λογοτεχνική κριτική
Βιβλίο

Τι (δεν) είναι η λογοτεχνική κριτική

Τι (δεν) είναι η λογοτεχνική κριτική

Δημοσιεύτηκε Χρόνος ανάγνωσης 3 λεπτά

Το πεδίο των γραμμάτων είναι ένα πεδίο μάχης, όπως άλλωστε πλείστα πεδία της ζωής. Είναι ένας χώρος ρήξης, σύγκρουσης, κι όχι συμβιβασμού και σύμπραξης. Η λογοτεχνία δεν εξαιρείται, και μάλιστα προσφέρει ένα απ’ τα πιο ιδιαίτερα πολεμικά κλίματα, ειδικά όσον αφορά τη κριτική. Οι έριδες συγγραφέων και κριτικών, κριτικών μεταξύ τους ή κι αναγνωστών με κριτικούς, είναι εκ των ων ουκ άνευ της. Πιστεύουμε, όμως, πως υπάρχουν κάποιες βασικές παρανοήσεις απ’ όλες τις πλευρές, σχετικά με το “τι είναι ή δεν είναι λογοτεχνική κριτική”, που θολώνουν το τοπίο των μαχών, και θα ήταν καλό να τις λαμβάνουμε υπόψιν. Όπως πάντα, εκφράζουμε μόνο κάποιες ελάχιστες σκέψεις, οι οποίες δεν μπορούν εδώ να επεκταθούν, αλλά αποτελούν απλά τροφή για σκέψη.

Καταρχάς, η λογοτεχνική κριτική είναι μια σχετικά συγκεκριμένη δραστηριότητα πρόσληψης και επεξεργασίας των έργων. Μπορεί να διαθέτει πολυποίκιλες “σχολές”, οπτικές και μεθόδους, αλλά παραμένει πάντα μια πράξη ανατομίας -χωρίς αυτό να είναι κακό απαραίτητα. Η σωστή κριτική, έργο δύσκολο, διαφέρει από την απλή παρουσίαση-πρόταση ενός βιβλίου, το ερμηνευτικό σχόλιο ή την έκφραση σκέψεων (όπως όλα γίνονται συνήθως σε απλά άρθρα σαν αυτό), αλλά καμιά φορά το ξεχνούν τόσο κριτικοί όσο και αρθρογράφοι. Απ’ τους μεν, κάποιοι περιμένουν κριτική από κείμενα που δεν την επιδιώκουν καν, απ’ τους δε πάλι κάποιοι ονομάζουν “κριτική” μια μακρά σκέτη δοξολογία ή αναθεματισμό. Όμως η κριτική δεν είναι παντού και πάντα μια αναγκαιότητα, κι αυτή είναι άλλη μια προκατάληψη που δημιουργεί παρεξηγήσεις. Δεν είναι δυνατόν να απαιτούμε αναλύσεις από ανθρώπους που προτείνουν απλά ένα αρεστό τους βιβλίο, ούτε όμως και να χαρακτηρίζουν “κριτικές” κάτι τέτοιοι τα κείμενά τους. Λογικό δεν είναι;

μάχη βιβλίων
Πηγή: www.thephilroom.com

Κι όμως: μέσα σ’ αυτά και πολλά άλλα, η κριτική παλεύει ακόμα να καθορίσει τελεσίδικα τον εαυτό της. Όπως όμως όλα τα κάστρα, έχει κι αυτή εσωτερικούς εχθρούς. Έχει λεχθεί (καθ’ υπερβολήν) πως οι κριτικοί είναι απλά αποτυχημένοι δημιουργοί, και τολμάμε να πούμε πως ενίοτε ισχύει -όταν, δηλαδή, ο “κριτικός” είναι ασόβαρος. Όταν ο βερμπαλισμός, η ρητορεία, οι μανιέρες, η ανουσιολογία, το name-dropping, τα κόμπλεξ ίσως, γεμίζουν ένα κριτικό του σημείωμα (παρότι ο ίδιος τα “απεχθάνεται” τάχα), τι αξία έχουν οι αναλύσεις του μπροστά σε μια απλή “υποκειμενική” γνώμη ή ερμηνεία ενός έργου; Όπως, σε εντελώς αντίθετες συνθήκες, ποια απ’ τις τελευταίες μπορεί ν’ αμφισβητήσει μια πράγματι σωστή κριτική; Η τελευταία, βέβαια, είναι ένα σπάνιο φυτό. Ελάχιστοι θεράποντές της ξεκινούν πλέον άδολα, από ένα “χρέος αγάπης”, όπως το περιέγραψε εδώ και πάντα τ’ ακολουθούσε ο George Steiner. Ελάχιστοι, πάλι, αναγνωρίζουν ότι δεν είναι ή δεν θέλουν να είναι όλα τα περί βιβλίων κείμενα “κριτικά”. Γιατί, ιδωμένη ψύχραιμα, η λογοτεχνική κριτική είναι (όπως κι η τέχνη στην οποία ασκείται) ένα εξέχον πλην σαφές, στενό πλαίσιο που όταν, σαν πνευματική δραστηριότητα, μαζικοποιείται, χάνει την ουσία του.

Εντέλει, η κριτική είναι ένας μόνο τρόπος ανάγνωσης και πρόσληψης της λογοτεχνίας ανάμεσα σ’ άλλους, βαρυσήμαντος οπωσδήποτε, κι η σοβαρή κριτική (όπως κάθε δημιουργική σύγκρουση) είναι πάντα ωφέλιμη σε όποιον την πάρει στα σοβαρά. Και θα ‘πρεπε να γίνουν αντικείμενο περισσότερου στοχασμού, τόσο από τους εργάτες της όσο και απ’ τους απλούς συγγραφείς ή αναγνώστες, τα όρια του χώρου της κριτικής και του χώρου της “μη-κριτικής”. Αλλά ας είμαστε ειλικρινείς: το πρόβλημα που θίξαμε δεν θα σταματήσει να συζητιέται όσο γίνονται ακραίες επικλήσεις τόσο στην πλήρη ανυπαρξία κριτηρίων, όσο και σε μια υποτιθέμενη, παγκόσμια κοινή λογική/γούστο των αναγνωστών. Άλλωστε, και εδώ ο ηρακλείτειος “πόλεμος” θα μένει πάντοτε, αλλά με τρόπο θετικότατο τελικά, “πατήρ πάντων”.