Ο Λουί-Φερντινάν Σελίν (1894-1961) και το έργο του δεν χρειάζονται συστάσεις, ούτε και η βαριά σκιά του στη σύγχρονη ευρωπαϊκή λογοτεχνία. Η θέση του όμως ως ένας απ’ τους μεγαλύτερους συγγραφείς του περασμένου αιώνα είναι για πολλούς αμφίβολη. Τα αντεπιχειρήματα του πασίγνωστου αντισημιτισμού ή του φασισμού του ποτέ δεν αρκούσαν. Οι πραγματικοί λόγοι που ενοχλεί τόσο είναι ένα ανοιχτό θέμα.
Ο Σελίν ανήκει στις λίγες περιπτώσεις κορυφαίων λογοτεχνών, όπως κι ο Έζρα Πάουντ, που προκαλούν σε τόσους πολλούς ταυτόχρονα λατρεία και απέχθεια. Το πρώτο και κορυφαίο έργο του, Ταξίδι στην άκρη της νύχτας, είναι το μαύρο διαμάντι του γαλλικού μυθιστορήματος. Κι όμως η κριτική επιμένει να μιλά για τις πολίτικες επιλογές του και ξεχνά (ή δεν ομολογεί) πως εξαρχής και μόνη της η τέχνη του πολεμήθηκε. Γι’ αυτό τολμάμε να πούμε πως η δικαιολογία ορισμένων ότι τα ανάμεικτα αισθήματά τους αφορούν μόνο την ιδεολογία του συγγραφέα είναι ελλιπής.

Έχει λεχθεί, και σωστά, πως ο Σελίν είναι “ρατσιστής απέναντι σε όλους”. Πως είναι ακραία μισάνθρωπος και “μίζερος” (sic). Πως ο κόσμος του είναι τόσο σκοτεινός, ωμός και απογυμνωμένος που εν τέλει δεν αφήνει μέσα του κανένα ίχνος ελπίδας, χαράς ή φωτός. Και είναι αλήθεια: είναι ένας περιθωριακός, απόκληρος, άναρχος, αρνητής, σε μια κοινωνία γι’ αυτόν σάπια και βυθισμένη στη παρακμή. Αλήθεια όμως είναι κι ότι όλα αυτά ποτέ δεν άρεσαν πραγματικά στον σύγχρονο άνθρωπο του συρμού.
Η αλήθεια είναι πως προτιμάται συχνότερα η λογοτεχνία που χαϊδεύει αυτιά παρά εκείνη που δίνει χαστούκια. Και το χέρι του Σελίν δεν κάνει διακρίσεις ποιας ομάδας, θεσμού ή ιδέας το πρόσωπο θα χτυπήσει. Το σφυρί του είναι τυφλό κι αντι-ανθρωπιστικό, και γκρεμίζει κάθε αυταπάτη των συγχρόνων του. Σκοπός αυτού του συγγραφέα δεν ήταν ποτέ μία ευνουχισμένη τέχνη – ήταν το “μαχαίρι” (όπως θα ‘λεγε ο Άρης Αλεξάνδρου). Και τα μαχαίρια σελινικού στυλ το κοινό και η κοινωνία τα θεωρούν πάντα απειλές.

Τότε γιατί, παρόλα αυτά, ο Σελίν γοητεύει εξίσου με το να ενοχλεί; – Ίσως γιατί ακόμη υπάρχουν αρκετοί αναγνώστες που δεν φοβούνται ή που επιδιώκουν κιόλας να βλέπουν θρυμματισμένες τις ψευδαισθήσεις τους. Ίσως άλλοι επειδή ταυτίζονται με τη ζοφερή κοσμοθέαση του συγγραφέα. Ή ίσως πάλι άλλοι να βρίσκουν σ’ αυτόν μια αποδόμηση του κόσμου τους που δεν θέλουν να παραδεχτούν. Ένας κόσμος Πόλεμος και Μακελειό με Θάνατο επί πιστώσει, μια Σχολή πτωμάτων, που σαν ιδέα και μόνο ενοχλεί μια “ευτυχή” ανθρωπότητα.
Πρώτιστα όμως ο Σελίν γοητεύει γιατί είναι πράγματι μεγάλος συγγραφέας – ένας μάγος της γλώσσας, του ύφους (κατά τον Τζωρτζ Στάινερ). Ο λόγος του είναι ωμός, παλλόμενος, κοφτερός, βίαιος, παράδοξα λυρικός. Τα θέματά του βαθιά αληθινά, “ανθρώπινα” – έστω απαισιόδοξα ή μισάνθρωπα. Αλλά σε μια εποχή απομάγευσης, αισιοδοξίας ή καθωσπρεπισμού, προφανώς κάθε λογοτεχνία “οφείλει” να μένει σε ανάλογα καλούπια, ενώ οι “παράνομοί” της προκαλούν σ’ άλλους ενθουσιασμό και (κυρίως) σ’ άλλους δυσφορία.

Ο Σελίν εξέπεμψε στο ίδιο μήκος κύματος με πνεύματα σαν τον Νίτσε, τον Σιοράν, τον Ντάβιλα ή τον Σαντράρ. Μοιράζεται τη νηφαλιότητα και τον “μηδενισμό” τους. Κοιτάζει τα πάντα με το βλοσυρό βλέμμα και το ίδιο ειρωνικό χαμόγελο του Μοραβαζίν. Αφηγούμενος απλά, με μια λογική δόση μυθοπλασίας, τη προσωπική του εμπειρία σε πολέμους και σε ειρήνη, προσφέρει μια μεγάλη λογοτεχνία που -σαν κάθε τέτοια- και πέραν ιδεολογιών πάντα θα “ενοχλεί”.


