Το έργο του Μπορντόν δεν είναι μόνο ένα ‘’δυνατό’’ έργο για την σκηνή αλλά και ένα κείμενο που διαβάζεται με σχεδόν το ίδιο ενδιαφέρον, καθώς διαπνέεται από μεγάλη λογοτεχνικότητα. Παρόλο που επικρατεί η άποψη ότι ένα θεατρικό κείμενο αδικείται όταν διαβάζεται υπάρχουν και κείμενα που κρατούν και με την ανάγνωσή τους το ενδιαφέρον αμείωτο. Εκτός από την δραματική του δύναμη το έργο του Μπορντόν, κερδίζει το ενδιαφέρον του αναγνώστη με τις παραστατικές εικόνες, την συγκίνηση και το γέλιο, άλλες φορές, που προκύπτουν από τις αφηγήσεις που γίνονται από τον καθηγητή καθώς και από τα καίρια συμπεράσματα που βγάζει για την ζωή. Για παράδειγμα, αποτιμώντας την τωρινή του κατάσταση αναφέρει:
Η περίφημη μόρφωσή μου, η συμπαγής και αγέρωχη σαν καθεδρικός ναός έχει γίνει εμπόρευμα στα παλιατζίδικα. Και το χρυσό κλειδί που μου έδωσαν οι δάσκαλοί μου για να ανοίξω διάπλατα τις πύλες του κόσμου δεν περνάει πια, άλλαξαν την κλειδαριά κάτω από τη μύτη μου. Οι αξίες που θεωρούσα σημαντικές έχουν μπει στο περιθώριο, η τέχνη που αγαπούσα θεωρείται ξεπερασμένα, αυτά που με συγκινούν γελοία και αυτά που θεωρούσα αστεία δεν προκαλούν το γέλιο σε κανέναν.

Με μία τόσο γλαφυρή και περιεκτική περιγραφή συνεχίζεται η περιγραφή όλων των πραγμάτων. Η έκδοση και η ανάγνωση των θεατρικών κειμένων είναι ένας καλός τρόπος-ειδικά σε εποχές σαν την σημερινή-να ερχόμαστε σε επαφή με τα καλύτερα θεατρικά κείμενα της σύγχρονης δραματουργίας. Το έργο έχει παιχτεί σε 20 χώρες ανάμεσά τους και η Ελλάδα. Τελευταία φορά ανέβηκε το 2019 στα Χανιά από την Θεατρική ομάδα 4 σε σκηνοθεσία του Γιώργου Κανέλλη και του Γιώργου Τακτικάκη με ιδιαίτερη επιτυχία.


