
Για να αποφασίσει κανείς αν είναι έτοιμος να διαβάσει τον Τρίτο Αστυφύλακα του Flann O’Brien (1911–1966), αρκεί να γνωρίζει το εξής: το βιβλίο αυτό είχε αρχικά απορριφθεί εξαιτίας του υπερβολικά «φανταστικού» περιεχομένου του. Η προσωρινή αυτή αποτυχία έκδοσης αποθάρρυνε τον Ιρλανδό σατιρικό συγγραφέα και αρθρογράφο, του οποίου το πραγματικό όνομα ήταν Brian O’Nolan. Η απογοήτευσή του ήταν τόσο έντονη, που εφηύρε διάφορες ιστορίες για την εξαφάνιση του δακτυλογραφημένου χειρόγραφου. Ευτυχώς, η πορεία του έργου είχε αίσιο τέλος: σήμερα ο Flann O’Brien συγκαταλέγεται στην «Αγία Τριάδα» της μοντέρνας ιρλανδικής λογοτεχνίας, μαζί με τον James Joyce και τον Samuel Beckett. Ο Τρίτος Αστυφύλακας εκδίδεται τελικά το 1967, λαμβάνοντας θερμή υποδοχή στο Δουβλίνο, συγκρίσιμη με εκείνη του μεταμυθιστορήματός του At Swim-Two-Birds (1939).

Μια «αθώα» αφετηρία
Η εισαγωγή του Τρίτου Αστυφύλακα δίνει αρχικά την εντύπωση μιας ιστορίας μυστηρίου. Ένας άντρας αποφασίζει να συμμετάσχει σε ένα σχέδιο κλοπής και φόνου μαζί με τον κολλητό του φίλο και συνάδελφο, με θύμα έναν γέρο άντρα. Το πρώτο τουίστ έρχεται γρήγορα: ο πρωταγωνιστής χάνει μέρος της μνήμης του, ο φίλος του εξαφανίζεται, και ο ίδιος έρχεται αντιμέτωπος με την «ανάσταση» του νεκρού Μάδερς, ο οποίος τον κοιτάζει με εντελώς εξωγήινα μάτια και ξεκινά μια αλλοπρόσαλλη συζήτηση σχετικά με την ικανότητα να προβλέπει κανείς τη διάρκεια της ζωής του από το χρώμα του ουρανού την ημέρα της γέννησής του. Όλα αυτά, σε συνδυασμό με τις συνομιλίες του αφηγητή με τη ψυχή του, ονόματι Τζο, προϊδεάζουν για μια έντονα υπερρεαλιστική συνέχεια. Κι όμως, δεν μπορούν να προετοιμάσουν πλήρως για τις εξωφρενικές δόσεις αλλόκοτου που ακολουθούν.
Για «ζέσταμα», συναντάμε τον μεταφυσικό φιλόσοφο Ντε Σέλμπυ, του οποίου οι θεωρίες διατρέχουν τα παράξενα γεγονότα μέχρι τέλους: ευφάνταστες υποθέσεις, όπως ότι το σκοτάδι είναι απλώς μαύρο φως και όχι η απουσία του, ή προκλητικά συμπεράσματα, όπως ότι «οποιοδήποτε ταξίδι είναι η απόλυτη ψευδαίσθηση», αμφισβητώντας την αξιοπιστία της ανθρώπινης εμπειρίας. Ο πρωταγωνιστής συλλαμβάνεται από αστυφύλακες της περιοχής και καταστρώνει στο μυαλό του ένα απλό σχέδιο: θα ισχυριστεί πως έχασε ένα αμερικανικό χρυσό ρολόι, με απώτερο στόχο να εντοπιστεί το μυστηριώδες μαύρο κουτί, το οποίο είναι βέβαιος πως, πριν τον εγκαταλείψει η μνήμη του, περιείχε κάτι εξαιρετικά σημαντικό.
Η ώρα του ποδηλάτου
Θα ήταν υποτίμηση να πούμε πως οι αστυφύλακες έχουν απλώς μια εμμονή με τα ποδήλατα. Μοιάζουν να αντιλαμβάνονται τον κόσμο μέσα από αυτά και κάθε υπόθεση που αναλαμβάνουν ξεκινά με το ίδιο ερώτημα: «έχει να κάνει με ποδήλατο;». Η σκέψη τους κινείται ανάμεσα στην επιστήμη της ανατομίας των ποδηλάτων και σε ένα παράδοξο φιλοσοφικό σύστημα. Ο ανώνυμος αφηγητής υιοθετεί μηχανικά τις συμβουλές που λαμβάνει, πρώτα από τον νεκρό-ζωντανό Μάδερς και έπειτα από έναν αστυφύλακα που ισχυρίζεται πως τις ανακάλυψε μέσω διαλογισμού. Πρόκειται για ένα σύνολο πέντε κανόνων: να αποφεύγεις το «ναι», να ρωτάς αντί να απαντάς, να στρέφεις τα πάντα υπέρ σου, να παίρνεις συνεχώς αριστερές στροφές, να μην χρησιμοποιείς ποτέ πρώτα το μπροστινό φρένο. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η συζήτηση για τα ποδήλατα αναμιγνύεται με τη φιλοσοφία. Η λεγόμενη «ατομική θεωρία» υποστηρίζει πως ο άνθρωπος σταδιακά μεταμορφώνεται σε αυτό με το οποίο ασχολείται περισσότερο, ο ποδηλάτης γίνεται ποδήλατο, ο ιππέας γίνεται άλογο. Η ιδέα ότι και το ποδήλατο «γίνεται» ποδηλάτης και το άλογο ιππέας, διαλύει ολοκληρώνει τη θεωρία.
Ο αφηγητής, ωστόσο, δεν δείχνει να ταράζεται με τις νέες πληροφορίες. Τον απασχολεί η πιθανότητα πως όλα όσα συμβαίνουν αποτελούν ένα τεράστιο, παράλογο αστείο για ψυχαγωγικούς σκοπούς. Παράλληλα, εγκαταλείπει κάθε ελπίδα επιτυχίας του αρχικού σχεδίου του. Και μέσα σε όλο αυτό, ο τρίτος αστυφύλακας παραμένει άφαντος.

Στα όρια του αλλόκοτου (spoiler alert!)
Και εκεί που νομίζει κανείς πως τα πράγματα δεν μπορούν να γίνουν ακόμη πιο παράξενα, οι αστυφύλακες και ο κατηγορούμενος επιχειρούν να φτάσουν στην αιωνιότητα, χρησιμοποιώντας έναν πόλο που θυμίζει περισσότερο αντικείμενο από νυχτερινό κλαμπ παρά μέσο μεταφυσικής μετάβασης. Ο ανώνυμος δολοφόνος συνεχίζει να βιώνει τα γεγονότα ως παθητικός παρατηρητής, σαν κάθε του κίνηση να είναι ήδη προδιαγεγραμμένη. Βυθίζεται σε μια κατάσταση όπου ο χρόνος και η λογική καταρρέουν ολοκληρωτικά. Και η αποκάλυψη θα συμπληρώσει πολλά κενά: ο αφηγητής δεν είναι απλώς ανώνυμος, αλλά στερείται και υλικής υπόστασης. Με άλλα λόγια, είναι νεκρός από την αρχή της ιστορίας και όσα βιώνει δεν είναι παρά ένας αέναος, κυκλικός εφιάλτης.
Η δημιουργικότητα, το μαύρο χιούμορ και το παραστατικό ύφος του Flann O’Brien δεν αφήνουν περιθώρια για ούτε μια στιγμή πλήξης, μετατρέποντας το έργο σε μια αποσταθεροποιητική και συνάμα γοητευτική εμπειρία.

Το βιβλίο είναι διαθέσιμο στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Αλεξάνδρεια.
Πηγές
Clune A. (2009, October). O’Nolan, Brian (‘Flann O’Brien’). Dictionary of Irish Biography. Ανακτήθηκε από: https://www.dib.ie/biography/onolan-brian-flann-obrien-a6969
Staples B. (2023, February 23). Irish professor’s biography of novelist and satirist Flann O’Brien garners two awards prior to publication. University of Notre Dame. Ανακτήθηκε από: https://al.nd.edu/news/latest-news/irish-professors-biography-of-novelist-and-satirist-flann-obrien-garners-two-awards-prior-to-publication/

