Υπάρχουν δύο ειδών άνθρωποι. Εκείνοι που χρησιμοποιούν ό,τι βρουν μπροστά τους για να κρατήσουν τη σελίδα τους: μια απόδειξη από το σούπερ μάρκετ, έναν λογαριασμό της ΔΕΗ ή –για τους πραγματικά τολμηρούς– γυρίζουν τη γωνία της σελίδας. Και υπάρχουν οι βιβλιόφιλοι. Εκείνοι που διαθέτουν μια μικρή συλλογή από σελιδοδείκτες.
Το παράδοξο είναι προφανές. Ένας άνθρωπος διαβάζει, θεωρητικά, ένα βιβλίο τη φορά. Ίσως δύο. Ίσως τρία, αν είναι από εκείνους που έχουν πάντα ένα μυθιστόρημα, ένα δοκίμιο και ένα βιβλίο που «θα ξεκινήσουν σύντομα». Γιατί λοιπόν χρειάζεται τριάντα, πενήντα ή εκατό σελιδοδείκτες;
Η απάντηση δεν βρίσκεται στα βιβλία. Βρίσκεται στον ανθρώπινο εγκέφαλο.
Οι ψυχολόγοι γνωρίζουν εδώ και δεκαετίες ότι οι άνθρωποι δημιουργούμε συναισθηματικούς δεσμούς ακόμη και με αντικείμενα που δεν έχουν καμία πρακτική αξία. Το φαινόμενο αυτό συνδέεται με αυτό που οι ερευνητές αποκαλούν extended self («διευρυμένος εαυτός»): τα αντικείμενα που κατέχουμε γίνονται μέρος της ταυτότητάς μας. Όπως κάποιος συλλέγει βινύλια, γραμματόσημα ή μαγνήτες από ταξίδια, έτσι και ο βιβλιόφιλος συλλέγει μικρά αντικείμενα που συμβολίζουν την αγάπη του για το διάβασμα.
Ο σελιδοδείκτης, λοιπόν, δεν είναι απλώς ένα εργαλείο. Είναι αναμνηστικό.
Ένας αγοράστηκε σε εκείνο το μικρό βιβλιοπωλείο που ανακάλυψες τυχαία στις διακοπές. Άλλος ήρθε ως δώρο μαζί με ένα αγαπημένο μυθιστόρημα. Ένας τρίτος σου χαρίστηκε από φίλο που είπε τη φράση που συγκινεί κάθε βιβλιόφιλο: «Το είδα και σε σκέφτηκα.»
Και, φυσικά, δεν πετάς έναν σελιδοδείκτη όπως δεν πετάς μια φωτογραφία.
Υπάρχει όμως και μια δεύτερη εξήγηση: ο εγκέφαλος λατρεύει τη συλλογή.
Οι νευροεπιστήμονες έχουν διαπιστώσει ότι η απόκτηση μικρών αντικειμένων μπορεί να ενεργοποιήσει το σύστημα ανταμοιβής του εγκεφάλου. Η ντοπαμίνη –ο νευροδιαβιβαστής που σχετίζεται με την προσδοκία της ανταμοιβής– δεν εκκρίνεται μόνο όταν αποκτούμε κάτι πολύτιμο. Συχνά ενεργοποιείται και από μικρές, ευχάριστες αποκτήσεις που ενισχύουν μια αγαπημένη μας συνήθεια.
Με άλλα λόγια, ο καινούριος σελιδοδείκτης προσφέρει μια μικροσκοπική δόση χαράς με ελάχιστο κόστος. Είναι σαν να αγοράζεις ένα μικρό αναμνηστικό χωρίς να χρειάζεται να δικαιολογήσεις στον τραπεζικό σου λογαριασμό γιατί επέστρεψες σπίτι με ακόμη μία βιβλιοθήκη.

Και ας είμαστε ειλικρινείς: πολλές φορές ο σελιδοδείκτης αγοράζεται μαζί με το βιβλίο γιατί… δεν γίνεται αλλιώς.
«Θα πάρω και αυτόν.»
«Μα έχεις ήδη σαράντα.»
«Ναι, αλλά όχι αυτόν.»
Η λογική έχει ήδη εγκαταλείψει τη συζήτηση.
Υπάρχει ακόμη ένας λόγος, περισσότερο αισθητικός. Οι βιβλιόφιλοι απολαμβάνουν τις μικρές τελετουργίες της ανάγνωσης. Το να διαλέξεις ποιον σελιδοδείκτη θα χρησιμοποιήσεις σήμερα μοιάζει λίγο με το να επιλέγεις φλιτζάνι για τον καφέ ή κούπα για το τσάι. Η λειτουργία είναι ίδια, αλλά η εμπειρία αλλάζει.
Η ψυχολογία αποκαλεί αυτό το φαινόμενο endowment effect: τείνουμε να αποδίδουμε μεγαλύτερη αξία σε αντικείμενα που θεωρούμε «δικά μας», ειδικά όταν συνδέονται με ευχάριστες εμπειρίες. Ένας απλός χάρτινος σελιδοδείκτης μπορεί να αποκτήσει δυσανάλογη συναισθηματική αξία επειδή συνόδευσε το βιβλίο που μας έκανε να κλάψουμε, να γελάσουμε ή να ξενυχτήσουμε.

Και φυσικά υπάρχει και η πρακτική πραγματικότητα.
Οι περισσότεροι βιβλιόφιλοι δεν διαβάζουν μόνο ένα βιβλίο. Διαβάζουν τέσσερα. Έχουν άλλα τρία στο κομοδίνο, δύο στο γραφείο, ένα στην τσάντα και ένα που βρίσκεται ανοιχτό στο σαλόνι εδώ και δύο μήνες «επειδή κάποια στιγμή θα συνεχιστεί».
Κάπου εκεί οι πενήντα σελιδοδείκτες αρχίζουν να φαίνονται… σχεδόν λίγοι.
Το πιο ενδιαφέρον όμως είναι ότι οι περισσότεροι από αυτούς δεν χρησιμοποιούνται ποτέ. Παραμένουν μέσα σε κουτιά, ανάμεσα στις σελίδες αγαπημένων βιβλίων ή σε κάποιο συρτάρι, περιμένοντας τη «σωστή στιγμή». Και αυτό είναι απολύτως φυσιολογικό. Οι συλλογές δεν υπάρχουν μόνο για να εξυπηρετούν έναν σκοπό. Υπάρχουν γιατί μας προσφέρουν χαρά, επειδή αφηγούνται μικρές προσωπικές ιστορίες και επειδή μας θυμίζουν ποιοι είμαστε.
Έτσι, την επόμενη φορά που κάποιος σε ρωτήσει γιατί έχεις τόσους σελιδοδείκτες, μην μπεις στον κόπο να απολογηθείς.
Πες απλώς την αλήθεια:
«Δεν είναι σελιδοδείκτες. Είναι αναμνήσεις που τυχαίνει να ξέρουν και σε ποια σελίδα σταμάτησα.»


