Υπάρχει μια στιγμή στη ζωή κάθε βιβλιόφιλου κατά την οποία συνειδητοποιεί κάτι ενοχλητικό.
Δεν χρειάζεται να έχει διαβάσει το βιβλίο για να αισθάνεται ότι είναι αναγνώστης.
Αρκεί να έχει αγοράσει το βιβλίο.
Ιδανικά, να το έχει τοποθετήσει σε ένα ράφι μαζί με άλλα βιβλία, κατά προτίμηση σε χρωματική αρμονία. Αν υπάρχει και ένα μικρό φυτό δίπλα, ακόμη καλύτερα. Αν το ράφι φωτογραφηθεί με φυσικό φως και εμφανιστεί στο Instagram ή στο BookTube, η διαδικασία ολοκληρώνεται.
Το βιβλίο μπορεί να παραμείνει κλειστό.
Η ταυτότητα του αναγνώστη έχει ήδη αποκτηθεί.
Και εδώ αρχίζει ένα από τα πιο ενδιαφέροντα φαινόμενα της σύγχρονης κουλτούρας του βιβλίου: δεν καταναλώνουμε μόνο βιβλία. Καταναλώνουμε την εικόνα του ανθρώπου που διαβάζει.
Δεν είναι μόνο αυτό που διαβάζουμε
Όταν λέμε «είμαι αναγνώστης», δεν περιγράφουμε απλώς μια συνήθεια. Περιγράφουμε, σε έναν βαθμό, ποιοι πιστεύουμε ότι είμαστε.
Η κοινωνική ψυχολογία έχει εδώ μια ενδιαφέρουσα εξήγηση. Η θεωρία της κοινωνικής ταυτότητας υποστηρίζει ότι οι άνθρωποι αντλούν μέρος της αυτοαντίληψής τους από τις ομάδες στις οποίες αισθάνονται ότι ανήκουν (Tajfel, H., & Turner, J. C. (1979).
Και οι αναγνώστες έχουν τη δική τους ομάδα.
Υπάρχουν οι άνθρωποι που διαβάζουν κλασικά. Εκείνοι που διαβάζουν φαντασία. Εκείνοι που λατρεύουν τα αστυνομικά. Εκείνοι που διαβάζουν μόνο λογοτεχνία του 19ου αιώνα και θεωρούν ελαφρώς ύποπτο οποιοδήποτε μυθιστόρημα έχει λιγότερες από 500 σελίδες.
Υπάρχουν επίσης οι αναγνώστες που αγαπούν τα βιβλία αλλά αγαπούν εξίσου να μιλούν γι’ αυτά.
Και εδώ το BookTube, το BookTok και οι υπόλοιπες ψηφιακές κοινότητες κάνουν κάτι καινούργιο: μετατρέπουν την αναγνωστική ταυτότητα σε κάτι που μπορούμε να παρουσιάσουμε δημόσια.
Από το «διαβάζω» στο «φαίνομαι ότι διαβάζω»
Παλιότερα, για να καταλάβει κάποιος ότι είσαι αναγνώστης, έπρεπε πιθανότατα να σε δει με ένα βιβλίο στο χέρι. Σήμερα υπάρχουν πολύ περισσότερες ενδείξεις:
Η βιβλιοθήκη σου.
Η λίστα με τα βιβλία που θέλεις να διαβάσεις.
Το TBR του μήνα. («To Be Read» στα ελληνικά: «Προς Ανάγνωση»)
Το reading journal.
Οι φωτογραφίες με βιβλία και καφέ.
Τα βίντεο όπου παρουσιάζεις τις αγορές σου.
Ακόμη και το γεγονός ότι έχεις μια γνώμη για το ποια έκδοση του Πολέμου και Ειρήνης είναι αισθητικά ανώτερη.
Το βιβλίο, λοιπόν, γίνεται και σύμβολο ταυτότητας.
Και αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα ότι η σχέση μας με τα βιβλία είναι ψεύτικη. Το αντίθετο. Συχνά χρησιμοποιούμε αντικείμενα, συνήθειες και πολιτιστικές προτιμήσεις για να επικοινωνήσουμε στους άλλους κάτι για τον εαυτό μας.
Το ίδιο συμβαίνει με τη μουσική που ακούμε, τις ταινίες που προτιμάμε ή τα μέρη όπου επιλέγουμε να ταξιδεύουμε.
Το βιβλίο απλώς έχει ένα μικρό πλεονέκτημα: χωράει πολύ εύκολα μέσα σε μια φωτογραφία.
Η βιβλιοθήκη ως αυτοβιογραφία
Υπάρχει κάτι σχεδόν παράξενο στον τρόπο με τον οποίο κοιτάζουμε τις βιβλιοθήκες των άλλων. Δεν βλέπουμε απλώς βιβλία. Προσπαθούμε να δούμε τον άνθρωπο.
«Α, έχει Ντοστογιέφσκι.»
«Έχει αρκετή Ούρσουλα Λε Γκεν για να τον εμπιστευτώ.»
«Γιατί έχει τρεις διαφορετικές εκδόσεις του ίδιου βιβλίου;»
Η βιβλιοθήκη λειτουργεί σαν ένα είδος οπτικής αυτοβιογραφίας. Τα βιβλία που επιλέγουμε μπορούν να δηλώνουν ενδιαφέροντα, αξίες, γούστα, ακόμη και πλευρές της προσωπικότητάς μας.
Γι’ αυτό και η ψηφιακή παρουσίαση μιας βιβλιοθήκης είναι τόσο ελκυστική. Δεν μας δείχνει απλώς τι έχει κάποιος.
Μας λέει: «Αυτός είμαι.»
Ή, τουλάχιστον: «Αυτός θα ήθελα να είμαι».

Το πρόβλημα με τον αναγνώστη που δεν διαβάζει
Εδώ βρίσκεται ίσως η πιο ενδιαφέρουσα αντίφαση. Όταν μια δραστηριότητα γίνεται μέρος της ταυτότητάς μας, υπάρχει ο κίνδυνος να αρχίσουμε να επενδύουμε περισσότερο στην εικόνα της δραστηριότητας παρά στην ίδια τη δραστηριότητα.
Μπορεί να αγοράζουμε περισσότερα βιβλία από όσα προλαβαίνουμε να διαβάσουμε. Να οργανώνουμε σχολαστικά τις λίστες μας. Να παρακολουθούμε βίντεο για την ανάγνωση. Να συζητάμε για την ανάγνωση. Να σχεδιάζουμε την ανάγνωση. Και τελικά να μην… διαβάζουμε.
Πρόκειται για μια πολύ σύγχρονη μορφή πολιτιστικής αναβλητικότητας: να προετοιμαζόμαστε ασταμάτητα για μια δραστηριότητα που δεν ξεκινά ποτέ. Το βιβλίο γίνεται project. Η λίστα γίνεται project. Η βιβλιοθήκη γίνεται project. Η ίδια η ανάγνωση αποκτά στόχους, προγράμματα, στατιστικά, προκλήσεις και χρονοδιαγράμματα — λες και πρόκειται να παραδώσουμε μεταπτυχιακή εργασία με θέμα τον Ντοστογιέφσκι.
Και κάπου ανάμεσα στα TBR, τα hauls και τα reading challenges, ο Τολστόι περιμένει ακόμη στην πρώτη σελίδα.
Το παράδοξο είναι ότι όλα αυτά μπορούν να μας κάνουν να αισθανόμαστε πως βρισκόμαστε ήδη πολύ κοντά στην ανάγνωση. Έχουμε επιλέξει το βιβλίο, το έχουμε αγοράσει, έχουμε βρει τη σωστή θέση στο ράφι, έχουμε δει άλλους να το διαβάζουν και ίσως έχουμε διαβάσει ακόμη και μερικές κριτικές γι’ αυτό. Έχουμε κάνει, με άλλα λόγια, όλα όσα περιβάλλουν την ανάγνωση, εκτός από την ανάγνωση.
Και ίσως αυτή να είναι η πιο ειρωνική πλευρά της σύγχρονης αναγνωστικής κουλτούρας: μπορούμε να γίνουμε εξαιρετικά καλοί στο να οργανώνουμε τη ζωή ενός βιβλίου, χωρίς ποτέ να φτάσουμε στη δική του πρώτη σελίδα.
Γιατί όμως δεν είναι απαραίτητα κακό;
Θα ήταν εύκολο να καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι όλη αυτή η «σκηνοθεσία» γύρω από την ανάγνωση είναι επιφανειακή. Δεν είναι τόσο απλό. Οι ταυτότητες δεν είναι απλώς μάσκες. Μπορούν να λειτουργήσουν και ως κίνητρα συμπεριφοράς. Αν κάποιος αρχίσει να αντιλαμβάνεται τον εαυτό του ως «αναγνώστη», είναι πιθανότερο να αναζητήσει βιβλία, να συμμετάσχει σε μια λέσχη, να συζητήσει με άλλους ή να δημιουργήσει χρόνο για διάβασμα. Με άλλα λόγια, το να αισθάνεσαι ότι είσαι αναγνώστης μπορεί τελικά να σε κάνει να διαβάσεις περισσότερο. Η ταυτότητα μπορεί να γίνει αυτοεκπληρούμενη. Υπάρχει όμως μία μικρή προϋπόθεση. Κάποια στιγμή πρέπει να ανοίξει το βιβλίο.

Η πιο τίμια απόδειξη
Ίσως τελικά το πιο ενδιαφέρον πράγμα σχετικά με την ταυτότητα του αναγνώστη είναι ότι δεν χρειάζεται να αποδειχθεί σε κανέναν. Δεν χρειάζεται να έχουμε τεράστια βιβλιοθήκη. Δεν χρειάζεται να διαβάζουμε εκατό βιβλία τον χρόνο. Δεν χρειάζεται να γνωρίζουμε ποια είναι η καλύτερη μετάφραση του Ντοστογιέφσκι ή να έχουμε άποψη για κάθε βραβείο λογοτεχνίας. Και σίγουρα δεν χρειάζεται να ανεβάσουμε φωτογραφία. Υπάρχει μια πολύ απλούστερη απόδειξη. Ένα βιβλίο ανοιχτό. Μια καρέκλα. Λίγη σιωπή. Και κάποιος που διαβάζει. Χωρίς κάμερα, χωρίς likes, χωρίς TBR και χωρίς να χρειάζεται να αποδείξει ότι είναι αναγνώστης. Γιατί ίσως η πιο αυθεντική μορφή της ταυτότητας του αναγνώστη είναι ακριβώς αυτή που δεν χρειάζεται να φαίνεται. Το βιβλίο δεν ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για το πώς δείχνεις ως αναγνώστης.
Θέλει απλώς να το διαβάσεις.
Πηγές
Tajfel, H., & Turner, J. C. (1979). An integrative theory of intergroup conflict. Στο W. G. Austin & S. Worchel (Επιμ.), The Social Psychology of Intergroup Relations (σ. 33-47). Monterey, CA: Brooks/Cole.
Merton, R. K. (1948). The self-fulfilling prophecy. The Antioch Review, 8(2), 193-211.


