
Η Πόλις εάλω: Η σύγκριση δύο καταστροφών
Η Κωνσταντινούπολη ή αλλιώς Νέα Ρώμη, το τελειότερο δημιούργημα του Μεγάλου/Αγίου Κωνσταντίνου, συνδέθηκε τόσο στενά με τον βίο της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας που κυριολεκτικά η ύπαρξή της ταυτιζόταν με την ίδια την ύπαρξη του κράτους. Αν ήταν ελεύθερη η Πόλη, ήταν ελεύθερη και η αυτοκρατορία. Τα δύο κυριότερα πλήγματα που δέχθηκε το βυζαντινό κράτος στη μακραίωνη ιστορία του ήταν η άλωση της Πόλης το 1204 από τους Λατίνους Σταυροφόρους του Χριστού και η άλωση της Πόλης το 1453 από τους Οθωμανούς Τούρκους, που σήμανε και το τέλος της ελληνικής κυριαρχίας στην Ανατολική Μεσόγειο. Η φράση «Η Πόλις εάλω» συνοψίζει τα φοβερά δεινά και την ανελέητη καταστροφή που υπέστη το καύχημα των αυτοκρατόρων, ο πυρήνας της ορθοδοξίας και η κοιτίδα του ελληνικού πολιτισμού. Στη συνείδηση του λαού έχει επικρατήσει ότι τη χειρότερη καταστροφή η Πόλη την υπέστη το 1453 από τους Οθωμανούς Τούρκους. Αν όμως το ζήτημα τεθεί υπό διαφορετική οπτική και η άλωση του 1453 συγκριθεί με την αντίστοιχη του 1204, θα γίνει σαφές ότι μεγαλύτερο πλήγμα δέχθηκε η πόλη των πόλεων από του υπερασπιστές του Χριστού παρά από τους αλλόθρησκους Οθωμανούς.
Η Άλωση του 1024- Σταυροφόροι, Χριστιανοί και Μίσος
Για έναν ολόκληρο αιώνα τα κράτη της Δυτικής Ευρώπης με επικεφαλής σε κάθε περίπτωση τον ίδιο τον Πάπα διοργάνωσαν και εκτέλεσαν τέσσερις συνολικά σταυροφορίες με απώτερο στόχο την απελευθέρωση των Αγίων Τόπων στην ιερά πόλη της Ιερουσαλήμ. Οι τρεις πρώτες πράγματι κατευθύνθηκαν στη Μέση Ανατολή με την πρώτη να έχει μερική επιτυχία και τις δύο επόμενες να αποτυγχάνουν παταγωδώς. Στις αρχές του 1200 ο Πάπας Ιννοκέντιος ο Γ’ θέλησε να οργανώσει μία ακόμα σταυροφορία, τέταρτη στον αριθμό, ώστε να καταφέρει αυτός αυτό που δεν πέτυχαν οι προκάτοχοί του. Προκειμένου να υλοποιήσει το σχέδιό του επιστράτευσε όλους σχεδόν τους άρχοντες της Δυτικής Ευρώπης. Την αρχηγία πήρε τελικά ο Βονιφάτιος ο Μομφερατικός. Το πλάνο ήταν καθορισμένο. Τόπος συγκέντρωσης όλων σταυροφορικών δυνάμεων ορίστηκε να είναι η Βενετία, η οποία θα είχε και το μεγαλύτερο μερίδιο ευθύνης, αφού ανέλαβε με τη σύμβαση του 1201 να μεταφέρει όλον τον στόλο και τις δυνάμεις των σταυροφόρων και να τους εφοδιάζει, αλλά και τη μερίδα του λέοντος στα κέρδη των επιχειρήσεων. Από τη Βενετία είχε σχεδιαστεί να αποπλεύσουν στη Μεσόγειο έως την Αίγυπτο ή τη Συρία. Από εκεί πεζοί θα κατευθύνονταν στην Ιερουσαλήμ και θα απελευθέρωναν τους Αγίους Τόπους. Όλα ήταν έτοιμα, όλη η δύναμη συγκεντρώθηκε στη Βενετία και περίμενε το εναρκτήριο έναυσμα. Ξαφνικά, μία αντρική φιγούρα φτάνει και αλλάζει όλον τον μέχρι τότε προγραμματισμό και παράλληλα αλλάζει και τις ισορροπίες της ίδιας της ιστορικής συνέχειας.
Δεν ήταν άλλος από τον έκπτωτο βυζαντινό αυτοκράτορα Ισαάκιο Β’ Άγγελο που ζητούσε απεγνωσμένα βοήθεια για να αποκαταστήσει τον εαυτό του στον θρόνο. Οι σταυροφόροι αποδέχονται την προδοτική πρόταση του Ισαακίου και τον Ιούνιο του 1203 φτάνουν έξω από τα τείχη της Βασιλεύουσας. Στις 17 Ιουλίου 1203 οι Λατίνοι κατακτητές αναλαμβάνουν τον έλεγχο της πρωτευούσης και αποκαθιστούν τον Ισαάκιο στη θέση του. Οι Βυζαντινοί τότε θεώρησαν ότι η λατινική κατοχή έφτασε στο τέλος της και ότι οι Σταυροφόροι, αφού επιτέλεσαν το έργο τους, θα έφευγαν είτε πίσω στη Δυτική Ευρώπη, είτε θα συνέχιζαν τον δρόμο τους προς την Ιερουσαλήμ. Τίποτα από αυτά δεν έγινε, καθώς οι Λατίνοι επέλεξαν να διαχειμάσουν και να καρπωθούν δια της βαρύτατης φορολογίας όλα όσα τους είχε τάξει ο αποκατασταθείς αυτοκράτορας και φυσικά δεν τους τα είχε δώσει. Σε όλη τη διάρκεια της κατοχικής παραμονής τους έρχονταν αρκετά συχνά σε ρήξη με τον πληθυσμό της Πόλης. Το κλίμα για την επερχόμενη καταστροφή άρχισε να διαμορφώνεται έντονα και απειλητικά. Την ερχόμενη Άνοιξη του 1204 και αφού έχουν ήδη κατοχικά ξεχειμωνιάσει και το πιο σημαντικό έχουν ήδη συνειδητοποιήσει ότι δε θα αποζημιωθούν πλήρως και έχουν ήδη δει και τον αμύθητο πλούτο της Κωνσταντινούπολης, αποφάσισαν κάτι μοιραίο, την ολοκληρωτική και άμεση αποζημίωσή για τις υπηρεσίες τους και τη διανομή των εδαφών της Ρωμανίας (όπως ονομάστηκε η συνθήκη περί διανομής των βυζαντινών εδαφών).
Στις 13 Απριλίου, και ενώ κατείχαν ήδη 10 μήνες τη Βασιλεύουσα, έγινε η γενική επίθεση. Δεν άφησαν τίποτα όρθιο στο πέρασμά τους. Αυτοί οι τόσο σπουδαίοι υπερασπιστές του Χριστού, οι ομόθρησκοι των Βυζαντινών, οι πιστοί χριστιανοί, οι ελευθερωτές των Αγίων Τόπων, οι εχθροί των Αράβων, οι «φίλοι» των Βυζαντινών, μετατράπηκαν στα πιο δόλια τέρατα της ανθρωπότητας που πίσω από τον Σταυρό κουβαλούσαν το μαχαίρι ή καλύτερα κουβαλούσαν μία εκδίκηση για το Σχίσμα του 1054 τόσο μαύρη και τόσο θανατηφόρα. Οι σφαγές και οι λεηλασίες ξεπέρασαν κάθε ανθρώπινο και πολιτισμένο όριο. Ο πλούτος της αυτοκρατορίας εκλάπη και πολλά έργα τέχνης είτε καταστράφηκαν, είτε μεταφέρθηκαν βίαια στη Δυτική Ευρώπη και μέχρι σήμερα κοσμούν κτήρια εκεί. Οι κάτοικοι γνώρισαν το χειρότερο πρόσωπο των μέχρι τότε ομόθρησκων κατά τα άλλα, που μαζί θα πολεμούσαν κατά των Αράβων. Κάποια χαρακτηριστικά γεγονότα με βάση της ιστορικές πηγές δείχνουν την απόλυτη φρίκη, όλα από την εξευτελιστική βεβήλωση της Αγίας Σοφίας. Πρώτα από όλα, όλοι οι πολύτιμοι θησαυροί του ναού αρπάχθηκαν και στοιβάχτηκαν σε λατινικά καράβια. Ακόμα, δύο σταυροφόροι επέλεξαν να αφοδεύσουν επί της Αγίας Τράπεζας της Αγίας Σοφίας, δείχνοντας παράλληλα και τον δέοντα σεβασμό στον κοινό Θεό της χριστιανοσύνης. Μετά από λίγο σε κομμάτια η Τράπεζα μεταφέρθηκε στη Δύση. Μία Γαλλίδα ιερόδουλος ανέβηκε στον πατριαρχικό θρόνο χόρευε επιδεικτικά και τραγουδούσε άσεμνα άσματα την ώρα που πολλοί σταυροφόροι έπιναν κρασί από τα ιερά σκεύη του ναού. Από τη μανία των σταυροφόρων δεν γλύτωσαν ούτε οι τάφοι των αυτοκρατόρων. Η Κωνσταντινούπολη δεν μπόρεσε ποτέ να ξεπεράσει αυτή την κτηνωδία. Ο πλούτος και η αίγλη της χάθηκαν για πάντα.

Η Άλωση του 1453- «Είναι προτιμότερο να δω να κυριαρχεί στην αγορά της Πόλης το φακιόλι (τουρμπόνι) των Τούρκων παρά η καλύπτρα των Λατίνων!»
Με την άλωση του 1204 το βυζαντινό κράτος καταλύθηκε και στη θέση του δημιουργήθηκαν τόσο λατινικά, όσο και ελληνικά κράτη. Την Κωνσταντινούπολη κατείχαν φυσικά οι Λατίνοι κατακτητές. Το 1261 η Πόλη απελευθερώθηκε από τον στρατηγό Αλέξιο Στρατηγόπουλο και αυτοκράτορας στέφθηκε ο Μιχαήλ Η’ Παλαιολόγος. Η Βυζαντινή Αυτοκρατορία, ωστόσο, δεν θα μπορούσε να έχει την αίγλη της προ της λατινικής άλωσης περιόδου, ενώ με την αυγή του 13ου αιώνα απειλούνταν έντονα από το νέο τουρκικό φύλο των Οθωμανών. Ο διάδοχος του οθωμανικού σουλτανάτου, Μωάμεθ ο Β’ ο επονομαζόμενος και Πορθητής, θέλησε να σφραγίσει μία ολόκληρη ιστορική περίοδο. Ό,τι δεν κατάφεραν να πετύχουν οι προκάτοχοί του, το επιδίωξε και το πέτυχε με την άλωση της Πόλης το 1453.
Από τις 6 Απριλίου έως τις 29 Μαΐου η Βασιλεύουσα δεχόταν καθημερινή επίθεση από τα τουρκικά κανόνια. 54 ημέρες οι λιγοστοί υπερασπιστές της Πόλης άντεξαν τους κραδασμούς των τειχών της. Την 29η έγινε η τελική έφοδος. Για τρεις μέρες οι Οθωμανοί επιδόθηκαν σε σφαγές και λεηλασίες. Δεν ήταν, όμως, το ίδιο με το 1204. Η λατινική άλωση είχε αποδεκατίσει ήδη τις δυνάμεις των Βυζαντινών και ουσιαστικά οι Οθωμανοί δεν παρέλαβαν παρά μία καθημαγμένη πόλη με ελάχιστα αγαθά και εξανεμισμένο πλούτο. Και όχι μόνο αυτό, ο Μωάμεθ, ένας αλλόθρησκος, σεβάστηκε το κτήριο της Αγίας Σοφίας όπου θριαμβευτικά εισερχόμενος τέλεσε την πρώτη του προσευχή. Χαρακτηριστικό είναι το απόσπασμα του Γάλλου ιστορικού Leon Gustave Schlumberger από το περιοδικό «Γράμματα» των Ελλήνων της Αλεξάνδρειας το 1916: «Ο Σουλτάνος, ξεκαβαλικεύοντας το άλογό του μπροστά στις πλατειές χάλκινες και ασημοκαπνισμένες πόρτες έκαμε μια μετάνοια και ταπεινώνοντας τον εαυτό του μπροστά στο Θεό που τούδινεν επιτέλους την περιπόθητη νίκη, επήρε μια χούφτα χώμα και το έρρανε πάνω στο σαρικωμένο κεφάλι του. Ύστερα σηκώθηκε και μπήκε μέσα στους υπέροχους θόλους. Ήταν η στιγμή εκείνη μια από τις πιο επιβλητικές στιγμές της ιστορίας.». Τελικά επιβεβαιώθηκε πανηγυρικά ο Λουκάς Νοταράς που έλεγε ότι προτιμούσε να δει στην Πόλη το φακιόλι των Τούρκων παρά τη καλύπτρα των Λατίνων και παράλληλα ο σημερινός αναγνώστης θα πρέπει να προβληματιστεί για αυτήν του την προτίμηση.

Πηγές
Η Δ’ Σταυροφορία. Ανακτήθηκε από: https://www.impantokratoros.gr/ransiman_d_stavroforia.el.aspx (τελευταία πρόσβαση: 25/05/2026).
Τουμασάτος, Η. (2020). 1453: Η πρώτη προσευχή του Μωάμεθ στην Αγιά-Σοφιά: Από ένα περιοδικό των Ελλήνων της Αλεξάνδρειας (1916). Ανακτήθηκε από: https://mikropragmata.lifo.gr/guest_posts/1453-i-proti-prosefchi-tou-moameth-stin-agia-sofia/ (τελευταία πρόσβαση: 26/05/2026).
Καραγιαννόπουλος, Ι. (2001). Το βυζαντινό κράτος (4η έκδοση). Εκδόσεις Βάνιας: Θεσσαλονίκη.
Εκδοτική Αθηνών. (2000). Ιστορία του Ελληνικού Έθνους. Εκδοτική Αθηνών: Αθήνα.
Τσακτσίρας, Λ. (1995). Το Βυζάντιο. Μαλλιάρης Παιδεία: Θεσσαλονίκη.

