Η αμηχανία κάθε σοβαρού αναγνώστη ή μελετητή στην αποτίμηση του Γερμανού πολιτειολόγου και θεωρητικού του Δικαίου, Καρλ Σμιτ (Carl Schmitt) είναι πάντα παρούσα. Και γίνεται ακόμα μεγαλύτερη, τολμάμε να πούμε, όταν διαπιστώνεται -ειδικά σήμερα- πόσο επίκαιρος μοιάζει να είναι. Ενοχλητικά επίκαιρος. Κι επειδή το θέμα μας είναι αρκετά αμφιλεγόμενο, πρέπει να βγάλουμε εξ αρχής τον ελέφαντα απ’ το δωμάτιο: ναι, ο Σμιτ συμπορεύτηκε με το ναζισμό (αν και δεν ταυτίστηκε μαζί του).
Εδώ, όμως, θα δούμε -όσο γίνεται σύντομα- το μέρος της σκέψης του που έχει μια αντικειμενική και διαχρονική αξία στη πολιτική θεωρία, τόσο ώστε να επηρεάσει ακόμη και ιδεολογικούς του “αντιπαλους” όπως η Hannah Aredt, ο Leo Strauss ή ο Giorgio Agamben. Πρέπει να σημειώσουμε, επίσης, προκαταβολικά τη βασική έννοια του Σμιτ: την απόφαση, που εδώ έχει κυριολεκτική σημασία, είναι θεμέλια πράξη της πολιτικής και πηγάζει όχι από αρχές, νόμους ή ηθικές, αλλά από ένα “κανονιστικό μηδέν” -και την οποία ο συγγραφέας χειρίζεται κυρίως περιγραφικά κι επιστημονικά. Αυτές οι τελευταίες του διαστάσεις -και μόνο- θα μας απασχολήσουν εδώ.

Το ξεδίπλωμα της κυρίας θεωρίας του Σμιτ ξεκινά με μια πολύ παρεννοημένη έννοια. Η Πολιτική θεολογία δεν έχει καμία θεολογική, μεταφυσική ή ηθική χροιά. Βασίζεται στην απλή και συνάμα επαναστατική ιδέα πως όλες οι πολιτικές έννοιες είναι συγκεκαλυμμένες θεολογικές ιδέες. Ο Διαφωτισμός, στο πέρασμα στη νεωτερική πολιτική, διατήρησε τις “θρησκευτικές” συνιστώσες της προ-νεωτερικής: πχ ο ντεϊσμός, η ιδέα ότι ο Θεός δεν παρεμβαίνει καθόλου στον κόσμο αλλά απλά εποπτεύει, αντανακλάται στην ιδέα της συνταγματικής μοναρχίας και στον διακοσμητικό ρόλο της βασιλείας μέχρι σήμερα. Ή, ακόμη πιο ξεκάθαρα, το βασικό αίτημα του Αναρχίας που ξεκινά από το κάλεσμα του Μπακούνιν για “εκθρονισμό του Θεού” -ζώντος ή νεκρού.
Στη βάση αυτού, ο συγγραφέας ορίζει (καθαρά περιγραφικά) τη κυριαρχία ως την απόφαση για την εξαίρεση. Με δύο λόγια, κυρίαρχος είναι όποιος μπορεί να κηρύξει μια “κατάσταση εξαίρεσης” και συνάμα έχει εξουσία στη διάρκειά της. Η θεολογική αναλογία δεν είναι δύσκολο να γίνει: στη φύση, η εξαίρεση ανήκε πάντα στο θαύμα. Σήμερα, τα θαύματα, όπως κάθε εξαίρεση από τη λογική κάθε ανθρώπινου πεδίου, αμφισβητείται. Άλλωστε, το να υποβόσκει μια “θεολογία” ακόμα και σε βέβηλες εποχές και δραστηριότητες, δεν είναι καινούρια ιδέα. Με αναφορά σε θεωρητικούς όπως ο Bonald ή ο Cortes, ο Σμιτ στηρίζει τις θέσεις του. Σημειωτέον ότι ο ίδιος αυτοπροσδιοριζόταν συχνά ως “θεολόγος του Δικαίου”, που σημαίνει απλά την γενική γενεαλογία πολιτικών ιδεών στη βάση και αναλογία θεολογικών.

Αυτή η “διδασκαλία περί κυριαρχίας” είναι ο πυρήνας του σμιτιανού Πολιτικού. Η έννοια του Πολιτικού, όπως κι αυτή της εξαίρεσης, επιμένει να είναι περιγραφική και όχι κανονιστική. Θεματίζει έντονα τη διάκριση φίλου-εχθρού και την τοποθετεί στη βάση κάθε πολιτικής θεωρίας και πράξης. Πράγματι, δεν υπάρχει ιδεολογία που να μην έχει ταξινομήσει καθετί επιστητό μέσα σ’ αυτό το σχήμα και να μην το έχει καταστήσει οδηγό της. Ειδικά οι σημερινές εξελίξεις στον πλανήτη μαρτυρούν πως ο φίλος και ειδικά ο εχθρός είναι για την πολιτική κάτι τόσο κομβικό που, ακόμα κι όταν δεν υπάρχουν, μ’ έναν τρόπο κατασκευάζονται -αλλά ποτέ απ’ το μηδέν. Παράδειγμα είναι κι οι λεγόμενες σήμερα, υποτιθέμενες “ατζέντες”: woke, νεοφιλελεύθερη, νεοναζιστική, MAGA, κλπ. κλπ., είναι απλώς το προφανές σύνολο φίλων-εχθρών που αυθόρμητα ακολουθεί η κάθε πολιτική/κοινωνική μερίδα.
Για τον Σμιτ, η σύγκρουση είναι η ουσία της πολιτικής, γιατί ο διχασμός στη βάση της είναι καταρχάς “οντολογικός”. Ο πόλεμος (κυριολεκτικός και μεταφορικός) είναι η πραγματικότητα στο πλουραλιστικό πολιτικό πολυσύμπαν -που είναι ο κόσμος (κι όχι μία ενότητα, όπως κάποιοι προσπαθούν να επιβάλλουν). Δείχνεται εδώ το άτοπο κάθε θεωρίας που αγνοεί ή απλά αρνείται τη διάκριση, ή που καλεί σε μια ουτοπική γεφύρωσή της. Ρεαλιστικά, είναι εκ των ων ουκ άνευ για ένα οποιοδήποτε κράτος ή ιδεολόγημα το να ‘χει διακρίνει τους φίλους και τους εχθρούς του, και να συμπράττει με τους μεν για τον αφανισμό των δε. Η Ιστορία το επιβεβαιώνει ως γεγονός και την άρνησή του ως εθελοτυφλία.

Ένα απ’ τα μεγαλύτερα ιστορικά αντι-παραδείγματα στην προσέγγισή του, μια ατέρμονη κι αδιέξοδη “συζήτηση” ως πηγή κυριαρχίας (στην οποία χρέωσε την συγκαιρινή του κρίση του κοινοβουλευτισμού, ειδικά του πολιτεύματος της Βαϊμάρης), ο Σμιτ μάς το δίνει με τη περίπτωση των Ρομαντικών. Ενώ πολλοί ίσως θεωρούν την ιδεολογία της εποχής των επαναστάσεων “αποφασιοκρατική” (με τη σημασία που δώσαμε παραπάνω), ο πολιτειολόγος καταδεικνύει το αντίθετο. Στο ελάσσον μα κομβικό βιβλίο του Πολιτικός Ρομαντισμός, ανακαλύπτει στη κοσμοθέαση των εκπροσώπων του μια ιδιαίτερη πολιτική θεωρία. Η εισβολή της ρομαντικής φιλοσοφίας στο πολιτικό πεδίο προκαλεί, κατ’ αυτόν, τη μετατροπή του από χώρο δέσμευσης, ευθύνης, απόφασης και δράσης, σε χώρο αυτοπραγμάτωσης ενός κατ’ ουσίαν α-πολιτικού υποκειμένου.
Η “αισθητικοποίηση της πολιτικής”, που μελετήθηκε και απ’ τον Βάλτερ Μπένγιαμιν, δείχνεται σαν απόρροια μιας στάσης που πάντα αναβάλλει την απόφαση, αποφεύγει τη σύγκρουση και αρνείται το Πολιτικό, όπως το διέκρινε και το περιέγραψε στα κύρια έργα του ο Σμιτ. Ακόμα πιο ιντριγκαδόρικη γίνεται η προσέγγισή του όταν υποστηρίζει ότι όλο αυτό συνεχίζει να επιβιώνει μέχρι και σήμερα. Όντως, το με κάθε έννοια “α-Πολιτικό” μοιάζει να χαρακτηρίζει υπερβολικά πολλούς και η ανάλογη, ανίκανη για δράση, στάση τους να αφήνει τις πολιτικές αποφάσεις και πράξεις -εγχώριες και διεθνείς- στα χέρια λίγων συγκεκριμένων και επιτήδειων, που δεν ξέρουμε σε ποιο χειρότερο σημείο θα τις οδηγήσουν.
Εντέλει θεωρούμε πως, αν διαβαστεί με προσοχή (λόγω πυκνότητας, αλλά και ιδεολογίας), ο Σμιτ προσφέρει συμπεράσματα τόσο ωφέλιμα όσο και ενοχλητικά -ή και συνδυασμούς των δύο. Είναι μια άγνωστη πλην παρεξηγημένη χώρα της πολιτικής θεωρίας που αξίζει να εξερευνηθεί από κάθε πολτικά συνειδητοποιημένο άτομο.


