“Η νύφη” του Αυγερίδη Πασχάλη

Ήταν πολύ όμορφη εκείνη την ημέρα. Η πιο όμορφη νύφη που είχα δει ποτέ μου. Πόσο της πήγαινε εκείνο το νυφικό! Ήταν φθηνό και τσαλακωμένο, φυσικά. Μα ακόμη κι έτσι ήταν τόσο υπέροχο επάνω της. Ήξερα από την αρχή της σχέσης μας ότι δεν της άρεσαν τα νυφικά. Τις πρώτες μέρες κάναμε πολλές βόλτες στην πόλη. Σε μια από αυτές τις βόλτες έτυχε να περάσουμε μπροστά από ένα μαγαζί με νυφικά. Αυτή έριξε ένα βλέμμα απαξίωσης και σήκωσε κωμικά την μύτη της σαν αριστοκράτισσα που περνούσε μπροστά από κάποιον βρομερό χωρικό με σάπια δόντια. Δεν χρειάστηκε να πει τίποτα. Το ήξερα ότι ποτέ δεν θα την έβλεπα με νυφικό. Να όμως που είχα άδικο.

Χαμογέλασα χωρίς να το καταλάβω. Αντιλήφθηκα έναν μεσήλικα άντρα που με κοιτούσε βλοσυρά. Η μεγαλοπρεπής καράφλα του έλαμπε κάθιδρη στο λαμπερό φως του πολυέλαιου της εκκλησίας και τα παχιά του φρύδια έσμιγαν θυμωμένα πάνω από τη στραβιά του μύτη.

“Ο θείος μου ο ναυτικός.” μου είχε πει όταν τον είχαμε βρει τυχαία μέσα σε κάτι παλιές φωτογραφίες των γονιών της. Πενηντάρης πια, με μια αίσθηση της μόδας κολλημένη στην δεκαετία του εβδομήντα (πάντα φορούσε παντελόνι καμπάνα). Όλη του τη ζωή ταξίδευε στις επτά θάλασσες κάνοντας συλλογή χρυσών αλυσίδων και αφροδίσιων νοσημάτων.

“Αν τον ρωτήσεις θα σου πει ότι είναι καπετάνιος, αλλά μην τον πιστεύεις. Το λέει για να ρίχνει τις μικρούλες. Μούτσος είναι.”

Ποτέ δεν έμαθα αν μου έλεγε την αλήθεια ή απλά ήθελε να με κάνει να γελάσω. Το σίγουρο είναι πάντως ότι πάντα φορούσε μια χρυσή αλυσίδα στο λαιμό και το πρόσωπό του ήταν διάστικτο από πυώδη εξανθήματα.

Πόσο μου άρεσε να ξεφυλλίζουμε τα παλιά οικογενειακά της άλμπουμ! Θαμμένες ανάμεσα σε λεγεώνες άγνωστων συγγενών της (πολλούς από τους οποίους ούτε καν η ίδια θυμόταν) βρίσκαμε και δικές της φωτογραφίες. Άλλοτε μικρό παιδάκι να παίζει ανάμεσα στις τριανταφυλλιές κι άλλοτε μωρό να κλαίει ή να πίνει γάλα από ένα μπιμπερό με γαλάζια συννεφάκια. Πριν από μερικούς μήνες είχαμε βρει και μια από κάποιες ξεχασμένες απόκριες. Σε εκείνη τη φωτογραφία (τι σύμπτωση!) ήταν ντυμένη νύφη. Ήταν γύρω στα πέντε. Τα μαλλιά της έπεφταν μέχρι τους ώμους σχηματίζοντας χαριτωμένες κόκκινες μπουκλίτσες και το παιδικό της πρόσωπο είχε το ίδιο εκείνο σκανταλιάρικο χαμόγελο που μου χάριζε κάθε φορά που ήθελε να κάνουμε έρωτα. Τα χέρια της με τους καρπούς λυγισμένους κοκέτικα ανασήκωναν τις πτυχές ενός νυφικού. Δίπλα της ένα παιδάκι αρκετά πιο κοντό από αυτήν πόζαρε με το καουμπόικο καπέλο του κατεβασμένο μέχρι τα μάτια και το πλαστικό του πιστόλι να σημαδεύει μπροστά.

Διαβάστε επίσης  "Το φεγγάρι" της Μαίρης Κάντα

“Νυφικό; Εσύ;”

“Η μάνα μου θα με είχε αναγκάσει να το βάλω.” είπε κωμικά θυμωμένη.

“Φαίνεται να το απολαμβάνεις, πάντως.” είπα και συγκρατήθηκα να μην γελάσω

“Όχι, κάνεις λάθος. Είμαι θυμωμένη στην φωτογραφία.”

“Νομίζω ότι χαμογελάς…”

“Χλευαστικά, προφανώς! Είναι ένα ειρωνικό σχόλιο προς την κοινωνική πίεση που δέχονται τα κορίτσια από τόσο μικρή ηλικία. Να κάνουν τον τέλειο γάμο και να είναι σαν πριγκίπισσες και όλες αυτές οι αηδίες… Μην γελάς!”

“Χλευαστικά γελάω, προφανώς!” είπα και πήρα σοβαρό ύφος. “Είναι ο τρόπος μου να κάνω ένα ειρωνικό σχόλιο για τους καουμπόιδες που τόσο ξεδιάντροπα φλερτάρουν με τις χειραφετημένες πριγκίπισσές μας. Σας ρίχνουν με τα καπέλα τους και τα πιστόλια τους και ξεχνάτε ότι στην τελική δεν είναι τίποτα παραπάνω από τσομπάνηδες. Απλά τυχαίνει να ζουν στην Αμερική. Άσε που βρωμάνε και κοπριά.”

Πέρασε τα χέρια της γύρω από το λαιμό μου και μου χαμογέλασε με το χαμόγελο εκείνο της φωτογραφίας.

“Που μπορούμε να βρούμε μια στολή καουμπόι;”

Χαμογέλασα. Ο καπετάνιος – μούτσος δεν είχε πάρει από πάνω μου τα μάτια του ούτε για μια στιγμή. Ήταν πάντα χαρούμενος κι ευχάριστος (συμπτώματα της σύφιλης, αστειευόταν πάντα αυτή) αλλά τώρα υπήρχε κάτι σαν μίσος στο βλέμμα του. Τι είχα κάνει; Μήπως δεν θα έπρεπε να χαμογελάω; Ναι πιθανότατα δεν έπρεπε να χαμογελάω. Και τι έπρεπε να κάνω; Δεν ήξερα. Εκείνη τη στιγμή δεν ήξερα τίποτα. Όλα ήταν τόσο καινούρια. Δεν είχα τίποτα γνώριμο από το οποίο θα μπορούσα να πιαστώ. Τίποτα εκτός ίσως από τη μορφή της. Στράφηκα λοιπόν προς το μέρος της και την παρατήρησα πιο προσεκτικά.

Διαβάστε επίσης  "Μια στιγμή αρκεί" της Ασπρόμαυρο όνειρο

Το νυφικό έμοιαζε λίγο με εκείνο της παλιάς φωτογραφίας. Περιβαλλόταν κι αυτό από μια αύρα προχειρότητας, σαν να το είχε φορέσει για πλάκα. Ήταν άσχημα ραμμένο και δεν εφάρμοζε καλά επάνω της. Πολύ μικρό στο στήθος και πολύ φαρδύ στη μέση. Αλλά ακόμη κι έτσι το σχήμα του κορμιού της διατηρούσε την γοητεία και την αισθησιακότητά του. Ένοιωσα ξαφνικά ναυτία. Θυμήθηκα για λίγο το σκανδαλιάρικο χαμόγελο στην παλιά φωτογραφία και για πρώτη φορά συνειδητοποίησα το πόσο αταίριαστο ήταν στο παιδικό της πρόσωπο. Αλλά όχι. Αταίριαστη ήταν η ερωτική αναστάτωση που μου προκαλούσε. Όχι, όχι αταίριαστη. Ανώμαλη. Όσο ανώμαλο ήταν και το ότι έβρισκα ακόμη και τώρα το σώμα της ερωτικό. Η στιγμή ήταν τώρα πολύ ιερή για να κάνω τέτοιες σκέψεις.

Ήθελα να αποστρέψω το βλέμμα μου από αυτήν, αλλά δεν μπορούσα. Το σώμα της μέσα σ’ εκείνο το νυφικό ήταν τόσο μα τόσο εύθραυστο! Δεν ήθελα να το αγγίξω. Ούτε τώρα ούτε ποτέ ξανά. Πως μπορούσα λοιπόν να το βρίσκω ακόμη ερωτικό; Δεν θα την ξανάγγιζα. Κάτι μέσα μου μου έλεγε ότι με το παραμικρό μου χάδι το δέρμα της θα έσκιζε στο στέρνο σαν από χειρουργικό νυστέρι αποκαλύπτοντας τον κενό από όργανα θώρακά της. Σαν ξεκοιλιασμένη χριστουγεννιάτικη γαλοπούλα.

Τα πρώτα μας Χριστούγεννα… Με είχε καλέσει στο σπίτι της. Μου είχε πει ότι θα μου μαγείρευε. Μόνο για εμένα. Εγώ για να το παίξω ιππότης της είχα πει ότι ήθελα να μαγειρέψουμε μαζί. Εκείνη δέχτηκε χωρίς να ξέρει ότι το μόνο που είχα μαγειρέψει στη ζωή μου ήταν μακαρόνια. Στο δρόμο για το σπίτι της το μυαλό μου ήταν γεμάτο από καυτές ερωτικές εικόνες ανάμεσα σε κατσαρόλες και τηγάνια.

Διαβάστε επίσης  "Τελικός προορισμός" της Mary DaSh

Όταν μπήκα στο σπίτι της με υποδέχτηκε μια ζεστή αγκαλιά και ένα γιγάντιο πτώμα πτηνού ξαπλωμένο πάνω στο τραπέζι σαν υπέρβαρος πενηντάρης που κάνει ηλιοθεραπεία.

“Η γαλοπούλα μας!” μας σύστησε αυτή.

“Δεν πρόκειται να αγγίξω αυτό το πράγμα.” είπα αμέσως συνειδητοποιώντας ότι δεν της είχα πει ακόμη ότι δεν έτρωγα ποτέ κρέας.

Αυτή γέλασε με εκείνο το υπέροχο γέλιο της που μπορούσε πάντα να με κάνει να αισθανθώ καλύτερα.

“Δεν χρειάζεται να το αγγίξεις αν δεν θέλεις.” είπε.

Ή ίσως να είχε πει κάτι άλλο. Δεν θυμάμαι. Αλλά σίγουρα αυτό ήταν που χρειαζόταν να ακούσω. Την φαντάστηκα να μου το λέει και τώρα. “Δεν χρειάζεται να με αγγίξεις αν δεν θέλεις”. Ένοιωσα ανακούφιση. Όχι, δεν χρειάζεται. Σ’ ευχαριστώ! Η εικόνα της στο μυαλό μου μου χαμογέλασε με το παιδικό της χαμόγελο. “Δεν μπορείς να με αγγίξεις πια, όσο κι αν το θέλεις.”

Ένοιωσα ένα βάρος ακόμη να προστίθεται σε ένα απροσδιόριστο σημείο στο λαιμό μου. Είχε δίκιο, δεν θα μπορούσα ποτέ ξανά να την αγγίξω… Για πρώτη φορά εκείνη την ημέρα κατάλαβα πόσο ανάγκη είχα να κλάψω. Να κουλουριαστώ σε μια γωνία δίπλα στους συγγενείς της και να κλάψω δυνατά. Το πρόσωπό μου να κοκκινίσει σαν παιδί που κλαίει από πείσμα. Αλλά δεν μπορούσα. Δεν μπορούσα να αφεθώ όπως όλοι γύρω μου.

Ο θείος είχε σταματήσει να με κοιτάζει. Τώρα σκούπιζε κι αυτός τα δάκρυα από το πρόσωπό του.

Το νυφικό. Πως θα της φαινόταν αν ήξερε ότι φοράει νυφικό;

Ίσως και να της άρεσε. Ίσως να το έβρισκε κι αυτό ένα ειρωνικό σχόλιο. Ένα ειρωνικό σχόλιο απέναντι στην κοινωνία που δεν μπορούσε να δεχτεί ότι μια κοπέλα ποτέ δεν θα φορούσε νυφικό, ποτέ δεν θα παντρευόταν.

Την ξανακοίταξα. Ξαπλωμένη στο κέντρο της εκκλησίας με το τσαλακωμένο της νυφικό έμοιαζε λίγο με εκείνη την παλιά φωτογραφία. Απλά δεν χαμογελούσε.

 

 

 

Αρθρα απο την ιδια κατηγορια

Klute

Klute: Ωδή στην ανθρώπινη ψυχή

Μετά από την τραγική είδηση του θανάτου του αγαπημένου ηθοποιού

Οι ψάθινες τσάντες είναι το απόλυτο καλοκαιρινό αξεσουάρ.

Οι ψάθινες τσάντες, ιδιαίτερα δημοφιλείς τους καλοκαιρινούς μήνες, αποτελούν