Υπάρχει μια παρεξήγηση γύρω από τα κλασικά κείμενα. Πολλοί πιστεύουν ότι η Ιλιάδα του Ομήρου ανήκει στα μουσεία, στις σκονισμένες βιβλιοθήκες ή, στην καλύτερη περίπτωση, σε σοβαροφανή ακαδημαϊκά συνέδρια. Όποιος όμως έχει προσπαθήσει να διδάξει τη Ραψωδία Α σε ένα τμήμα γεμάτο δεκατετράχρονα στις 8:15 το πρωί της Δευτέρας, ξέρει καλά ότι η ομηρική ποίηση δεν είναι μουσείο. Είναι extreme sport.
Ως φιλόλογος σε γυμνάσιο, έχω τη μοναδική προνομιακή (ή τραυματική, αναλόγως την ημέρα) θέση να λειτουργώ ως «λογοτεχνικός τροχονόμος» ανάμεσα σε ένα έπος 2.800 ετών και σε μια γενιά που θεωρεί ότι το οτιδήποτε γραμμένο πριν από το 2015 είναι «αρχαίο».
Κι όμως, η λογοτεχνική μαγεία της Ιλιάδας κρύβεται στο γεγονός ότι ξεκινά με μια λέξη που κάθε έφηβος έχει κάνει καθημερινότητα: «Μῆνιν» (=οργή).
Όταν ο Αγαμέμνονας έφαγε «cancel»
Η πρώτη λογοτεχνική αποκάλυψη έρχεται πάντα στη σκηνή της σύγκρουσης Αχιλλέα και Αγαμέμνονα. Για τον ανυποψίαστο αναγνώστη, είναι μια διαμάχη για τα λάφυρα και την εξουσία. Για τη Β’ Γυμνασίου, είναι το απόλυτο ξεκατίνιασμα.
«Κυρία, ο Αγαμέμνονας είναι toxic boy, ξεκάθαρα», μου πέταξε πέρυσι ένας μαθητής από το τελευταίο θρανίο, την ώρα που αναλύαμε την αλαζονεία του αρχιστράτηγου.
Πριν προλάβω να επαναφέρω την τάξη στην ορθή φιλολογική ορολογία (όπως «ύβρις» ή «αφερέγγυος ηγέτης»), το μισό τμήμα είχε ήδη συμφωνήσει. Ο Αγαμέμνονας έφαγε «cancel» με συνοπτικές διαδικασίες από τους μαθητές μου.
Και εκεί συνειδητοποιείς την αφηγηματική ιδιοφυΐα του Ομήρου: δεν έχτισε χάρτινους, τέλειους ήρωες. Έγραψε χαρακτήρες με ελαττώματα, με εγωισμούς, με νεύρα. Όταν ο Αχιλλέας βρίζει τον αρχιστράτηγο αποκαλώντας τον «οινοβαρή» (μπεκρή, σε ελεύθερη μετάφραση) και «κυνοόμματο» (=σκυλοπρόσωπο), οι μαθητές δεν βλέπουν ένα βαρετό κείμενο. Το βιβλίο ζωντανεύει γιατί οι χαρακτήρες του έχουν την ίδια ακριβώς παρορμητικότητα με τα παιδιά που κάθονται απέναντί μου.
Το λογοτεχνικό «ghosting» του Αχιλλέα
Η μεγαλύτερη πρόκληση στη διδασκαλία του βιβλίου, ωστόσο, παραμένει η οικονομία του έπους. Ο Όμηρος παίρνει μια ριψοκίνδυνη συγγραφική απόφαση: βγάζει τον κεντρικό του ήρωα, τον Αχιλλέα, εκτός μάχης για το μεγαλύτερο μέρος του έργου. Ο Αχιλλέας νευριάζει, παίρνει τα κουβαδάκια του (και τους Μυρμιδόνες του), κλείνεται στη σκηνή του και κάνει… ghosting σε όλο το ελληνικό στράτευμα.
«Καλά, τόσο εγωιστής;» αναρωτιούνται οι μαθητές στη Ραψωδία Ι, όταν ο Αχιλλέας ρίχνει άκυρο στην πρεσβεία των Ελλήνων που του ζητούν γονατιστοί να επιστρέψει.
Εδώ ακριβώς πρέπει να παρέμβω. Τους εξηγώ ότι αυτό δεν είναι απλώς «μούτρα»· είναι ένα ιδιοφυές αφηγηματικό τέχνασμα. Ο ποιητής κρατά τον Αχιλλέα στην άκρη για να φανεί πόσο σημαντικός είναι, αφήνοντας τους υπόλοιπους ήρωες να ιδρώσουν στο πεδίο της μάχης.
«Είναι σαν να βγάζεις τον Μέσι από το παιχνίδι για να δεις αν μπορεί να κερδίσει η ομάδα χωρίς αυτόν», μου είπε ένας μαθητής.
Ναι, ακριβώς. Ο Όμηρος χρησιμοποίησε το sports drama 2.800 χρόνια πριν ανακαλυφθεί το ποδόσφαιρο.
Από το Thrown-it στο Book-tok: Η τελική ετυμηγορία
Όταν φτάνουμε στο τέλος της σχολικής χρονιάς και στη Ραψωδία Ω —εκεί όπου ο Πρίαμος και ο Αχιλλέας κλαίνε μαζί πάνω από τα χαμένα νιάτα του Έκτορα και τον επερχόμενο θάνατο— η ειρωνεία και τα αστεία στην τάξη σταματούν. Η λογοτεχνία κάνει τη δουλειά της. Η δομή του βιβλίου, που ξεκίνησε με έναν τυφλό, παιδαριώδη θυμό, κλείνει με την απόλυτη ωριμότητα και την κάθαρση.
Το να διαβάσεις την Ιλιάδα μέσα από τα μάτια των εφήβων είναι μια υπενθύμιση για το τι σημαίνει κλασική λογοτεχνία: είναι το βιβλίο εκείνο που, όσες χιλιάδες χρόνια κι αν περάσουν, θα βρίσκει πάντα τον τρόπο να μιλάει για τις δικές μας «μάχες» — ακόμα κι αν αυτές δίνονται για ένα διαγώνισμα φυσικής ή για το ποιος θα κάτσει στο θρανίο δίπλα στο παράθυρο.
Αν, λοιπόν, ψάχνετε το επόμενο δυνατό page-turner για τη βιβλιοθήκη σας, αφήστε για λίγο τα σύγχρονα θρίλερ. Ο Όμηρος έχει περισσότερο δράμα, καλύτερη πλοκή και χαρακτήρες που θα ζούσαν άνετα στο διπλανό σας διαμέρισμα (ή στο πίσω θρανίο της τάξης μου).


