Ας είμαστε ειλικρινείς. Πόσες φορές μέσα στον χειμώνα δεν κοιτάξατε εκείνο το υπέροχο, βαρύ, ιστορικό μυθιστόρημα των 600 σελίδων στο κομοδίνο σας, σκεπτόμενοι: «Σήμερα θα ξεκινήσω»; Και πόσες φορές η προσπάθεια αυτή έληξε άδοξα στην τρίτη σελίδα, επειδή θυμηθήκατε ότι πρέπει να βάλετε πλυντήριο, επειδή το κινητό δονήθηκε για ένα «επείγον» email ή επειδή απλώς ο εγκέφαλός σας, μετά από οκτώ ώρες μπροστά σε μια οθόνη στο γραφείο, αρνήθηκε να επεξεργαστεί οτιδήποτε πιο σύνθετο από το μενού του Netflix;
Κι όμως, έρχεται το καλοκαίρι. Μπαίνεις στο αυτοκίνητο ή στο πλοίο, φτάνεις στον προορισμό σου, απλώνεις την πετσέτα στην ξαπλώστρα και –ως διά μαγείας– το ίδιο ακριβώς βιβλίο που τον Ιανουάριο έμοιαζε με πανεπιστημιακό σύγγραμμα, τώρα φεύγει σαν νερό. Μέσα σε τρεις μέρες έχεις «καταπιεί» τις μισές σελίδες και νιώθεις έτοιμος να διεκδικήσεις έδρα λογοτεχνίας.
Τι αλλάζει λοιπόν στο μυαλό μας όταν απομακρυνόμαστε από τη βάση μας; Γιατί το διάβασμα μακριά από το σπίτι είναι μια εντελώς διαφορετική, πολύ πιο απολαυστική εμπειρία;
Οι υποχρεώσεις
Όταν είσαι στο σπίτι σου, περιβάλλεσαι από αυτό που οι ψυχολόγοι ονομάζουν «ερεθίσματα υποχρεώσεων». Κάθεσαι στον καναπέ με το βιβλίο στο χέρι, αλλά η γωνία του ματιού σου πιάνει τη σκόνη πάνω στην τηλεόραση. Ακούς το ψυγείο να δουλεύει και σκέφτεσαι ότι πρέπει να μαγειρέψεις για αύριο. Το σπίτι μας, όσο κι αν το αγαπάμε, είναι το αρχηγείο των ευθυνών μας.
Όταν όμως είσαι σε ένα δωμάτιο ξενοδοχείου ή σε μια παραλία, το οπτικό σου πεδίο καθαρίζει. Δεν υπάρχουν απλήρωτοι λογαριασμοί στο τραπέζι, ούτε λεκάνες με ασιδέρωτα ρούχα να σε κοιτάζουν επικριτικά. Η απομάκρυνση από τη βάση λειτουργεί σαν ένας διακόπτης που σβήνει το εσωτερικό «πρέπει». Χωρίς τις μικρές, καθημερινές ενοχές, το μυαλό αισθάνεται επιτέλους ελεύθερο να βυθιστεί σε μια ιστορία, χωρίς να νιώθει ότι «κλέβει» χρόνο από κάτι άλλο.
Ο χρόνος αποκτά άλλη πυκνότητα
Στην καθημερινότητα της πόλης, ο χρόνος είναι τεμαχισμένος σε αυστηρά κουτάκια: 20 λεπτά στο μετρό, 1 ώρα διάλειμμα, 45 λεπτά στο σούπερ μάρκετ. Σε αυτό το πλαίσιο, το διάβασμα γίνεται συχνά μια βιαστική δραστηριότητα, ένα «σφήνωμα» ανάμεσα σε υποχρεώσεις.
Στις διακοπές, ο χρόνος απλώνεται, ξεχειλώνει, χάνει τα όριά του. Δεν σε νοιάζει αν είναι τέσσερις το μεσημέρι ή επτά το απόγευμα. Αυτή η «καλοκαιρινή ραστώνη» είναι το ιδανικό θερμοκήπιο για τη φιλαναγνωσία. Όταν ξέρεις ότι έχεις μπροστά σου τέσσερις ώρες απόλυτης απραξίας στην ξαπλώστρα, δεν διαβάζεις απλώς· εγκαθίστασαι μέσα στο βιβλίο.
Η ψευδαίσθηση του «Ανώνυμου Ταξιδιώτη»
Υπάρχει και κάτι βαθιά ρομαντικό (και ελαφρώς σνομπ, ας το παραδεχτούμε) στο να διαβάζεις μακριά από το περιβάλλον σου. Στην πόλη σου είσαι ο υπάλληλος, ο γονιός, ο φοιτητής, ο γείτονας. Στο καφέ ενός ξένου τόπου ή στην άκρη ενός βράχου, είσαι απλώς «ο τύπος που διαβάζει».
Αυτή η αίσθηση της προσωρινής ανωνυμίας μάς κάνει πιο δεκτικούς στο να μπούμε στο πετσί των ηρώων. Αν το βιβλίο διαδραματίζεται στην Κωνσταντινούπολη ή στη Βαλένθια, το γεγονός ότι βρίσκεσαι ήδη σε μια διαδικασία ταξιδιού σε βοηθά να συντονιστείς με τη γεωγραφική αλλαγή της πλοκής. Ο εγκέφαλός σου είναι ήδη σε «travel mode», οπότε το να μεταφερθεί νοητά σε έναν άλλον αιώνα ή σε μια άλλη χώρα φαντάζει απόλυτα φυσικό.

Το τελικό συμπέρασμα
Το διάβασμα στις διακοπές είναι η απόλυτη μορφή πολυτέλειας, επειδή δεν απαιτεί τίποτα περισσότερο από την προσοχή μας –το πιο ακριβό νόμισμα της εποχής μας. Μακριά από τη βάση μας, δεν αλλάζουμε απλώς παραστάσεις· αλλάζουμε εαυτό. Γινόμαστε πιο υπομονετικοί, πιο περίεργοι, πιο έτοιμοι να μαγευτούμε.
Γι’ αυτό, φέτος, μην νιώσετε τύψεις αν η βαλίτσα σας είναι ασήκωτη από τα βιβλία που στριμώξατε μέσα. Μπορεί να μην τα διαβάσετε όλα, αλλά και μόνο η παρουσία τους εκεί, μακριά από τη ρουτίνα της πόλης, είναι μια υπόσχεση ελευθερίας. Κλείστε το κινητό, αφήστε το κύμα να κάνει τον θόρυβο του background και απολαύστε το: το καλοκαίρι γράφονται οι καλύτερες αναγνωστικές αναμνήσεις.


