
Στην καθημερινή ζωή, οι άνθρωποι συχνά περιγράφουν τον εαυτό τους μέσα από γεγονότα: «χώρισα», «αρρώστησα», «έχασα τη δουλειά μου», «πέρασα μια δύσκολη περίοδο». Αυτές οι εμπειρίες δεν είναι απλώς αναμνήσεις· αφήνουν ίχνη στον τρόπο που σκεφτόμαστε, αισθανόμαστε και τελικά ορίζουμε τον εαυτό μας.
Ιδιαίτερα όταν πρόκειται για έντονες ή επώδυνες καταστάσεις, υπάρχει μια σχεδόν φυσική τάση να τις τοποθετούμε στο κέντρο της προσωπικής μας ιστορίας. Σαν να γίνονται ένας φακός μέσα από τον οποίο βλέπουμε τα πάντα. Κάπως έτσι, χωρίς να το καταλάβουμε, μπορεί να περάσουμε από το «μου συνέβη κάτι δύσκολο» στο «είμαι αυτό που μου συνέβη».
Αυτή η μετατόπιση δεν γίνεται απότομα. Είναι περισσότερο σαν μια αργή προσαρμογή, όπου το γεγονός αρχίζει να επηρεάζει την εικόνα που έχουμε για τον εαυτό μας. Ωστόσο, η σύγχρονη ψυχολογία δείχνει ότι η σχέση ανάμεσα στην εμπειρία και την ταυτότητα δεν είναι τόσο άμεση ή μονοδιάστατη όσο συχνά πιστεύουμε.
Η εμπειρία δεν είναι συνώνυμο της ταυτότητας
Σύμφωνα με την προσέγγιση της αφηγηματικής θεραπείας, οι άνθρωποι δεν είναι απλώς το άθροισμα όσων τους έχουν συμβεί. Αντίθετα, οργανώνουν τη ζωή τους μέσα από ιστορίες που δίνουν νόημα στις εμπειρίες τους (McAdams, 2001).
Αυτό σημαίνει ότι το ίδιο γεγονός μπορεί να αποκτήσει διαφορετική σημασία, ανάλογα με το πώς εντάσσεται στην προσωπική αφήγηση. Για παράδειγμα, μια αποτυχία μπορεί να βιωθεί είτε ως απόδειξη ανεπάρκειας είτε ως εμπειρία μάθησης. Με έναν τρόπο, η εμπειρία είναι το «υλικό», αλλά η ταυτότητα είναι η «ερμηνεία». Και αυτή η ερμηνεία δεν είναι σταθερή· μπορεί να αλλάξει με τον χρόνο.
Η δύναμη της αφήγησης
Η αφηγηματική θεραπεία, όπως αναπτύχθηκε από τους White και Epston (1990), βασίζεται στην ιδέα ότι οι άνθρωποι ζουν μέσα από τις ιστορίες που αφηγούνται για τη ζωή τους. Όταν μια δύσκολη εμπειρία κυριαρχεί, μπορεί να δημιουργηθεί μια περιοριστική αφήγηση, όπου το άτομο βλέπει τον εαυτό του κυρίως μέσα από αυτό το γεγονός.
Για παράδειγμα, κάποιος μπορεί να αρχίσει να σκέφτεται: «είμαι ένας άνθρωπος που αποτυγχάνει» ή «είμαι κάποιος που δεν τα καταφέρνει στις σχέσεις». Αυτές οι γενικεύσεις δεν προκύπτουν από ένα μόνο γεγονός, αλλά από τον τρόπο που το γεγονός ενσωματώνεται στην αφήγηση του εαυτού.
Η θεραπευτική δουλειά εδώ δεν είναι να αρνηθεί την εμπειρία, αλλά να «ξεδιπλώσει» την ιστορία. Να βοηθήσει το άτομο να δει και άλλα στοιχεία της ζωής του — στιγμές αντοχής, επιλογών, ακόμη και μικρών αλλαγών που ίσως είχαν περάσει απαρατήρητες. Με άλλα λόγια, η αφήγηση δεν αλλάζει το παρελθόν, αλλά μπορεί να αλλάξει τη σχέση μας με αυτό.
Όταν ο τραύμα γίνεται ο μοναδικός φακός
Η έρευνα δείχνει ότι όταν μια δύσκολη εμπειρία καταλαμβάνει κυρίαρχη θέση στην ταυτότητα, συχνά συνδέεται με αυξημένη ψυχολογική επιβάρυνση (Karnilowicz, 2011). Αυτό συμβαίνει γιατί η ταυτότητα γίνεται περιοριστική — σαν να χωράει ολόκληρη η ζωή σε μία μόνο ερμηνεία.
Επιπλέον, μελέτες πάνω στην επεξεργασία νοήματος δείχνουν ότι οι άνθρωποι που δυσκολεύονται να εντάξουν μια εμπειρία σε ένα ευρύτερο πλαίσιο ζωής εμφανίζουν μεγαλύτερα επίπεδα στρες και δυσφορίας (Park, 2010). Δεν είναι το ίδιο το γεγονός που καθορίζει απόλυτα την προσαρμογή, αλλά το πώς αυτό το γεγονός «τοποθετείται» μέσα στη συνολική ιστορία του ατόμου.
Η ανακατασκευή του νοήματος
Η προσαρμογή μετά από μια δύσκολη εμπειρία δεν σημαίνει απαραίτητα επιστροφή στην προηγούμενη κατάσταση. Συχνά, πρόκειται για μια διαδικασία ανακατασκευής νοήματος — μια προσπάθεια να ενταχθεί το γεγονός σε μια νέα αφήγηση που να μπορεί να «χωρέσει» την εμπειρία χωρίς να καταρρεύσει η ταυτότητα (Neimeyer, 2000).
Σε αυτό το πλαίσιο, η αλλαγή δεν είναι μόνο απώλεια. Μπορεί να περιλαμβάνει και νέες μορφές κατανόησης ή προσαρμογής. Η έννοια της μετατραυματικής ανάπτυξης δείχνει ότι, σε ορισμένες περιπτώσεις, οι άνθρωποι αναπτύσσουν νέες προτεραιότητες, σχέσεις ή τρόπους σκέψης μετά από δύσκολες εμπειρίες (Tedeschi & Calhoun, 2004). Αυτό δεν σημαίνει ότι το τραύμα «είναι καλό», αλλά ότι ο άνθρωπος έχει τη δυνατότητα να το εντάξει σε μια πιο σύνθετη εικόνα του εαυτού.
Δεν είμαστε μόνο αυτά που συμβαίνουν σε εμάς
Ίσως τελικά η πιο ουσιαστική αλλαγή δεν είναι να ξεχάσουμε ό,τι μας συνέβη, αλλά να σταματήσουμε να το βλέπουμε ως το μοναδικό στοιχείο που μας ορίζει.
Η εμπειρία είναι μέρος της ιστορίας, όχι ολόκληρη η ιστορία. Όπως σε κάθε αφήγηση, υπάρχουν πολλά κεφάλαια — κάποια δύσκολα, κάποια πιο φωτεινά, κάποια που ακόμη γράφονται. Και ίσως εκεί βρίσκεται και η πιο ουσιαστική ελευθερία:
στο ότι, παρόλο που δεν επιλέγουμε πάντα τι θα μας συμβεί, μπορούμε —σε κάποιο βαθμό— να επηρεάσουμε τον τρόπο που αυτό θα ενταχθεί στην ιστορία του εαυτού μας.
Γιατί ο άνθρωπος δεν είναι μόνο αυτό που του συνέβη.
Είναι και αυτό που συνεχίζει να γίνεται.
Πηγές
- McAdams, D. P. (2001). The psychology of life stories.
- White, M., & Epston, D. (1990). Narrative means to therapeutic ends.
- Neimeyer, R. A. (2000). Meaning reconstruction and the experience of loss.
- Karnilowicz, W. (2011). Identity and psychological ownership in chronic illness.
- Park, C. L. (2010). Meaning making in the context of stressful life events.
- Tedeschi, R. G., & Calhoun, L. G. (2004). Posttraumatic growth.


