Ο Πλάτωνας είναι παραπλανητικός συγγραφέας. Ποτέ δεν μπορείς να ‘σαι σίγουρος για την ειλικρίνεια ή ειρωνεία ακόμα και των τίτλων ή υποτίτλων των έργων του. Η περίπτωση του Σοφιστή είναι χαρακτηριστική: ενώ ο τίτλος κι ο εισαγωγικός προβληματισμός του προϊδεάζουν για μια ακόμη από τις πολλές (ενίοτε κουραστικές βέβαια, ή κι εκνευριστικές) διαμάχες του πλατωνικού Σωκράτη και των οπαδών του με το σοφιστικό κίνημα, αποδεικνύεται στην ουσία του μια γενναία αντιπαράθεση με το σημαντικότερο και πιο θεμελιώδες πρόβλημα της δυτικής φιλοσοφίας -το ερώτημα για το ον. Και παρότι το υποδηλώνει, ο υπότιτλος παραμένει αποπροσανατολιστικός. Τον -ώριμο πλέον τότε- Πλάτωνα τον απασχολεί εδώ περισσότερο οτιδήποτε δεν είναι ον – αλλά συνάμα είναι προϋπόθεσή του. Σχετικά ασφαλές, λοιπόν, να μιλήσουμε για ένα διάλογο “περί του μη όντος”.
Ο Σοφιστής* ανήκει στην ύστερη περίοδο της πλατωνικής σκέψης και γραμματείας, κι έτσι διαφέρει σημαντικά από άλλα, γνωστότερα έργα του. Πολλή συζήτηση και αμφιβολία υπάρχει γενικά γύρω απ’ το περιεχόμενό του και τη θέση του στο πλατωνικό corpus. Η απουσία της θεωρίας των Ιδεών, το άνοιγμα σ’ ένα πιο αφηρημένο κι “αν-εικονικό” πλαίσιο (χωρίς μύθους), τα κάπως θολά του συμπεράσματα, προκαλούν αμηχανία σε μελετητές κι αναγνώστες. Η πιο πειστική εξήγηση (όπως διαπιστώνεται και στο επίμετρο της προτεινόμενης έκδοσης) είναι ότι η “θεωρία των μεγίστων γενών”, που εισάγεται εδώ, είναι μάλλον συμπληρωματική παρά αντιθετική των προηγούμενων θέσεων του συγγραφέα. Με πολύ δύο λόγια, θα πούμε μόνο πως οι πασίγνωστες Ιδέες αφορούν την ουσία των όντων, ενώ τα πέντε μέγιστα γένη (ον, στάσις, κίνησις, ταυτόν, θάτερον) το είναι τους. Τα γένη είναι κάτι το “όλως άλλο”, είναι ό,τι κάνει τα όντα να είναι όντα με την πιο απλή σημασία: να είναι, να υπάρχουν. Μια θέση από μόνη της επαναστατική.

Αυτή η προσέγγιση δικαιολογεί απόλυτα τη γοητεία που άσκησε διαχρονικά ο Σοφιστής σε συγκεκριμένους μελετητές και στοχαστές, με προεξάρχοντα τον Heidegger. Ο τελευταίος, σε μια στιγμή κομβική στην εξέλιξη της σκέψης του, παρέδωσε μια σειρά μαθημάτων με προσεκτική, λέξη προς λέξη, ερμηνεία του διαλόγου. Είδε στις αράδες του έναν πρώιμο πλην σημαντικό λόγο όχι για το ον, μα για το Είναι, και τον συντόνισε (με τον γνωστό και για κάποιους εκνευριστικό τρόπο του) με τον δικό του προβληματισμό. Βλέπουμε εδώ μια απ’ τις πρώτες φορές -μας λέει- στην ιστορία της μεταφυσικής που το Είναι (έστω ως το σύνολο των -πλην του όντος- μεγίστων γενών) δίνεται ως έτερον των όντων -η περιβόητη ‘οντολογική διαφορά’. Κι ακριβώς η περιγραφή τού Είναι ως μη-όντος προεικονίζει τη χαϊντεγκεριανή θεματοποίησή του ως μη-των-όντων, Μηδέν -ειδικά στη διάλεξη Τι είναι μεταφυσική. Ο Σοφιστής, ίσως το πρώτο φιλοσοφικό κείμενο που μιλάει για νόημα τού όντος και τού Είναι, ανοίγει ένα δρόμο που ακόμα δεν έχει βρει τον προορισμό του -αν, βέβαια, τετοιος υπάρχει.

Παρ’ όλες τις συζητήσεις, είναι παραπάνω από βέβαιο ότι ο Σοφιστής είναι μια στροφή για τον Πλάτωνα. Είναι, όπως κι άλλοι διάλογοι, μια αυθερμηνεία, αλλά συνάμα η πιο σαφής ίσως επέκταση και συμπλήρωση του στοχασμού του. Πάντως, πέραν απόψεων, φαίνεται καθαρά πως ο ορισμός του σοφιστή είναι για το βιβλίο μια απλή αφορμή για το άνοιγμα σ’ ένα καθαρά οντολογικό πεδίο, για μια προεργασία που αργότερα, χάρη στον Αριστοτέλη, θα θεμελιώσει τη δυτική μεταφυσική. Η απλή νύξη των θεμάτων του εδώ δεν μπορεί παρά να παραπέμπει και να παροτρύνει σε μια ουσιαστική ανάγνωση. Κι η από κάθε άποψη πλούσια έκδοση του καθηγητή Γ. Ηλιόπουλου συστήνει ιδανικά το έργο σε καθένα -ειδικό και μη- που δεν παύει ν’ αναρωτιέται, σαν τον Ξένο τού διαλόγου: πώς πρέπει να εκλαμβάνουμε τη λέξη “είναι”;
*Από τις διάφορες νεοελληνικές εκδόσεις του πλατωνικού Σοφιστή, επιλέγουμε και προτείνουμε εκείνη των εκδόσεων Παπαζήση, σε μετάφραση, σχολιασμό κι επίμετρο του Γ. Ηλιόπουλου.


