Σοκαρισμένη η ελληνική κοινωνία παρακολουθεί τα τελευταία χρόνια στυγερές δολοφονίες γυναικών στο πλαίσιο της έμφυλης ανισότητας, παραμένοντας όμως απαθής απέναντι στην σκληρή πραγματικότητα που βιώνουν γυναίκες και θηλυκότητες στη χώρα μας. Η γυναικοκτονία δεν αποτελεί ένα φαινόμενο που εμφανίστηκε στην σύγχρονη εποχή, αλλά την πιο ακραία μορφή έμφυλης βίας που συνδέεται με μακροχρόνιες κοινωνικές αντιλήψεις για τη θέση και τον ρόλο των γυναικών. Παρότι ο όρος γυναικοκτονία απέκτησε ιδιαίτερη σημασία στη δημόσια σφαίρα τις τελευταίες δεκαετίες, οι κοινωνικές συνθήκες που επιτρέπουν την άσκηση βίας και ελέγχου πάνω στις γυναίκες έχουν βαθύτερες ιστορικές ρίζες.
Επομένως, δεν αρκεί να εξετάσουμε την πράξη του δράστη ως ένα μεμονωμένο έγκλημα. Γυναικοκτονία και αντιλήψεις συνδέονται άμεσα με το κοινωνικό και πολιτισμικό περιβάλλον μέσα στο οποίο διαμορφώνονται αντιλήψεις για την εξουσία, την ισότητα των φύλων και την ανοχή της βίας. Εξετάζοντας λοιπόν, τη σχέση ανάμεσα στην πατριαρχική κουλτούρα, τις έμφυλες ανισότητες και την προστασία των ανθρώπινων δικαιωμάτων προσεγγίζουμε τη γυναικοκτονία ως ένα κοινωνικό φαινόμενο που απαιτεί συλλογική αναγνώριση, πρόληψη και αντιμετώπιση και όχι απλά ως ένα νομικό ή ποινικό ζήτημα.
Ορισμός: Ιστορική εξέλιξη
Ο όρος γυναικοκτονία αναφέρεται στις δολοφονίες γυναικών και κοριτσιών εξαιτίας του φύλου τους. «Ο όρος περιλαμβάνει μεταξύ άλλων τη δολοφονία γυναίκας 1) ως αποτέλεσμα άσκησης βίας από ερωτικό σύντροφο, 2) τον βασανισμό και τη δολοφονία γυναίκας ως αποτέλεσμα μισογυνισμού, 3) τη δολοφονία γυναικών και κοριτσιών ως «εγκλήματα για λόγους τιμής», 5) τη στοχευμένη δολοφονία γυναικών και κοριτσιών στο πλαίσιο ένοπλων συγκρούσεων, 6) τη δολοφονία γυναικών λόγω προίκας, τη δολοφονία γυναικών και κοριτσιών εξ’ αιτίας του σεξουαλικού προσανατολισμού τους και της ταυτότητας φύλου, 7) τη δολοφονία αυτόχθονων γυναικών και κοριτσιών εξαιτίας του φύλου τους, 8) βρεφοκτονία και εμβρυοκτονία βασισμένη στην επιλογή φύλου, 9) περιπτώσεις γυναικοκτονίας οι οποίες συνδέονται με τον ακρωτηριασμό των γυναικείων γεννητικών οργάνων, 10) κατηγορίες μαγείας περιπτώσεις γυναικοκτονίας οι οποίες συνδέονται με συμμορίες, 11) το οργανωμένο έγκλημα, εμπόρους ναρκωτικών και την εμπορία γυναικών και κοριτσιών» σύμφωνα με το Ευρωπαϊκό Ινστιτούτο για την Ισότητα των Φύλων (2026).
Οι επιστημονικές προσεγγίσεις, οι εκάστοτε νομοθεσίες και οι διεθνείς οργανισμοί δεν χρησιμοποιούν πάντοτε τα ίδια κριτήρια για να προσδιορίσουν ποιες περιπτώσεις πρέπει να καταγράφονται ως γυναικοκτονίες. Κάποιοι ορισμοί δίνουν έμφαση στη δολοφονία γυναικών από άνδρες εξαιτίας του φύλου τους, ενώ άλλες ερευνητικές προσεγγίσεις εξετάζουν ευρύτερα όλες τις ανθρωποκτονίες με θύματα γυναίκες, χωρίς να προϋποθέτουν ότι έχει αποδειχθεί συγκεκριμένο έμφυλο κίνητρο. Αυτή η διαφορά επηρεάζει την καταγραφή των περιστατικών και την ερμηνεία τους από την κοινωνία και τους θεσμούς (United Nations Women & UNODC, 2022).
Ο όρος φαίνεται να εμφανίζεται για πρώτη φορά τον 19 αιώνα (1801) αλλά αποκτά ισχύ τις δεκαετίες του 1960 και 1970 στο πλαίσιο των φεμινιστικών κινημάτων και της επιστημονικής έρευνας. Την περίοδο εκείνη, φεμινίστριες, ερευνήτριες και ακτιβίστριες άρχισαν να αμφισβητούν την αντίληψη ότι η βία κατά των γυναικών αποτελούσε αποκλειστικά ζήτημα περιορισμένο στο εσωτερικό της οικογένειας ή της συντροφικής σχέσης. Η κακοποίηση από συζύγους και συντρόφους, η σεξουαλική κακοποίηση και οι δολοφονίες γυναικών άρχισαν να εξετάζονται ως ζητήματα που συνδέονται με την κοινωνική οργάνωση, τις έμφυλες ανισότητες και την κατανομή της εξουσίας. Στον αγώνα αυτό καθοριστική υπήρξε η συμβολή της κοινωνιολόγου Diana Russell, η οποία χρησιμοποίησε τον όρο το 1976 στο Διεθνές Δικαστήριο για τα Εγκλήματα κατά των Γυναικών στις Βρυξέλλες, ως εναλλακτική προς τον γενικότερο όρο «ανθρωποκτονία». Η Russell επιδίωκε να δείξει πως, όταν μια γυναίκα δολοφονείται, και μόνο το γεγονός ότι είναι γυναίκα δεν πρέπει να θεωρείται αυτομάτως άσχετο με το έγκλημα.

Η έννοια εξελίχθηκε σταδιακά. Σε μεταγενέστερες διατυπώσεις της, η Russell συνέδεσε τη γυναικοκτονία με τη δολοφονία γυναικών από άνδρες λόγω του φύλου τους και με την ύπαρξη μισογυνιστικών αντιλήψεων. Κομβικής σημασίας αποτελεί η σφαγή του 1989 στο Πολυτεχνείο του Μόντρεαλ στον Καναδά, όπου ένας ένοπλος άνδρας δολοφόνησε δεκατέσσερις γυναίκες, περιστατικό που συνέβαλε στην ευρύτερη αναγνώριση της γυναικοκτονίας ως διακριτού φαινομένου, καθώς ανέδειξε με ιδιαίτερα εμφανή τρόπο τη σύνδεση της θανατηφόρας βίας με τον μισογυνισμό (Brodie, 2024). Γυναικοκτονία και αντιλήψεις αποτελούν, επομένως, δυο έννοιες που συνδέονται με τον τρόπο με τον οποίο η βία κατά των γυναικών γινόταν αντιληπτή από την ευρύτερη κοινωνία.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η διάκριση ανάμεσα στους αγγλικούς όρους femicide και feminicide. Ο όρος femicide συνδέεται κυρίως με τη δολοφονία γυναικών λόγω του φύλου τους. Στη φεμινιστική προσέγγιση της Russell, η έννοια εστιάζει στη μισογυνιστική διάσταση της βίας και στις σχέσεις εξουσίας που μπορούν να οδηγήσουν στην εξόντωση γυναικών. Δεν αφορά, επομένως, απλώς το βιολογικό φύλο του θύματος, αλλά την πιθανή σύνδεση του εγκλήματος με τις κοινωνικές αντιλήψεις και πολιτισμικές πρακτικές που υποτιμούν και επιχειρούν να ελέγξουν τις γυναίκες.
Αντίθετα, ο όρος feminicide, ο οποίος αναπτύχθηκε ιδιαίτερα στη Λατινική Αμερική, προσθέτει μια σημαντική πολιτική και θεσμική διάσταση. Η Μεξικανή ακαδημαϊκός και ακτιβίστρια Marcela Lagarde συνέδεσε την έννοια με τις δολοφονίες γυναικών στη μεξικανική πόλη Σιουδάδ Χουάρες και με την αδυναμία των αρχών να προστατεύσουν αποτελεσματικά τις γυναίκες και να αποδώσουν ευθύνες για τα εγκλήματα. Η λέξη χρησιμοποιείται επομένως, προκειμένου να αποτυπωθεί το στοιχείο της ατιμωρησίας και της θεσμικής βίας λόγω έλλειψης λογοδοσίας και επαρκούς ανταπόκρισης από την πλευρά του κράτους, όταν διαπράττονται τέτοιες δολοφονίες (Brodie, 2024; Russell & Radford, 1992).

Γυναικοκτονία και αντιλήψεις στο πολιτισμικό πλαίσιο
Σε κοινωνίες όπου εξακολουθούν να επιβιώνουν στερεότυπα που συνδέουν τον ανδρισμό με την κυριαρχία, την εξουσία και τον έλεγχο, η γυναικεία αυτονομία μπορεί να αντιμετωπίζεται από ορισμένους δράστες ως απειλή. Η απόφαση μιας γυναίκας να τερματίσει μια σχέση, να αρνηθεί μια απαίτηση ή να καθορίσει ανεξάρτητα τη ζωή της μπορεί να εκληφθεί ως αμφισβήτηση της εξουσίας που ο δράστης θεωρεί ότι δικαιούται να ασκεί πάνω της. Αυτό δεν σημαίνει ότι όλοι οι άνδρες που έχουν μεγαλώσει σε ένα συγκεκριμένο κοινωνικό περιβάλλον θα ασκήσουν βία, ούτε ότι η κουλτούρα αποτελεί από μόνη της επαρκή εξήγηση για κάθε γυναικοκτονία. Σημαίνει, όμως, ότι οι ατομικές συμπεριφορές δεν αναπτύσσονται σε κοινωνικό κενό. Οι αντιλήψεις για την γυναικοκτονία ως υπέρτατη πράξη επιβολής και τους έμφυλους ρόλους, η αποδοχή και η ανοχή της επιθετικότητας και ο τρόπος με τον οποίο η κοινωνία αντιλαμβάνεται την εξουσία μέσα στις σχέσεις αποτελούν σημαντικές διαστάσεις που πρέπει να εξετάζονται (Brodie, 2024).
Η πολιτισμική διάσταση είναι ιδιαίτερα εμφανής όταν η βία δικαιολογείται στο όνομα της οικογένειας, της τιμής ή της κοινωνικής φήμης. Σε τέτοιες περιπτώσεις, οι κοινωνικοί κανόνες μπορούν να χρησιμοποιηθούν για να περιορίσουν τις επιλογές των γυναικών και να παρουσιάσουν τον έλεγχο της συμπεριφοράς τους ως θεμιτό. Καίρια η σημασία της γλώσσας και της κοινωνικής αναγνώρισης. Για δεκαετίες, η βία κατά των γυναικών παρουσιαζόταν συχνά ως ιδιωτική υπόθεση ή ως αποτέλεσμα μιας προσωπικής διαμάχης. Η ανάπτυξη της έννοιας της γυναικοκτονίας συνέβαλε στην αμφισβήτηση αυτής της αντίληψης, προσφέροντας έναν τρόπο να αναγνωριστεί η πιθανή σύνδεση των εγκλημάτων με τις έμφυλες σχέσεις εξουσίας (Brodie, 2024)..
Η ονομασία του φαινομένου και κατ’ επέκταση η νομική κατοχύρωση του όρου έχει, συνεπώς, πολιτική και κοινωνική σημασία. Όταν ένα έγκλημα περιγράφεται αποκλειστικά ως αποτέλεσμα ζήλιας, θυμού ή μιας αποτυχημένης σχέσης, η προσοχή περιορίζεται στα συναισθήματα και στις προσωπικές συνθήκες του δράστη, και παράλληλα ελλοχεύει ο κίνδυνος για την ενοχοποίηση του θύματος και το ξέπλυμα των θυτών (Brodie, 2024).
Γυναικοκτονία και αντιλήψεις: Πατριαρχία;
Με τον όρο πατριαρχία περιγράφεται ένα κοινωνικό σύστημα στο οποίο οι άνδρες κατέχουν συστηματικά προνομιακές θέσεις εξουσίας, ενώ οι γυναίκες αντιμετωπίζουν περιορισμούς στην αυτονομία, τη συμμετοχή τους στην κοινωνική ζωή και την άσκηση των δικαιωμάτων τους. Η πατριαρχία δεν αφορά μόνο την εξουσία ενός άνδρα μέσα στην οικογένεια. Μπορεί να εκφράζεται και μέσα από τους θεσμούς, την εργασία, την εκπαίδευση, τις κοινωνικές προσδοκίες και τις αντιλήψεις για το τι θεωρείται κατάλληλη συμπεριφορά για έναν άνδρα ή μια γυναίκα. Η πατριαρχική κουλτούρα συνδέεται με την αντίληψη ότι οι άνδρες πρέπει να είναι κυρίαρχοι και ισχυροί, ενώ οι γυναίκες οφείλουν να είναι υπάκουες και να αποδέχονται την εξουσία τους. Τέτοιες αντιλήψεις συμβάλλουν στη δημιουργία άνισων σχέσεων, στις οποίες η γυναίκα μπορεί να αντιμετωπίζεται ως κατώτερη ή ως πρόσωπο που πρέπει να ελέγχεται. Όταν η ανδρική κυριαρχία παρουσιάζεται ως φυσική και αυτονόητη, η ισότιμη σχέση μεταξύ των δύο φύλων δεν μπορεί να εδραιωθεί.
Έτσι, η επιθυμία για έλεγχο μπορεί να μετατραπεί σε βία. Μεγάλη μερίδα ανδρών αντιδρούν με βίαιο τρόπο όταν αισθάνονται ότι αμφισβητείται η εξουσία τους, όταν απορρίπτονται από μια γυναίκα ή όταν εκείνη αρνείται να συμμορφωθεί με τις επιθυμίες τους. Σε αυτό το πλαίσιο, η απόρριψη δεν αντιμετωπίζεται ως δικαίωμα του άλλου ανθρώπου, αλλά ερμηνεύεται ως προσβολή, απώλεια ελέγχου ή πλήγμα στην ανδρική αξιοπρέπεια (Refika, Susanti & Suparta, 2024).
Επίσης, μαζί με την πατριαρχική κουλτούρα έρχεται και η κανονικοποίηση της βίας κατά των γυναικών, η διαδικασία μέσα από την οποία συμπεριφορές που περιορίζουν, υποτιμούν ή βλάπτουν μια γυναίκα αρχίζουν να θεωρούνται συνηθισμένες, αναμενόμενες ή λιγότερο σοβαρές από όσο πραγματικά είναι. Η κανονικοποίηση δεν σημαίνει απαραίτητα ότι όλοι οι άνθρωποι συμφωνούν συνειδητά με τη βία. Μπορεί να εκφράζεται μέσα από καθημερινές αντιλήψεις, δικαιολογίες, σιωπές και κοινωνικές αντιδράσεις που επιτρέπουν σε άνισες σχέσεις να συνεχίζονται. Και φυσικά, η ευθύνη μεταφέρεται στη γυναίκα (επειδή δήθεν προκάλεσε τον σύντροφό της, τον απέρριψε ή δεν συμπεριφέρθηκε όπως αναμενόταν) η συμπεριφορά του δράστη κινδυνεύει να παρουσιαστεί ως μια κατανοητή αντίδραση αντί για δική του συνειδητή επιλογή. Γυναικοκτονία και αντιλήψεις, συνεπώς, αποτελούν σημαντικές παραμέτρους για την κατανόηση της έμφυλης βίας (Refika, Susanti & Suparta, 2024).

Η γυναικοκτονία αποτελεί ένα κοινωνικό κατασκεύασμα των πατριαρχικών κοινωνιών και όχι κάποιο φυσιολογικό ή βιολογικό χαρακτηριστικό των έμβιων όντων. Οι κοινωνικές και πολιτισμικές αντιλήψεις συμπεριλαμβανομένης της πατριαρχικής κουλτούρας αποτελούν τον ακρογωνιαίο λίθο της εκδήλωσης της έμφυλης βίας διαχρονικά στις ανθρώπινες κοινωνίες. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι η γυναικοκτονία αποτελεί αποκλειστικά πολιτισμικό φαινόμενο. Σημαίνει ότι ο πολιτισμός αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα επίπεδα στα οποία μπορούμε να αναζητήσουμε παράγοντες που επηρεάζουν τις κοινωνικές σχέσεις και τις αντιδράσεις απέναντι στη βία. Οι άνθρωποι δεν μεγαλώνουν αποκομμένοι από την κοινωνία τους. Μαθαίνουν, μέσα από την οικογένεια, το σχολείο, τις παρέες, τη θρησκεία, τα μέσα ενημέρωσης και την ψυχαγωγία, αντιλήψεις για το τι σημαίνει να είσαι άνδρας ή γυναίκα, πώς πρέπει να λειτουργεί μια σχέση και ποια συμπεριφορά θεωρείται αποδεκτή.
Η σύνδεση με τον πολιτισμό γίνεται ακόμη πιο ουσιαστική όταν εξετάζουμε τον τρόπο με τον οποίο μια κοινωνία μιλά για τις γυναικοκτονίες. Οι λέξεις που χρησιμοποιούνται, οι καθημερινές συζητήσεις στα καφενεία, στη δουλειά, τα «αστεία» περί κακοποίησης των γυναικών στις παρέες ανδρών, οι λεπτομέρειες που προβάλλονται και τα ερωτήματα που τίθενται μπορούν να επηρεάσουν την ερμηνεία ενός περιστατικού από το κοινό. Ο πολιτισμός όμως δεν είναι μόνο το πλαίσιο μέσα στο οποίο μπορεί να αναπαράγεται η ανισότητα. Είναι και το πεδίο στο οποίο αυτή μπορεί να αμφισβητηθεί. Η εκπαίδευση, η δημόσια συζήτηση, η τέχνη, η λογοτεχνία και τα μέσα μαζικής ενημέρωσης μπορούν να συμβάλουν στην κριτική εξέταση των στερεοτύπων και στην ανάδειξη σχέσεων που βασίζονται στην ισότητα και στον σεβασμό της αυτονομίας.
Πηγές
Brodie, N.R. (2024), Femicide: A Need for Orientation. Sociology Compass, 18: e70017. Ανακτήθηκε από: https://doi.org/10.1111/soc4.70017 (τελευταία πρόσβαση 1/11/2026)
European Institution For Gender Equality (2026). Ανακτήθηκε από: https://eige.europa.eu/ (τελευταία πρόσβαση 1/11/2026)
United Nations Women & UNODC (2022). Statistical framework for measuring the gender-related killings of women and girls. Ανακτήθηκε από: https://data.unwomen.org/publications/statistical-framework-measuring-gender-related-killings-women-and-girls-also-referred (τελευταία πρόσβαση από 1/11/2026)
Refika, F., Susanti, H., & Suparta, E. (2024). Influences of patriarchal culture and femicide as a form of gender-based violence against women from human rights perspective. Salasika: Indonesian Journal of Gender, Women, Child, & Social Inclusion’s Studies, 7(1), 63–78.
Russell, D. E. H., & Radford, J. (Eds.). (1992). Femicide: The Politics of Woman Killing. Ανακτήθηκε από: https://www.dianarussell.com/defining-femicide-.html (τελευταία πρόσβαση 1/11/2026)


