Κεφάλαια 66-71: Tαξιδεύοντας μαζι στον δρόμο του παρελθόντος

66

 

Αυτό είναι το αμάξι που με έφερε σε αυτόν τον τόπο, είπα στην Μαίρυ και άναψα τα φώτα στο γκαράζ. Σαν μια περίεργη έκλαμψη αλλά και μια αίσθηση ότι το είχε ξαναδεί, μου φανέρωσε ότι αυτό ήταν το αυτοκίνητο που τους κυνηγούσε —και είχε δίκιο. O άλλος μου εαυτός βρισκόταν πίσω από το τιμόνι.

 

Αυτό είναι το αυτοκίνητο που είχα δει έξω από το σπίτι μου και μας κυνηγούσε πριν χαθεί στον αέρα, είπε. Τώρα θυμάμαι πως είχα δει παρόμοια αυτοκίνητα όταν είχα ξυπνήσει στο μέλλον. Άλλα χρώματα και αυτοκίνητα χωρίς τριγωνικά φτερά και πολύ αλουμίνιο.

Advertisements
Ad 14

 

Πλαστικό, της απάντησα. Στις μέρες μας φτιάχνονται πιο πολύ από αυτό το υλικό παρά από το αλουμίνιο, απορροφά τους κραδασμούς και είναι και πιο ελαφρύ.

 

Άγγιξε το αμάξι σε μια αμήχανη στιγμή που φάνηκε αιώνας. Είχαμε πιστέψει ότι κάτι θα γινόταν πάλι. Οι δύο μας παγώσαμε. Ότι αν ακουμπούσε αυτή τη μηχανή του χρόνου θα εξαφανιζόταν για άλλη μια φορά. Όμως η Μαίρη άνοιξε την πόρτα του αμαξιού και μπήκε μέσα. Δεν φοβόταν καθόλου.

 

Θα με πας μια βόλτα ; είπε χαμογελώντας και με προσκάλεσε να καθίσω στη θέση του οδηγού.

Άνοιξα την πόρτα του γκαράζ και έπειτα μπήκα και εγώ μέσα στο αμάξι.

«Γαμώτο, ξέχασα τα κλειδιά» είπα.

«Για κοίταξε μήπως είναι μέσα, εδώ».

 

Πράγματι κοίταξα γύρω ψάχνοντας και όταν άνοιξα το πλαίσιο για την προστασία του ήλιου στη θέση του οδηγού αυτά έπεσαν στα πόδια μου.

 

Κλασικό κόλπο. Το θυμάμαι από παλιά που το έκαναν, γιατί όχι και τώρα ;

Κάποια πράγματα συνεχίζουν να με εκπλήσσουν ακόμα Μαίρυ. Συνεχίζουν να υπάρχουν ανάμεσα από τις διαστάσεις.

 

Γύρισα το κλειδί και αφού το αμάξι έβγαλε λίγο μαύρο καπνό ακούστηκε η μηχανή του να μουγκρίζει και βγήκαμε τσουλώντας όμορφα στον δρόμο.

 

«Ίσως χρειαστεί να βάλω βενζίνη γιατί παρατηρώ το λαμπάκι να έχει ανάψει».

«Πάμε τώρα μαζί» μού είπε και μού κράτησε το χέρι.

 

Ο αέρας ανέμιζε τα κόκκινα μαλλιά της και ενώ προχωρούσαμε στον δρόμο ενός παρελθόντος με ένα αμάξι που φάνταζε σαν χρονομηχανή, δεν μας ενδιέφερε τίποτα.

Ο ήλιος ήταν δυνατός και η Μαίρυ μου ζήτησε αν είχα ένα ζευγάρι γυαλιά ηλίου.

«Έχει στο ντουλαπάκι», της είπα, «ένα ζευγάρι». Τα πήρε, τα φόρεσε και παρότι ήταν αντρικά της πήγαιναν, τόνιζαν τις γωνίες του προσώπου της.

Διαβάστε επίσης  Κεφάλαιο 5: Γράμμα στον εαυτό σου

 

Λίγο πιο κάτω στον δρόμο βρήκαμε ένα βενζινάδικο και σταματήσαμε για βενζίνη.

 

Ο φόβος μου μην ξαναγίνει κάτι περίεργο αναδύθηκε καθώς όλα είχαν αρχίσει από ένα παρόμοιο βενζινάδικο στη μέση του πουθενά. Εκείνο που είχε χαραχτεί πλέον σαν ανάμνηση ανεξίτηλη στο μυαλό μου.

 

 

67

 

Στεκόμασταν περιμένοντας να μας βάλουν βενζίνη. Η αλήθεια είναι ότι κανείς μας δεν τολμούσε να βγει από το αμάξι μήπως και αλλάξει πάλι κάτι και χαθούμε. Κοιτάγαμε και οι δυο, η μία τα μάτια του άλλου. Μία φωνή μας τρόμαξε καθώς πετάχτηκε από το πουθενά και κοντέψαμε να πάθουμε καρδιακό επεισόδιο.

 

Να το γεμίσω ; Με ακούτε κύριε ;

Ναι, γέμισέ το, σε παρακαλώ.

Πολύ ωραίο αμάξι τώρα βγήκε στην παραγωγή ; Δεν έχω ξαναδεί κάτι παρόμοιο.

Ναι, γέμισέ το,  απάντησα καθώς είχα σαστίσει από την τρομάρα μου.

 

Ευχαρίστησα, πλήρωσα και αφού κοίταξα λοξά την Μαίρη, πάτησα το γκάζι.

 

«Τζόν που πηγαίνουμε ;» άκουσα να μου λέει λίγα λεπτά μετά. Ο αέρας χάιδευε τα πρόσωπά μας και η μυρωδιά από τη φύση εισέβαλε στα ρουθούνια. «Πάμε να φτιάξουμε το δικό μας μέλλον, Μαίρη, εσύ κι εγώ, τι λες ;»

«Λίγο κλισέ δεν είναι η ατάκα αυτή ; Ξεπερασμένη». Κοίταξε έξω από το παράθυρο για μερικά δευτερόλεπτα.

 

«Ξέρω ένα μέρος», είπε σαν να της είχε έρθει επιφοίτηση. «Θα σου πω που να στρίψεις, εντάξει ;» Δεν έφερα καμία αντίρρηση και την άφησα να με κατευθύνει.

 

Σκεφτόμουν το αμάξι μου που είχε έρθει και αυτό μαζί με μένα από το μέλλον. Όμως δεν μύριζε πια έτσι. Από τον καιρό που καθόταν στο γκαράζ και σκονιζόταν είχε πάρει τη μυρωδιά της εποχής. Αυτής που βρισκόμασταν τώρα. Το χίλια εννιακόσια εξήντα εννιά.

 

«Είναι λίγο μακρυά εκεί που θα σε πάω αλλά αξίζει να το δεις».

 

Κοίταγα στο πλάι του δρόμου και τα σπίτια αραίωναν όλο και πιο πολύ καθώς αφήναμε την πόλη πίσω μας. Σημάδι ότι πηγαίναμε προς την εξοχή. Έρημος εκτείνονταν γύρω μας και αφού περάσαμε και έναν τελευταίο αμμόλοφο άρχιζε να προβάλει ένα μικρό χωριό.

 

—Είναι το μέρος που μεγάλωσα. Το σπίτι των παππούδων μου βρίσκεται εδώ Τζόν.

—Φαίνεται πολύ όμορφο μέρος.

—Και που να δεις και το σπίτι. Να, στρίψε εδώ παρακάτω.

 

Τα δρομάκια στενά και το αυτοκίνητο αρκετά μεγάλο αλλά ικανό να περάσει ανάμεσά τους χωρίς να προκαλέσει ζημιά. Ύστερα από λίγο φτάσαμε κοντά στη θάλασσα όπου και πάρκαρα σε ένα μέρος με θέα αυτή την υπέροχη γυναίκα. Την κοίταγα και καθώς έβλεπα το απέραντο ένιωθα τη γαλήνη που απλωνόταν μέσα μου και η ανυπαρξία μου να χάνεται.

Διαβάστε επίσης  Κεφάλαιο 1:ΕΚΕΙΝΗ

 

Όχι πια μόνος, άκουσα μια φωνή να μου λέει σαν να είχε διαβάσει τη σκέψη μου.

Το μυαλό μου είχε παρασυρθεί και είχα χαθεί τελείως στην απεραντοσύνη του γαλάζιου.

Ναι συμφωνώ, της είπα, όχι πια μόνοι, και της έπιασα το χέρι της σφιχτά. Την φίλησα τρυφερά και την κοίταξα στα μάτια.

 

«Έλα, πάμε το σπίτι, είναι εδώ κοντά», μού είπε βγαίνοντας απο το αμάξι.

 

 

68

 

Το σπίτι στεκόταν μόνο του, με μια παραλία δίπλα, που εκτεινόταν στο άπειρο. Είχαμε φτάσει στο τέλος της φαντασίας. Οι δυο μας είχαμε καταφέρει να χτίσουμε κάτι ξεχωριστό, κάτι που είχε διαπεράσει όλα τα φάσματα που προστάζαν να μείνει το ίδιο, σε έναν κόσμο που συνεχώς αλλάζει.

 

Για μια στιγμή σκέφτηκα τον εαυτό μου με την Μαίρη. Να περνούσαμε τα χρόνια μαζί. Εδώ, μακρυά από τον πολιτισμό εγώ και αυτή. Το μυαλό μου έκανε εικασίες μιας ζωής που λαχταρούσε. Ξεφύσηξα απογοητευμένος καθώς η λογική μου μίλαγε και έλεγε πώς τα πράγματα δεν έρχονται πάντα όπως τα θέλουμε. Και για το κερασάκι στην τούρτα μου υπενθύμισε ότι σε κάποια χρονική στιγμή η Μαίρη δεν ήταν μαζί μου. Και μάλλον είχε πεθάνει…

 

Αυτή η σκέψη δεν μπορούσα να προσδιορίσω από ποια πραγματικότητα ερχόταν. Από αυτή που είχα προέλθει ή αυτή που ζούσα τώρα ; Κοίταζα το σπίτι και σκεφτόμουν ότι δεν έχει σημασία τι κοιτάζω αλλά τι νιώθω. Ποια θεμέλια θα ήθελα να δώσω στο εδώ και το τώρα.

 

Στο διάολο όλα, δεν θα έλεγες ;

Χαμογέλασα. Ναι, κάπως έτσι.

 

«Έλα πάμε να σε ξεναγήσω στο σπίτι».

 

Συμφώνησα και αφήνοντας πίσω τις σκέψεις μου την άφησα να με οδηγήσει στο εσωτερικό του σπιτιού. Πάντα στην κατάλληλη στιγμή πεταγόταν η Μαίρη σαν ταξιδιωτικός οδηγός και μου μιλούσε. Χαιρόμουν που διέκοπτε την ονειροπόλα αρνητική σκέψη μου και με επανέφερε στην πραγματικότητα.

 

 

 

 

69

 

Ο ήλιος εκείνη τη στιγμή εισέβαλε μέσα στο σπίτι παρέα με το ήχο που έβγαζαν τα θαλασσοπούλια. Το πρόσωπό της φωτίστηκε από τον ήλιο και το χαμόγελό της γεννήθηκε μέσα σε μια μικρή στιγμή.

Διαβάστε επίσης  Κεφάλαιο 38: Μαίρυ Kεφάλαιο 39: Τζoν Kεφάλαιο 40: Μαίρυ

 

Εσωτερικά το σπίτι ήταν μικρό αλλά πολύ όμορφα διακοσμημένο και ζεστό. Είχε κάποια παλιά έπιπλα μέσα, που όμως δεν χάλαγαν την ομορφιά του.

 

Πώς γίνεται να μας χαλάσει την ομορφιά κάτι που είναι δικό μας Τζόν ; Θα το αλλάξουμε, θα το μετατρέψουμε μαζί. Δεν γίνεται να μείνει το ίδιο. Τι λες ;

Έχεις δίκιο Μαίρυ, όλα αλλάζουν. Στο χέρι μας είναι. Παράξενο δεν είναι ;

Ποιο ;

Που έφυγαν οι φόβοι μας και επιτέλους, βρεθήκαμε μαζί.

 

Με κοίταξε και δεν είπε τίποτα. Σκεφτόμουν ότι μοιάζαμε με κόκκους άμμου. Μέρος των κομματιών του χρόνου ταξιδεύαμε μαζί στο δικό μας όμορφο κόσμο και δεν νιώθαμε καθόλου το γέμισμα της κλεψύδρας που έφτανε στο τέλος της.

 

 

70

 

Οι κόκκοι άμμου πέταξαν και χάθηκαν στον αέρα.

 

Την κοίταγα και τα χρόνια πέρναγαν από μπροστά μου. Οι αναμνήσεις μου έμοιαζαν να ξαναγεννιούνται. Μαζί σου, Μαίρη, μετά από τόσο ταξίδι γύρισα στη αγκαλιά σου.

 

Δίπλα μας η υπέροχη παραλία να εκτείνεται ως εκεί που βλέπει το μάτι μας. Να αγναντεύουμε την απέραντη ακτή πιασμένοι χέρι με χέρι. Πίσω μας να έχουμε αφήσει όλα τα παράξενα και άσχημα πράγματα. Αυτά μας είχαν ενώσει και τώρα είναι μέρη των κοινών αναμνήσεων μας. Αυτών που μας οδήγησαν εδώ στο μέρος που σκάει το κύμα.

 

 

71

 

Το ημερολόγιο έχασε τις σελίδες του και εγώ με την Μαίρη αφεθήκαμε στην αγκαλιά του χρόνου. Επιτέλους ήμασταν μαζί και δεν ξεθωριάζαμε. Δεν υπήρχε κανένας δεύτερος εαυτός να μας καταδιώκει και, το πιο σημαντικό, είχαμε ο ένας τον άλλο.

 

Ο απογευματινός καυτός ήλιος του καλοκαιριού μαζί με την ζέστη θύμιζε ότι μερικές φορές η ζωή είναι ανυπόφορη. Πόσες ώρες και πόσες στιγμές είχαμε μείνει μακριά ο ένας από τον άλλο ; Και εκείνη η σκέψη του χρόνου που αρχίζει να λιγοστεύει άφησε ένα κατάλοιπο στην ευτυχία μας.

 

Κόλλησα για μια στιγμή στα μάτια σου, δεν ήξερα τι να πω.

Εγώ εσύ και μια θάλασσα να αγναντεύουμε. Νομίζω καταφέραμε το απίθανο. Να σταματήσει ο κόσμος σε μια στιγμή.

 

Δεν έχεις άδικο, είπα και κοίταξα γύρω μου. Δεν έβλεπα κανέναν άλλο να κυκλοφορεί. Μόνοι μας σε μία μακρινή ανάμνηση, εμείς οι δύο μακρυά από κάθε ίχνος πολιτισμού. Υπήρχαμε. Όπως ο ήλιος έπαιρνε τη θέση του στον ουρανό έτσι και εμείς είχαμε τη θέση μας ανάμεσα στον δικό μας κόσμο.

 

Αρθρα απο την ιδια κατηγορια

Άρκο: Η ιταλική πόλη ανάμεσα στους βράχους

Το Άρκο (Arco) είναι γνωστό ως προορισμός αναρρίχησης, καθώς περιβάλλεται

Fenty Hair: Η Rihanna κάνει πάλι τα μαγικά της

Η διάσημη τραγουδίστρια συνεχίζει να καινοτομεί στον κόσμο της ομορφιάς,