Η σκοτεινή πλευρά της επιστήμης μέσα από τις πρακτικές της ευγονικής
ΕπιστήμηΙστορία

Η σκοτεινή πλευρά της επιστήμης μέσα από τις πρακτικές της ευγονικής

Η σκοτεινή πλευρά της επιστήμης μέσα από τις πρακτικές της ευγονικής

Δημοσιεύτηκε Χρόνος ανάγνωσης 8 λεπτά

Σχετικές ιδέες της ευγονικής πρωτοεμφανίστηκαν ήδη στην Αρχαία Ελλάδα1. Ο Πλάτωνας, στα έργα του Πολιτεία και Νόμοι, αναφέρθηκε σε πρακτικές επιλεκτικής αναπαραγωγής, με στόχο τη δημιουργία μιας «ιδανικής» κοινωνίας με τους καλύτερους δυνατούς απογόνους. Συγκεκριμένα, υποστήριζε ότι η αναπαραγωγή θα έπρεπε να ελέγχεται, ώστε να ευνοούνται τα χαρακτηριστικά που θεωρούνταν καταλληλότερα. Στην Πολιτεία, μάλιστα, πρότεινε ένα σύστημα ελεγχόμενων ζευγαρωμάτων, στο οποίο οι «άριστοι» θα ζευγάρωναν με τους «άριστους» μέσω μιας κλήρωσης, η οποία στην πραγματικότητα θα ήταν προκαθορισμένη από την πολιτεία, χωρίς οι ίδιοι να το γνωρίζουν. Παράλληλα, αναφέρθηκε στην κρυφή απομάκρυνση βρεφών που θεωρούνταν ακατάλληλα, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που παρουσίαζαν σοβαρές αναπηρίες ή σωματικές παραμορφώσεις3.

Αν και οι ιδέες του Πλάτωνα παρουσιάζουν ομοιότητες με μεταγενέστερες ευγονικές αντιλήψεις, δεν αποτελούσαν ευγονική με τη σύγχρονη, επιστημονική και πολιτική έννοια του όρου. Ο όρος «ευγονική» εισήχθη για πρώτη φορά το 1883 από τον Άγγλο επιστήμονα Francis Galton, ξάδερφο του Κάρολου Δαρβίνου. Ο Galton έδωσε στις σχετικές ιδέες μια νέα, επιστημονική και κοινωνικοπολιτική διάσταση, επηρεασμένος από τη θεωρία της κληρονομικότητας, συμβάλλοντας στη διαμόρφωση ενός κινήματος που επιδίωκε να επηρεάσει την ανθρώπινη αναπαραγωγή με κοινωνικά και πολιτικά μέσα1,3.

Πρακτικές της ευγονικής πριν από τη ναζιστική Γερμανία

Η «κλασική ευγονική» εμφανίστηκε στη Βρετανία, αλλά αναπτύχθηκε και εφαρμόστηκε αρχικά στις ΗΠΑ. Στις αρχές του 20ού αιώνα, οι ΗΠΑ κατείχαν πρωταγωνιστικό ρόλο στην ευγονική επιστήμη, με πρακτικές που αποσκοπούσαν στον έλεγχο της ανθρώπινης αναπαραγωγής4.

Οι ευγονιστές θεωρούσαν ότι χαρακτηριστικά όπως η νοητική αναπηρία, η εγκληματικότητα και ο αλκοολισμός ήταν κληρονομικά, συχνά χωρίς επαρκή επιστημονική τεκμηρίωση. Οι αντιλήψεις αυτές επηρεάστηκαν από κοινωνικές προκαταλήψεις και οδήγησαν στη θέσπιση νόμων που διέκριναν τους ανθρώπους σε «κατάλληλους» και «ακατάλληλους» για αναπαραγωγή1,5.

Το 1907, η Ιντιάνα έγινε η πρώτη πολιτεία των ΗΠΑ που θέσπισε νόμο για καταναγκαστική ευγονική στείρωση, ενώ έως το 1931 είχαν θεσπιστεί σχετικοί νόμοι σε περισσότερες από 30 από τις τότε 48 πολιτείες των ΗΠΑ. Πριν από την έναρξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, τουλάχιστον 60.000 άτομα που βρίσκονταν σε ιδρύματα είχαν υποβληθεί σε στείρωση4. Παράλληλα, το 1911 άρχισαν να διοργανώνονται διαγωνισμοί στους οποίους αξιολογούνταν οικογένειες με βάση χαρακτηριστικά που θεωρούνταν κληρονομικά επιθυμητά. Οι διαγωνισμοί αυτοί γνώρισαν μεγάλη διάδοση κατά τις δεκαετίες του 1920 και του 19301,4,5.

Εικόνα 1: Η νικητήρια οικογένεια στον διαγωνισμό ευγονικής «Fitter Family» το 19255.

Οι πρακτικές αυτές προηγήθηκαν της ανόδου του ναζισμού και αναδεικνύουν ότι η ευγονική είχε ήδη αποκτήσει σημαντική επιστημονική, κοινωνική και πολιτική επιρροή πριν εφαρμοστεί στη ναζιστική Γερμανία σε ακόμη πιο ακραία κλίμακα.

Οι εγκληματικές πρακτικές της ευγονικής στη ναζιστική Γερμανία

Η άνοδος του Χίτλερ στην εξουσία και η εγκαθίδρυση του ναζιστικού καθεστώτος το 1933 οδήγησαν στην έξοδο πολλών από τους σημαντικότερους γιατρούς και επιστήμονες του 20ού αιώνα από τη Γερμανία. Ορισμένοι στερήθηκαν τους επαγγελματικούς τους τίτλους, ενώ άλλοι εγκατέλειψαν τη χώρα ή απολύθηκαν είτε επειδή ήταν Εβραίοι είτε για πολιτικούς λόγους. Κάποιοι από όσους παρέμειναν δολοφονήθηκαν από τους Ναζί, ενώ άλλοι αντιστάθηκαν στο ναζιστικό καθεστώς. Ωστόσο, αρκετοί νευροεπιστήμονες συνεργάστηκαν ενεργά με τους Ναζί και επηρεάστηκαν έντονα από τις ευγονικές ιδέες, οι οποίες ήταν ήδη διαδεδομένες και χρησιμοποιήθηκαν για να δικαιολογήσουν τις ναζιστικές πολιτικές περί «φυλετικής υγιεινής»6.

Ακολουθώντας τις πρακτικές των ΗΠΑ, το ναζιστικό καθεστώς εφάρμοσε την ευγονική στείρωση. Περίπου 400.000 άνθρωποι στειρώθηκαν βάσει του ναζιστικού νόμου του 1933, περί «φυλετικής υγιεινής». Από αυτούς, το 80–96% αφορούσε περιπτώσεις που χαρακτηρίζονταν ως εκ γενετής νοητική ανεπάρκεια, σχιζοφρένεια και κληρονομική επιληψία. Υπήρχαν επίσης περιπτώσεις διπολικής διαταραχής, νόσου του Huntington, σοβαρών συγγενών εγκεφαλικών δυσπλασιών, συγγενούς τύφλωσης, συγγενούς απώλειας ακοής, χρόνιου αλκοολισμού, άνοιας, εγκεφαλίτιδας, πολιομυελίτιδας, πολλαπλής σκλήρυνσης και νόσου του Parkinson4,6.

       

Εικόνα 2: Το Ινστιτούτο  Ευγονικής,  Κάιζερ Βίλχελμ, στο Βερολίνο κατά τη ναζιστική περίοδο6.

Μετά την έναρξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου το 1939, οι Ναζί κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι ένα ενεργό πρόγραμμα ευθανασίας θα ήταν οικονομικότερο από τη στείρωση, ενώ παράλληλα θα απελευθέρωνε νοσοκομειακές κλίνες για τους τραυματίες στρατιώτες. Από το 1939 έως το 1941, οι Ναζί εφάρμοσαν τόσο το πρόγραμμα ευθανασίας παιδιών όσο και εκείνο των ενηλίκων. Υπολογίζεται ότι 70.273 ενήλικοι ασθενείς και χιλιάδες ακόμη παιδιά δολοφονήθηκαν, κυρίως μέσω λιμοκτονίας, χρήσης αερίων και θανατηφόρων ενέσεων. Παρότι το πρόγραμμα τερματίστηκε επισήμως το 1941, έπειτα από διαμαρτυρίες συγγενών των θυμάτων, της Καθολικής Εκκλησίας και άλλων, συνεχίστηκε μυστικά. Έως το 1945, ο συνολικός αριθμός των θυμάτων ενδέχεται να είχε φτάσει τις 275.0006.

Υπήρχε μια αμοιβαία επωφελής σχέση μεταξύ των Ναζί και των γιατρών. Οι γιατροί επιζητούσαν εξουσία και κύρος, ενώ η ιατρική τους αυθεντία προσέδιδε νομιμοποίηση στις ναζιστικές πρακτικές περί «φυλετικής υγιεινής» και ενίσχυε περαιτέρω την εφαρμογή τους. Η αφοσίωση στο ναζιστικό καθεστώς εξασφάλιζε μεγαλύτερη πρόσβαση σε ερευνητικές επιχορηγήσεις και επαγγελματικές ευκαιρίες. Πράγματι, το 1937, οι γιατροί εκπροσωπούνταν στο Ναζιστικό Κόμμα σε ποσοστό επτά φορές μεγαλύτερο από ό,τι άλλες ομάδες εργαζομένων. Μέχρι το 1942, το 50% όλων των Γερμανών γιατρών ήταν μέλη του Ναζιστικού Κόμματος ή κατείχαν θέσεις στη ναζιστική κυβέρνηση ή σε πανεπιστήμια. Οι φωνές όσων αντιτάχθηκαν δημόσια στις πρακτικές αυτές εκείνη την περίοδο τελικά δεν εισακούστηκαν, και οι ανήθικες πειραματικές πρακτικές και οι δολοφονίες συνεχίστηκαν. Τουλάχιστον 350 γιατροί ενήργησαν εγκληματικά, αν και μόνο 23 δικάστηκαν στη Δίκη των Γιατρών της Νυρεμβέργης, το 1946–19476.

Η εμπειρία και η επιτυχία των ναζιστικών προγραμμάτων ευθανασίας θεωρείται ότι συνέβαλαν στη δολοφονία έξι εκατομμυρίων Εβραίων, καθώς και εκατομμυρίων άλλων ανθρώπων που θεωρούνταν «ανεπιθύμητοι» από τους Ναζί, μεταξύ των οποίων ομοφυλόφιλοι, κομμουνιστές, Ρομά, Σλάβοι και αιχμάλωτοι πολέμου. Ουσιαστικά οι γιατροί και οι επιστήμονες, εκτός από το ότι υποστήριζαν και εφάρμοζαν τις απάνθρωπες ευγονικές πρακτικές, χρησιμοποιούσαν επίσης τα όργανα των θυμάτων των προγραμμάτων ευθανασίας για τις ερευνητικές τους μελέτες. Αργότερα, στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, πραγματοποιούσαν εγκληματικά πειράματα και σε ζωντανούς κρατουμένους, χωρίς τη συγκατάθεσή τους. Τα πειράματα αυτά περιλάμβαναν, για παράδειγμα, εξαναγκαστική στείρωση, έκθεση σε ασθένειες και δοκιμές πειραματικών φαρμάκων. Είναι σαφές ότι οι πράξεις των τότε γιατρών συνέβαλαν σε αυτές τις μαζικές δολοφονίες, παραβιάζοντας τη βασική αρχή του Ιπποκράτειου Όρκου: «Δεν θα προκαλέσω βλάβη ή αδικία».

Πρακτικές της ευγονικής μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο

Η ευγονική δεν εξαφανίστηκε με το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Αντίθετα, σε αρκετές χώρες, οι πρακτικές αναγκαστικής στείρωσης συνεχίστηκαν για δεκαετίες, ακόμη και μετά την αποκάλυψη των εγκλημάτων που διαπράχθηκαν στη ναζιστική Γερμανία.

Στη μεταπολεμική Γερμανία, οι αναγκαστικές στειρώσεις βάσει του ναζιστικού νόμου σταμάτησαν. Ωστόσο, μόλις το 1988 η Δυτική Γερμανία αναγνώρισε επίσημα ότι ο νόμος και οι στειρώσεις που πραγματοποιήθηκαν βάσει αυτού αποτελούσαν ναζιστική αδικία.

Την ίδια περίοδο, η ευγονική νομοθεσία εξακολουθούσε να εφαρμόζεται και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Παράλληλα με την άνοδο του ναζιστικού καθεστώτος, το 1934 θεσπίστηκαν στη Νορβηγία και τη Σουηδία νόμοι που επέτρεπαν τις ευγονικές στειρώσεις. Στη Νορβηγία, 922 άτομα στειρώθηκαν χωρίς τη συναίνεσή τους, με τη σχετική νομοθεσία να αντικαθίσταται το 1978. Στη Σουηδία, περίπου 63.000 στειρώσεις πραγματοποιήθηκαν την περίοδο 1935–1975, με τη σχετική νομοθεσία να καταργείται το 1976. Ωστόσο, δεν είναι σαφές πόσες από τις στειρώσεις στη Σουηδία πραγματοποιήθηκαν χωρίς συναίνεση4.

Ανάλογη συνέχεια των ευγονικών πρακτικών παρατηρήθηκε και στις ΗΠΑ. Μετά τον πόλεμο, οι στειρώσεις μειώθηκαν, αλλά δεν σταμάτησαν παντού. Η συνέχιση των προγραμμάτων ευγονικής σε ορισμένες πολιτείες, παρά την αυξανόμενη αμφισβήτηση των επιστημονικών τους βάσεων, οφειλόταν εν μέρει στο γεγονός ότι οι στειρώσεις παρουσιάζονταν ως μέσο αντιμετώπισης της φτώχειας, άσκησης κοινωνικής πρόνοιας και περιορισμού των δημόσιων δαπανών. Η Βόρεια Καρολίνα συνέχισε να εφαρμόζει το πρόγραμμα ευγονικής στείρωσης μέχρι το 1974, με περισσότερα από το 70% των ατόμων που στειρώθηκαν μετά το 1945 να είναι γυναίκες, φτωχοί και Αφροαμερικανοί. Η Καλιφόρνια κατήργησε τον σχετικό νόμο το 1979 και το Όρεγκον το 1983, αποτελώντας την τελευταία πολιτεία που κατήργησε τη νομοθεσία περί ευγονικής στείρωσης1,4.

Υπάρχει κίνδυνος επαναφοράς ευγονικών αντιλήψεων στην σύγχρονη εποχή;

Σήμερα, το ζήτημα συνδέεται κυρίως με τις εξελίξεις στη γενετική, τη βιοτεχνολογία και την αναπαραγωγική ιατρική, οι οποίες μπορούν να εκτιμήσουν την πιθανότητα εμφάνισης γενετικών νόσων και να προσφέρουν νέες δυνατότητες παρέμβασης στο ανθρώπινο γονιδίωμα. Ο κίνδυνος δεν αφορά μόνο τη γενετική τροποποίηση, αλλά και το ενδεχόμενο να επανέλθει η αντίληψη ότι ορισμένα χαρακτηριστικά είναι επιθυμητά και άλλα ανεπιθύμητα, ενισχύοντας τις διακρίσεις εις βάρος ατόμων με αναπηρίες ή γενετικές παθήσεις. Για παράδειγμα, η επιλογή εμβρύων με βάση συγκεκριμένα γενετικά χαρακτηριστικά, εγείρει ερωτήματα σχετικά με τα όρια της ανθρώπινης παρέμβασης και τον κίνδυνο δημιουργίας νέων κοινωνικών ανισοτήτων2.

Παρ’ όλα αυτά, η χρήση της γενετικής για την πρόληψη ή τη θεραπεία ασθενειών δεν πρέπει να συγχέεται με την ευγονική. Το κύριο ζήτημα είναι κατά πόσο οι εφαρμογές αυτές σέβονται τα ανθρώπινα δικαιώματα, την ελεύθερη επιλογή και την ισότητα, χωρίς να καθορίζουν την αξία των ανθρώπων με βάση τα γονίδια ή τα σωματικά και νοητικά χαρακτηριστικά τους. Οι επιστημονικές εξελίξεις δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται για τον διαχωρισμό των ανθρώπων. Είναι σημαντικό η επιστήμη και η ιατρική να παρέχουν γνώσεις και εργαλεία για την πρόληψη και τη θεραπεία ασθενειών. Ωστόσο, η αξιοποίησή τους πρέπει να προστατεύει την αυτονομία των ασθενών και το δικαίωμά τους να αποφασίζουν ελεύθερα για την υγεία τους, χωρίς να επιβάλλονται καταναγκαστικές πρακτικές για την εξυπηρέτηση κρατικών συμφερόντων.

Πηγές

  1. Liscum, M., & Garcia, M. L, 2022, You can’t keep a bad idea down: Dark history, death, and potential rebirth of eugenics. The Anatomical Record, 305(4), 902–937
  2. Galton DJ, 1998, Greek theories on eugenics. J Med Ethics, 24(4):263-7
  3. CH, Güvercin; B, Arda, 2008, Eugenics Concept: From Plato to Present. Human Reproduction & Genetic Ethics, 14(2), 20–26
  4. Reilly, Philip R., 2015, Eugenics and Involuntary Sterilization: 1907–2015. Annual Review of Genomics and Human Genetics, 16(1), 351–368
  5. Kevles DJ., 1999, Eugenics and human rights. BMJ, 319(7207)
  6. Zeidman LA, 2011, Neuroscience in Nazi Europe Part I: Eugenics, Human Experimentation, and Mass Murder. Canadian Journal of Neurological Sciences / Journal Canadien des Sciences Neurologiques, 38(5):696-703