαίτερο βάρος αποκτά η αφήγηση του Ντεβ, μέσα από την οποία αποτυπώνονται με ρεαλιστικό τρόπο η εσωτερική του θλίψη του και οι ψυχολογικές του διακυμάνσεις, συμπεριλαμβανομένων των κρίσεων πανικού που τον ταλανίζουν.
Εν κατακλείδι, ο συγγραφέας προσεγγίζει το υλικό του με ευαισθησία και ακρίβεια, δημιουργεί εικόνες απαράμιλλης ομορφιάς, γεμίζει τις σελίδες του βιβλίου του με διαλόγους που κάνουν την αφήγηση να πάλλεται, ενώ αδιαμφισβήτητος είναι κι ο γλωσσικός πλούτος του, με κάποιες από τις πιο όμορφες παρομοιώσεις που έχω διαβάσει να βρίσκονται στις σελίδες αυτού βιβλίου. Το αποτέλεσμα είναι ένα μυθιστόρημα χαμηλόφωνο μα ταυτόχρονα συγκλονιστικό, γεγονός που το καθιστά ένα από τα καλύτερα βιβλία που διάβασα τελευταία. Βρείτε το εδώ.


