Αν μπεις σε ένα σύγχρονο πάρκο, οι δρομείς δεν ακούνε πια μόνο την ανάσα τους ή κάποιο δυνατό ροκ κομμάτι για να τους δώσει ώθηση. Όχι. Τώρα ακούνε τον Ντοστογιέφσκι να αναλύει τα υπαρξιακά του αδιέξοδα, ενώ εκείνοι κάνουν σπριντ στο 1.5x. Κάποιοι μάλιστα το πάνε και στο 2x. Και κάπου εδώ γεννάται το μεγάλο ερώτημα που διχάζει τα φιλολογικά σαλόνια: είναι τελικά λογοτεχνία το να «διαβάζεις» ένα βιβλίο με τα αυτιά σου, τρέχοντας με τον ρυθμό ενός μαινόμενου ταύρου;
Το έγκλημα κατά της… καθοδήγησης της τέχνης
Ας είμαστε ειλικρινείς. Όταν ο Μπαλζάκ ή ο Καζαντζάκης έγραφαν τις σελίδες τους, δύσκολα θα φαντάζονταν έναν τύπο με φωσφοριζέ κολάν να προσπαθεί να προλάβει την αλλαγή στο φανάρι, ακούγοντας τον Ρασκόλνικοφ να εξομολογείται τα εγκλήματά του σε υπερένταση.
Βέβαια, για να είμαστε δίκαιοι, η λογοτεχνία δεν γεννήθηκε ως σιωπηλή υπόθεση. Για αιώνες οι ιστορίες αφηγούνταν μεγαλόφωνα, πριν ακόμη τυπωθούν σε βιβλία. Αν κάποιος συγγραφέας του 19ου αιώνα θα έβρισκε φυσική την ιδέα να ακούγονται τα έργα του, αυτός θα ήταν μάλλον ο Ντίκενς, που συνήθιζε να τα διαβάζει ο ίδιος μπροστά σε γεμάτες αίθουσες. Το πρόβλημα, λοιπόν, δεν είναι τόσο ότι ακούμε λογοτεχνία· είναι ότι τη βάζουμε να τρέχει μαζί μας.
Για πολλούς βιβλιόφιλους, η ανάγνωση είναι μια μικρή ιεροτελεστία: η μυρωδιά του χαρτιού, ο καφές που κρυώνει, το βλέμμα που χάνεται στο κενό καθώς επεξεργάζεσαι μια βαριά μεταφορά. Το audiobook, αντίθετα, μοιάζει να σερβίρει την υψηλή τέχνη σε μορφή fast food.
«Γρήγορα, χώνεψε τον Αριστοτέλη· έχουμε ακόμη πέντε χιλιόμετρα μέχρι το επόμενο στενό!»
Αν αρχίσουμε να ακούμε τα βιβλία σε διπλή ταχύτητα, κινδυνεύουμε να μετατρέψουμε την αισθητική απόλαυση σε αγώνα δρόμου – κυριολεκτικά. Σε λίγο θα κυκλοφορεί η νέα ποιητική συλλογή και θα την ακούμε σαν voice message, ενώ θα κάνουμε skip τα επίθετα για να κερδίσουμε χρόνο.

Η άλλη όψη: Ο εγκέφαλος δεν είναι τόσο ελιτιστής
Από την άλλη, ας μην γίνουμε γραφικοί βιβλιοφάγοι της πυράς. Ο σύγχρονος άνθρωπος έχει χρόνο ακριβώς όσο χρειάζεται για να πιει μια γουλιά νερό και να νιώσει ενοχές που δεν διάβασε αρκετά. Αν δεν υπήρχαν τα audiobooks, ο μέσος πολίτης μάλλον θα διάβαζε ελάχιστα βιβλία τον χρόνο —και αυτό υπό την απειλή όπλου ή λόγω δικαστικής απόφασης.
Κατά τη γνώμη μου, το να ακούς ένα βιβλίο δεν σε κάνει λιγότερο αναγνώστη. Ο εγκέφαλος ενδιαφέρεται πρωτίστως για το νόημα. Αν και η ανάγνωση και η ακρόαση ενεργοποιούν διαφορετικά αισθητηριακά συστήματα, μοιράζονται σε μεγάλο βαθμό τα ίδια δίκτυα κατανόησης της γλώσσας. Με άλλα λόγια, είτε κοιτάζεις τις λέξεις είτε τις ακούς, η φαντασία εξακολουθεί να κάνει τη δύσκολη δουλειά: να χτίζει κόσμους, χαρακτήρες και δράματα.
Το μόνο πραγματικό ζήτημα είναι η… ταχύτητα. Μέχρι περίπου το 1.5x οι περισσότεροι ακροατές εξακολουθούν να παρακολουθούν άνετα την αφήγηση. Από εκεί και πάνω, όμως, οι ήρωες της παγκόσμιας λογοτεχνίας αρχίζουν να συμπεριφέρονται σαν να έχουν καταναλώσει δέκα εσπρέσο ο καθένας.
Η χρυσή τομή: Λογοτεχνία με καρδιακούς παλμούς
Είναι λοιπόν λογοτεχνία; Φυσικά και είναι. Η λογοτεχνία δεν κατοικεί στο χαρτί ούτε στα ακουστικά. Κατοικεί στη φαντασία εκείνου που την προσλαμβάνει. Αν ο Τολστόι μπορεί να συνυπάρξει αρμονικά με τους καρδιακούς σου παλμούς και την ανηφόρα της γειτονιάς σου, κανείς δεν έχει δικαίωμα να σου το απαγορεύσει.
Ίσως, τελικά, το πραγματικό ερώτημα να μην είναι αν τα audiobooks αποτελούν «αληθινή» ανάγνωση. Το ουσιαστικότερο ερώτημα είναι αν οι ιστορίες εξακολουθούν να μας αγγίζουν. Αν μια φράση μάς κάνει να χαμογελάσουμε στη μέση της διαδρομής, αν ένας ήρωας μάς συντροφεύει σε έναν πρωινό περίπατο ή αν μια ιδέα μάς απασχολεί για ώρες μετά το τέλος της αφήγησης, τότε η λογοτεχνία έχει ήδη πετύχει τον σκοπό της.
Άλλωστε, κάθε εποχή διαβάζει με τα δικά της μέσα. Κάποτε οι άνθρωποι άκουγαν τα έπη από τους ραψωδούς, αργότερα γύριζαν τις σελίδες των βιβλίων και σήμερα φορούν ακουστικά. Το μέσο αλλάζει· η δύναμη της αφήγησης όχι.
Είτε γυρίζεις σελίδες είτε χιλιόμετρα, σημασία έχει να μη σταματήσεις ποτέ να ταξιδεύεις στις ιστορίες.


