Κατανόηση κειμένου στους Έλληνες μαθητές και υπερπληροφόρηση στην ψηφιακή εποχή
Η κατανόηση κειμένου στους Έλληνες μαθητές αποτελεί ένα από τα πιο κρίσιμα προβλήματα της σύγχρονης εκπαίδευσης, καθώς η πρόσβαση σε πληροφορίες δεν συνεπάγεται απαραίτητα και ουσιαστική κατανόηση. Η σύγχρονη εποχή βρίθει πληροφοριών. Κυριολεκτικά έχουμε τη δυνατότητα να αναζητούμε απαντήσεις για σχεδόν κάθε ζήτημα, να ενημερωνόμαστε για εξελίξεις που συμβαίνουν σε κάθε γωνιά του πλανήτη και να έχουμε πρόσβαση σε γνώσεις που παλαιότερα απαιτούσαν ώρες μελέτης. Παρ’ όλα αυτά, ο τεράστιος όγκος δεδομένων συχνά δυσκολεύει τη διάκριση του σημαντικού από το δευτερεύον.
Παρατηρούμε, λοιπόν, το εξής αντιφατικό φαινόμενο: Οι μαθητές εντοπίζουν εύκολα πληροφορίες, αλλά δυσκολεύονται στην ερμηνεία τους. Η κατανόηση κειμένου στους Έλληνες μαθητές δεν ταυτίζεται με την απλή πρόσβαση στη γνώση, αλλά με την ικανότητα επεξεργασίας και σύνδεσης νοημάτων.
Κατανόηση κειμένου και ο ρόλος των social media
Οι συνεχείς ειδοποιήσεις από social media και η αποσπασματική πρόσβαση στην πληροφορία επηρεάζουν τη συγκέντρωση. Η προσοχή διακόπτεται συχνά, με αποτέλεσμα η πληροφορία να μην επεξεργάζεται σε βάθος και να μην μετατρέπεται σε γνώση. Ο ανθρώπινος εγκέφαλος δεν είναι φτιαγμένος για συνεχή διακοπή.
Όταν, για παράδειγμα, ένας μαθητής διαβάζει για ένα διαγώνισμα και κάθε λίγα λεπτά εμφανίζονται ειδοποιήσεις και μηνύματα από πλατφόρμες όπως το TikTok ή το Instagram, η συγκέντρωση διακόπτεται και χρειάζεται ξανά χρόνος και προσπάθεια να επανέλθει στην προηγούμενη κατάσταση συγκέντρωσης. Όταν η προσοχή αποσπάται συνεχώς, η πληροφορία δεν προλαβαίνει να γίνει γνώση. Συνεπώς, η συνεχής και αδιάσπαστη ανάγνωση γίνεται όλο και πιο δύσκολη. Το αποτέλεσμα είναι να αφιερώνουμε ώρες στο διάβασμα, αλλά να συγκρατούμε ελάχιστα από όσα έχουμε διαβάσει. Αυτό αποδεικνύεται από έρευνες στη γνωστική ψυχολογία, οι οποίες καταδεικνύουν ότι οι συχνές διακοπές μειώνουν σημαντικά την ικανότητα συγκράτησης και κατανόησης της πληροφορίας, επειδή ο εγκέφαλος δεν προλαβαίνει να την επεξεργαστεί σε βάθος. Σ΄αυτό το περιβάλλον διαρκούς διάσπασης της προσοχής, ο εγκέφαλος δυσκολεύεται να συνδέσει τις νέες πληροφορίες με όσα ήδη γνωρίζει και παραμένει στην επιφανειακή επεξεργασία τους. Έτσι, ακόμη κι αν ο μαθητής περνά τρεις ώρες πάνω από το βιβλίο, ο πραγματικός χρόνος βαθιάς εστίασης μπορεί να μην ξεπερνά τα 20 λεπτά.
Το φαινόμενο αυτό ονομάζεται «υπόλειμμα προσοχής». Ένα μέρος του νου παραμένει προσκολλημένο στην προηγούμενη διακοπή — στο μήνυμα που δεν απαντήθηκε, στο βίντεο που έπαιξε για λίγα δευτερόλεπτα. Το κόστος αυτής της εναλλαγής είναι γνωστικό και συναισθηματικό: αυξάνεται η κούραση, μειώνεται η αυτοπεποίθηση και δημιουργείται η ψευδαίσθηση ότι «δεν είμαι καλός στο διάβασμα». Όμως, στην πραγματικότητα το πρόβλημα σχετίζεται περισσότερο με το περιβάλλον και τις συνήθειες μάθησης παρά με τις δυνατότητες του ίδιου του ατόμου.
Συνεπώς, το ζητούμενο δεν είναι να προσπαθήσουμε περισσότερο, αλλά να προστατεύσουμε την προσοχή μας. Η βαθιά κατανόηση απαιτεί αδιάσπαστο χρόνο, όχι απλώς περισσότερο χρόνο. Όταν, λοιπόν, περιορίζουμε τις ειδοποιήσεις, μπορούμε να συγκεντρωνόμαστε καλύτερα και να μαθαίνουμε πιο ουσιαστικά.
Κατανόηση κειμένου στους μαθητές: Δεδομένα PISA και εκπαιδευτικές έρευνες
Τα δεδομένα του (PISA 2018 & 2022 – Programme for International Student Assessment) (2018 & 2022) δείχνουν ότι ένα σημαντικό ποσοστό μαθητών δεν διαθέτει βασικό επίπεδο κατανόησης κειμένου. Παράλληλα, πολύ μικρό ποσοστό φτάνει σε επίπεδα κριτικής ανάλυσης. Αυτό επιβεβαιώνει το χάσμα ανάμεσα στην πληροφορία και στην κατανόηση. Ενώ η γενιά του 2018 μεγάλωσε με smartphone και άπειρη πληροφορία, το 30,5% των Ελλήνων 15χρονων δεν έχει κατανόηση βασικού κειμένου. Πρόκειται για επίπεδο που ο ΟΟΣΑ θεωρεί προϋπόθεση για έναν ενεργό πολίτη. Παράλληλα, μόλις 3,7% φτάνει σε επίπεδα κριτικής αξιολόγησης και σύνθεσης, έναντι 8,7% στον ΟΟΣΑ [PISA 2018, ΙΕΠ]. Η κατάσταση επιδεινώθηκε το 2022, με την επίδοση στην κατανόηση κειμένου να πέφτει από τις 457 στις 430 μονάδες, τη χειρότερη επίδοση της τελευταίας δεκαπενταετίας [PISA 2022, ΟΟΣΑ]. Συνεπώς, πολλοί μαθητές μπορούν να εντοπίσουν μία πληροφορία, αλλά δυσκολεύονται στην ερμηνεία νοημάτων, στην ανάλυση και σύγκριση πηγών και στην σύνδεση ιδεών.
Στην κατεύθυνση αυτή, το Ινστιτούτο Εκπαιδευτικής Πολιτικής (ΙΕΠ) επανειλημμένως έχει επισημάνει τη σημασία της ενίσχυσης του κριτικού γραμματισμού, δηλαδή της ικανότητας των μαθητών να κατανοούν, να επεξεργάζονται πληροφορίες, να αξιολογούν και να παράγουν λόγο πέρα από την απλή απομνημόνευση πληροφοριών. Ωστόσο, στην πράξη η διδασκαλία συχνά παραμένει προσανατολισμένη στην απομνημόνευση.
Τέλος, το πρόβλημα αποτυπώνεται και στον ΕΟΠΠΕΠ (Εθνικός Οργανισμός Πιστοποίησης Προσόντων & Επαγγελματικού Προσανατολισμού), ο οποίος αναδεικνύει το νευραλγικό ζήτημα του λειτουργικού αναλφαβητισμού, δηλαδή την ικανότητα κάποιου να διαβάζει χωρίς, όμως, να μπορεί να αξιοποιεί αποτελεσματικά την πληροφορία στην καθημερινή ζωή. Το φαινόμενο αυτό δεν αφορά στην έλλειψη γνώσεων, αλλά στην αδυναμία των ατόμων να μετατρέψουν την πληροφορία σε κατανοητή και εφαρμόσιμη γνώση.

Κατανόηση κειμένου, απομνημόνευση και βαθμοθηρία στην εκπαίδευση
Η βαθμοθηρία, επίσης, καλλιεργεί την ψευδαίσθηση της γνώσης. Ο μαθητής μπορεί να πετύχει έναν υψηλό βαθμό χωρίς, όμως, να έχει κατανοήσει σε βάθος το αντικείμενο που μελέτησε. Η πληροφορία απομνημονεύεται προσωρινά για τις ανάγκες της εξέτασης και συχνά ξεχνιέται λίγο αργότερα. Η μάθηση, δηλαδή, συνδέεται με το διαγώνισμα και την αξιολόγηση και όχι με την ουσιαστική κατανόηση. Ο μαθητής δεν εστιάζει στο «γιατί», αλλά στο «πώς θα το γράψει».
Κατανόηση κειμένου και ανάπτυξη κριτικής σκέψης
Η γνώση, επίσης, αποκτά νόημα, όταν συνδέεται με εμπειρίες, ερωτήματα και καταστάσεις που ενδιαφέρουν και κινητοποιούν τον μαθητή. Όταν παρουσιάζεται ως μια σειρά από συμπυκνωμένες πληροφορίες χωρίς εμφανή σχέση με την πραγματική ζωή, συχνά απομνημονεύεται προσωρινά και ξεχνιέται εξίσου γρήγορα. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι μαθητές δεν μπορούν να μάθουν. Σημαίνει, ότι απλώς δυσκολεύονται να βρουν έναν λόγο για να θυμούνται.
Το μεγαλύτερο, ίσως, κενό της εκπαίδευσης είναι ότι σπάνια διδάσκει τη διαδικασία της μάθησης. Δηλαδή, οι μαθητές μαθαίνουν τι να διαβάσουν, όχι όμως πώς να ελέγχουν αν το κατάλαβαν. Έτσι, η μελέτη συχνά συγχέεται με την κατανόηση, ενώ η μία δεν συνεπάγεται απαραίτητα την άλλη. Ένα κείμενο, συνεπώς, μπορεί να διαβαστεί πολλές φορές χωρίς, όμως, να έχει γίνει πραγματικά κτήμα του αναγνώστη.
Πηγές:
Ατταλί Ζ. (2026), “Παίρνοντας στα σοβαρά τη μάχη για την ανθρώπινη προσοχή”, 02/04/2026, Ανακτήθηκε από: https://www.kreport.gr (τελευταία πρόσβαση 4/6/2026)
Bilgesu E. (2026), “Η Επιστήμη του να Μην Ξέρεις ότι Δεν Ξέρεις: Γιατί το Φαινόμενο Dunning-Kruger Είναι Παραπλανητικό;”. Ανακτήθηκε από: https://www.hiwellapp.com (τελευταία πρόσβαση 4/6/2026)
ΟΔΗΓΟΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟ «Εργαλεία Σύγχρονης Προσέγγισης της Διαφοροποιημένης Παιδαγωγικής», Ανακτήθηκε από: https://prosvasimo.iep.edu.gr (τελευταία πρόσβαση 4/6/2026)
Λακασάς Α. (2026), “Εκπαίδευση: Μαθητές δεν κατανοούν τι διαβάζουν”, Καθημερινή, Ανακτήθηκε από: https://www.kathimerini.gr (τελευταία πρόσβαση 4/6/2026)


