Κεφάλαια 72-75: Κρυμμένοι στη γωνιά του χρόνου, Κεφάλαιο 76: Μαίρη

72

 

Σκεφτόμουν το αντίθετο όλου αυτού σαν μια ακίδα που με ενοχλούσε καθώς κάτι δεν κολλούσε στην όλη υπόθεση. Οι αναμνήσεις μου είχαν μπερδευτεί. Ποιος ήμουν πιο πριν και που τελικά κατέληξα ; Δεν με ενδιέφερε, καθώς βρισκόμουν μαζί της. Αλλά κάποια μικρή λάμψη πίσω στη σκέψη μου φώτισε και οδήγησε στην ερώτηση για το τι έγινε τελικά στην όλη υπόθεση που είχα αρχίσει να ψάχνω ;

Advertisements
Ad 14

 

Θυμήθηκα πως η γραφή και γενικότερα τα γεγονότα της υπόθεσης με συνεπήραν και βρέθηκα ένας ταξιδιώτης που κατέληξε να υπάρχει μέσω αυτής. Έψαξα και τελικά βρήκα την Μαίρη στην αντίθετη όχθη μιας άλλης πραγματικότητας.

 

Με τη Μαίρη περάσανε τα χρόνια σαν μια μικρή στιγμή. Γεράσαμε και ο χρόνος ήρθε να μας χωρίσει τελικά. Είχε δώσει την παράτασή του, κάνοντάς μας ένα ξεχωριστό δώρο σαν να μας το χρώσταγε. Με τα χρόνια μου έφυγε και ο φόβος μην τη χάσω. Αισθάνθηκα να είμαι πιο κοντά μαζί της και όλες οι στιγμές κατέληξαν σε μία.

 

Αρνήθηκα να δεχτώ ότι κάποια στιγμή πέθανε, ότι έφυγε μακρυά από εμένα και έμεινα μόνος. Έκανα μια σκέψη σαν μαγικό ξόρκι, να την ξανασυναντήσω· και σαν να έπιασε. Δεν με ενδιέφερε τι θα γινόταν με την ψυχή μου που είχα βάλει παρακαταθήκη ώστε να τη δω για μια τελευταία φορά. Να νιώσω ξανά την αίσθηση του φιλιού της, το άκουσμα της φωνής της.

 

Ξαφνικά μια πόρτα στο σκοτάδι άνοιξε και πέρασα μέσα της. Την επόμενη στιγμή βρέθηκα να οδηγώ το αμάξι μου σε εκείνο το δρομάκι και να χάνομαι σε μια περιπέτεια, που όλο την ακολουθούσα μα δεν την έβρισκα.

 

Ο εαυτός μου υπήρξε ξανά νέος και άρχισε μια άλλη ζωή σε ένα παρελθόν που δεν ανήκε.

Προσαρμόστηκε στις ιδέες του καιρού εκείνου για να επιβιώσει ενώ μέσα του είχε πάντα κρυμμένο έναν θλιβερό σκοπό. Να την ξανάβλεπε. Δεν ήξερε αν ακόμα είχε γεννηθεί, αν θα την συναντούσε τυχαία ή αν θα έχανε τη μνήμη του στην επίπονη αυτή διαδικασία. Το μόνο που έβλεπε ήταν αλλόκοτες καταστάσεις και έναν τύπο που του έμοιαζε να μπαινοβγαίνει σε πύλες που έβγαζαν στην άκρη μιας άλλης πραγματικότητας.

Διαβάστε επίσης  Κεφάλαιο 34: Μαίρυ, Κεφάλαιο 35: Τζoν, Κεφάλαιο 36: Μαίρυ, Κεφάλαιο 37: Τζoν

 

73

 

Μίλαγα στους κύκλους του νερού που επαναλαμβανόντουσαν σαν ήχος στη μνήμη μου.

 

«Που χάθηκες ;» με ρώτησε και εγώ ξαφνικά υπήρξα μέσα από τη φωνή της.

Δεν ξέρω, κάτι σκεφτόμουν και παρασύρθηκα από την ομορφιά της θάλασσας. Ο καιρός άρχισε να αγριεύει, στην παραλία σηκώθηκε άνεμος και τα σύννεφα μαύρισαν.

Άρχισε να βρέχει, να μου μιλά, να μου αναφέρει τους προβληματισμούς της. Τις αγωνίες και τους φόβους της. Μαζί και οι δικοί μου μπλέχτηκαν και έκαναν πιο δυνατή την καταιγίδα. Φωνάζαμε ο ένας στο άλλο επειδή ο αέρας κάλυπτε τις φωνές μας. Ώσπου δεν ακούγαμε και χαθήκαμε στον χαμό ενός κυκλώνα.

Μέσα στην ησυχία που υπήρξε τίποτα δεν ακουγόταν. Μόνο η προσωπική μου σκέψη για αυτήν φώναζε, την έψαχνε σαν ήχο που γυρνάει πάντα πίσω. Καταστροφή, την έχασα, «τα έκανα θάλασσα», σκέφτηκα για ακόμα μια φορά καθώς η δύναμη της φωνής μου την είχε απομακρύνει.

 

«Που χάθηκες ;» άκουσα να μου λέει ξανά και γύρισα πίσω μου να την αντικρίσω σαν να παίζαμε κρυφτό.

Το χαμόγελο μου έφυγε από τα χείλη καθώς δεν την έβλεπα.

Ξάφνου η όρασή μου βελτιώθηκε σαν κάποιος να μου έκρυβε τα πάντα και η Μαίρη εμφανίστηκε.

 

«Πάλι με τους φόβους σου παίζεις ;»

«Ναι, αυτό είναι Μαίρη», απάντησα ενώ η καταιγίδα είχε περάσει ακόμα μια φορά από τη σκέψη μου.

 

74

 

Και αν πεθάνουμε και δεν μπορούμε να είμαστε μαζί ;

Αν δεν μπορέσω να ανταπεξέλθω ;

Τουλάχιστον θα έχουμε προσπαθήσει.

 

΄΄Χαμένη μες την μνήμη

η μόνη παραλία

ανάμνηση μακρινή

τα ποιήματά σου΄΄

 

 

Ο δρόμος να τρέχει γρήγορα στην αίσθηση εκείνη που δεν ήθελα να ξαναζήσω. Εγώ να βιάζομαι να προλάβω τον χρόνο επειδή δεν ήθελα να πιστέψω ότι κάποια στιγμή τελειώνουν όλα και δυστυχώς μένω πίσω μόνος να κοιτώ τις αναμνήσεις μας. Εκείνες που σε κρατούσαν ακόμα ζωντανή.

Διαβάστε επίσης  Κεφάλαιο 7: Η αέναη κίνηση της καρδιάς

 

Δεν τολμούσα να παραδεχτώ ότι «χάθηκες». Εκείνη τη λέξη που τη λέμε οριστικά και μια για πάντα. Λέμε περιφραστικά «έφυγες», «πήγες στον άλλο κόσμο» , «μας άφησες» και πολλά άλλα γιατί θέλουμε να αποφύγουμε εκείνη την καταραμένη λέξη που κατοικεί κάτω από το χώμα. Τη λέξη «θάνατος».

 

75

 

Τα χρόνια πέρασαν γρήγορα σαν τα μίλια στον δρόμο που διένυα με το αμάξι μου. Αισθάνομαι ότι ποτέ δεν ήταν αρκετά, καθώς η ζωή ήταν μικρή. Περνάγαμε μαζί τον χρόνο που μας έμεινε.

 

Θυμήθηκα τη στιγμή που σε μάζεψα από τον δρόμο και έπειτα τις χαρούμενες στιγμές που είχαμε ζήσει. Πέρασαν αστραπιαία όπως χτυπά και η ζωή τη μνήμη και μετά έμεινα μόνο να κοιτώ την αρχή και το άδικο τέλος μας.

 

Ήσουν παντού στις αισθήσεις μου καθώς περπάταγα μόνος στην παραλία. Το σπίτι μας έρημο και τα παραθυρόφυλλα χτύπαγαν από την δύναμη του αέρα. Σχεδόν έβγαζαν ένα παράπονο για την κατάληξη αυτή.

 

Ύστερα μετά από τόσο δρόμο που είχαμε κάνει πίστευα πως καταφέραμε το αδύνατο, να είμαστε μαζί εδώ κρυμμένοι στη γωνιά του χρόνου. Μα εκείνος δεν μας έκανε το χατήρι. Εμφανίστηκε μπροστά μας. Και το χειρότερο ; Ήταν ίδιος εγώ.

 

76 Μαίρη

 

Ένα τεράστιο σπίτι και εμείς να χαιρόμαστε. Να αγκαλιάζουμε ο ένας τον άλλο με βλέμματα, αγγίγματα διερευνητικά και φιλιά που ρουφούσαν όλο το οξυγόνο της ανάσας.

Το σπίτι των παππούδων μου στη μέση του πουθενά και παρακάτω η θάλασσα που χυνόταν το κύμα της στο άπειρο.

 

Χαμένοι από όλο τον κόσμο είχαμε καταφέρει να χτίσουμε την ιδανική στιγμή. Κάπου ανάμεσα στον χρόνο εγώ και ο Τζόν επιτέλους αντικρίζαμε ο ένας τον άλλο. Πραγματικά δεν άφησα από την ψυχολογία μου να εισβάλλουν οι αναμνήσεις. Με ένοιαζε το τώρα και ήθελα να το χαρώ επιτέλους. Να είμαι μαζί του μετά από τόσο τρέξιμο. Επιτέλους έμοιαζε ο χρόνος να έχει γίνει δικός μας.

Διαβάστε επίσης  Κεφάλαιο 6: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΜΟΟΥΖΕΣ

 

Το συναίσθημα αυτό κράτησε για ακόμα μια φορά πολύ λίγο. Γιατί εκείνος ήρθε. Μέσα από μια μαύρη πύλη και μας κοίταξε. Έμοιαζε με τον Τζόν, μα ήταν διαφορετικός. Στα μάτια μου ήταν ο θάνατος. Ήρθε να μου θυμίσει ότι εγώ δεν έπρεπε να είμαι εκεί. Στα χέρια του κράταγε ένα ρολόι και το σταμάταγε όποτε ήθελε. Σαν εκβιαστής χωρίς έκφραση στα μάτια του με κοίταγε ενώ γλυκά παρασυρόμουν μέσα τους καθώς αντίκριζα το καθρέφτισμά μου. Απατηλό συναίσθημα του εαυτού.

 

Συνειδητοποίησα ότι όλο αυτό το διάστημα εκείνος με κυνηγούσε. Έτρεχα στις αναμνήσεις μου που λιγόστευαν και γινόντουσαν όλο και πιο μικρές. Μέχρι που κάποια στιγμή σταμάτησαν όλα. Μου έπιασε το χέρι και τότε συνειδητοποίησα ότι ήταν ο Τζόν. Με τράβηξε από τη μικρή μαύρη λιμνούλα που χανόμουν και η υπόστασή μου μετατράπηκε από ανύπαρκτη σκιά σε πραγματική ζωντανή μορφή με ημερομηνία ύπαρξης. «Γεννήθηκα κάποτε» σκέφτηκα «άρα υπάρχω μέχρι αυτή τη στιγμή».

 

«Δεν πρέπει να υπάρχεις», κάτι αντιμίλησε μέσα στο μυαλό μου. Του ξέφυγα για μια στιγμή. Σαν πουλί πέταξα μακρυά του. Αισθανόμουν κρύο αλλά όταν ξύπνησα στην αγκαλιά του Τζόν ήταν ζεστά και τα χρόνια είχαν περάσει. Δεν μίλαγα πολύ, αισθανόμουν σαν νεογέννητη και, όταν μπόρεσα, άκουγα τις σκέψεις του να μου μιλάνε.

 

Χασκογέλασα καθώς είδα την ειρωνία των φόβων του να τον εμποδίζει. Του έπιασα το χέρι και τον οδήγησα στο μέρος που πίστευα ότι δεν θα μας έβρισκαν πουθενά. Στο πατρικό μου. Εκεί που μεγάλωσα με τις μοναδικές αναμνήσεις των παππούδων μου να υπάρχουν και να με καλωσορίζουν.

 

Το σπίτι ζωντάνεψε από τις φωνές μας, ανάψαμε τα φώτα καθαρίσαμε λίγο και φέραμε ζωή σε κάτι που ήταν χρόνια κλεισμένο. Εκείνο με τη σειρά του δεν μπόρεσε να κρύψει την παρουσία μας από εκείνον που μας καταδίωκε από την αρχή μέχρι το τέλος του φάσματος του χρόνου και για μια ακόμα φορά μας είχε βρει.

 

Αρθρα απο την ιδια κατηγορια

Λιθουανία

Λιθουανία: Ταξιδεύουμε στην κορώνα της Βαλτικής

Προορισμός μας αυτή τη φορά είναι η Λιθουανία, η μεγαλύτερη

Ριπίδια: η σημασία και η χρήση τους στην αρχαία Ελλάδα

Τα ριπίδια στην αρχαία Ελλάδα, ή αλλιώς βεντάλιες, ήταν