Beckett Not I mouth
ΒιβλίοΒιβλιοπροτάσεις

Όχι εγώ: ο Μπέκετ και το τραύμα της γλώσσας

Όχι εγώ: ο Μπέκετ και το τραύμα της γλώσσας

Δημοσιεύτηκε Χρόνος ανάγνωσης 3 λεπτά

Ας αρχίσουμε μ’ ένα λογοπαίγνιο. Το τραύμα της γλώσσας είναι δίλημμα: τραύμα της γλώσσας (ένα πρόβλημα δικό της), αλλά και τραύμα της γλώσσας, η ίδια η γλώσσα ως τραύμα. Το πρώτο παραπέμπει μάλλον σε οπτικές σαν του Wittgenstein, το δεύτερο σε κάτι βαθύτερο. Σε μια σειρά κορυφαίων συγγραφέων (Kafka, Blanchot, Celan, κλπ.) και στοχαστών (Heidegger, Cioran, κλπ.) που ακριβώς βλέπουν το πρόβλημα στο ίδιο το λέγειν, ο Σάμιουελ Μπέκετ είναι μια ιδιαίτερη περίπτωση. “Μαθητής” του Joyce και, όπως αυτός, ένας παθιασμένος εξερευνητής των παγίδων, των συγχύσεων, των ορίων και των αβύσσων της γλώσσας πριν από οτιδήποτε άλλο, φτάνει ενίοτε αυτή την ιδέα σε κορυφώσεις υποβλητικές. Το έργο που παρουσιάζουμε εδώ είναι ένα χαρακτηριστικότατο παράδειγμα.

Τις πρώτες δραματουργικές απόπειρές του (Περιμένοντας τον Γκοντό, Το τέλος του παιχνιδιού, κ.α.), που (εν πολλοίς δικαίως) θεωρούνται οι καλύτερες δημιουργίες του στο είδος, ο Μπέκετ τις έκανε σε μια μεταβατική του περίοδο. Όσο η ζωή του προχωρούσε, οι ιδέες του οξύνονταν και υπέτασσαν τις λογοτεχνικές του φόρμες  -παραποιημένες, ακρωτηριασμένες, ενίοτε σχεδόν αγνώριστες. Η ωριμότητά του, σημαδεμένη και απ’ το Νόμπελ (1969), παρήγαγε γραπτά ισάξια των παλαιότερων, πλην σημαδεμένα από ακόμη πιο έντονη την παράλογη “αρνητικότητα” κι αποσπασματικότητα -κι οπωσδήποτε το Όχι εγώ*, γραμμένο την άνοιξη του 1972, είναι ένα τέτοιο ώριμο έργο, μ’ όλη τη σημασία της λέξης. Ανατρέποντας όπως πάντα κάθε θεατρική σύμβαση, περιορίζει τη “δράση” και το “σκηνικό” στο μονόλογο ενός σκέτου στόματος και σε ελάχιστες σπασμωδικές αντιδράσεις ενός βουβού ακροατή, και την “υπόθεση” στη μπερδεμένη αφήγηση της τραυματικής ζωής μιας γυναίκας. Καθαρό θέατρο του παραλόγου. Μα μπορεί να είναι τόσο απλό;

Samuel Beckett
Ο Μπέκετ σκηνοθετεί. Πηγή: www.imdb.com

Δεν πρέπει να εμπιστευόμαστε ποτέ τον Μπέκετ. Λάτρης της σύγχυσης λέξεων και νοημάτων (είτε δεχτούμε ότι υπάρχει γενικά κάτι σαν “νόημα” είτε όχι), την εντάσσει και συνεχώς την υποδαυλίζει σε κάθε γραπτό του. Σ’ αυτή τη περίπτωση, ήδη απ’ τον τίτλο μάς κλείνει το μάτι με κάτι διττό: “όχι εγώ“, ως εγώ έκαστος, αλλά και “όχι Εγώ“, όχι ego, εαυτός, άτομο, υποκείμενο. Σύσσωμο το μπεκετικό corpus απορρίπτει θύραθεν, με μια αποφασιστική χειρονομία, την υποκειμενικότητα -και τα παρελκόμενά της- στην οποία θεμελιώθηκε εξαρχής κι εξ ορισμού το δυτικό πνεύμα. Σ’ αντίθεση με άλλους παρόμοιους συγγραφείς, που διατηρούν τον διαλυμένο Εαυτό για να τον θέσουν στη δοκιμασία της απουσίας του Λόγου (αρχές, λογική, θεμέλιο, και ούτω καθεξής), ο Μπέκετ τολμά να ανοιχτεί σ’ ένα πεδίο όπου, εκτός απ’ το παράλογο (κατ’ ουσίαν: το μηδέν), τίποτα άλλο δεν υφίσταται. Η μυστηριώδης φωνή τού Όχι εγώ εκφράζει μια (μόνο κατ’ όνομα) “συνείδηση” τόσο ψηγματική, εγκλωβισμένη σε μια γλωσσική σύγχυση τόσο βαθιά κι υπαρξιακή, που μπορεί κανείς εύλογα ν’ αναρωτηθεί αν εδώ παρουσιάζεται στη σκηνή κάτι άλλο πέρα από μια απόπειρα να ειπωθεί απλά κάτι -το οτιδήποτε-, που καταλήγει όμως νομοτελειακά σ’ ένα κοινό τίποτα. Το τραύμα της ύπαρξης είναι καταρχάς τραύμα της γλώσσας.

όχι εγώ
Πηγή: s22.gr

Ο μονόλογος του Μπέκετ δεν μας λέει κάτι τόσο μακρινό μας όσο ακούγεται: έτσι μοιάζει συνήθως η όποια “συνειδησιακή” κατάσταση του καθενός μπροστά σε μια πραγματικά οριακή στιγμή της ζωής του, ου μην αλλά και η ένδεια της γλώσσας μας μπροστά τους. Κλασικό μικρό δείγμα της γραφής του, το Όχι εγώ (σε πολύ καλή ελληνική μετάφραση και μ’ ενδιαφέροντα σχολιασμό) είναι εδώ για να μας θυμίζει, μπροστά σε ακραίες μας, ‘παράλογες’ στιγμές: απλά “φανταστείτε… λέξεις να έρχονται… φανταστείτε!”

*Το θεατρικό έργο του Samuel Beckett Όχι εγώ κυκλοφορείται στα ελληνικά από τις εκδόσεις Νεφέλη, σε μετάφραση και με επίμετρο του Θωμά Συμεωνίδη.