
Το αναμφίβολα αυθεντικό passion project του Luca Guadagnino που «φώτισε» το – κατά γενική ομολογία –κινηματογραφικά άχρωμο 2024.
Το Queer υπήρξε ένα απαιτητικό έργο που o Guadagnino χρειάστηκε αρκετές δεκαετίες για να του δώσει μορφή και να το παρουσιάσει, όπως το οραματίστηκε. Το ομώνυμο μυθιστόρημα, στο οποίο βασίζεται η ταινία, κατείχε ξεχωριστή θέση στην καρδιά του σπουδαίου Ιταλού δημιουργού από τα εφηβικά του χρόνια. Η πρώτη απόπειρα του Guadagnino να μεταφέρει μια αγαπημένη του νουβέλα στη μεγάλη οθόνη έγινε όταν ήταν μόλις 21 ετών. Ωστόσο, εκείνη την περιόδο δεν διέθετε τα μέσα ούτε το καλλιτεχνικό εκτόπισμα για να υλοποιήσει το έργο του.
Το 2024 τα καταφέρνει και κάνει μια τόσο προσωπική του επιθυμία πραγματικότητα: να μεταφέρει στον κινηματογράφο το μισοτελειωμένο, σκοτεινά ποιητικό βιβλίο του William S. Burroughs με τον τρόπο που του άξιζε.

Η πλοκή του Queer (σύντομα)
Ο εθισμένος στην ηρωίνη William Lee (Daniel Craig) είναι ένας Αμερικανός μετανάστης που ζει μοναχικά στην Πόλη του Μεξικό. Οι σποραδικές συναναστροφές του με την ολιγομελή αμερικανική κοινότητα της πόλης αποτελούν τις μοναδικές κοινωνικές του επαφές του, μέχρι τη μέρα που συναντά τον Eugene Allerton (Drew Starkey) – έναν αυτοεξόριστο πρώην στρατιώτη. Η μεταξύ τους γνωριμία θα κάνει τον William να ελπίζει ότι ίσως καταστεί δυνατή η δημιουργία μιας ουσιαστικής και τρυφερής ανθρώπινης σύνδεσης.
Δεν θα υπήρχε Queer, αν ο συγγραφέας William S. Burroughs δεν δολοφονούσε τη γυναίκα του
«Καταλήγω στο αποτρόπαιο συμπέρασμα ότι δεν θα είχα γίνει ποτέ συγγραφέας, αν δεν είχε προηγηθεί ο θάνατος της Τζόαν… Αυτός ο θάνατος με έφερε σε επαφή με τον εισβολέα, το “Άσχημο Πνεύμα”, και με παγίδευσε σε έναν ισόβιο αγώνα, όπου δεν είχα άλλη επιλογή παρά να γράψω για να βρω τη διέξοδο.»
– William S. Burroughs (πρόλογος Queer, έκδοση 1985)
![]()
Πέρα από την επιφανειακή ψυχαγωγία της ταινίας κρύβεται το σύνθετο και αντιφατικό πρόσωπο του William S. Burroughs, ενός πρωτοπόρου της beat generation. Τα γεγονότα γύρω από τη δολοφονία της γυναίκας του αντηχούν στο Queer, ενώ καθόρισαν τη συγγραφική του πορεία. Αν και οι αφηγήσεις για τη μοιραία εκείνη νύχτα είναι πολυάριθμες, εμείς θα σταθούμε σ’ αυτή που υιοθετεί ο Luca Guadagnino για τη σκιαγράφηση του William Lee. Τα γεγονότα που ακολουθούν βασίζονται στη δική του περιγραφή, όπως την κατέθεσε σε συνέντευξή του στο IndieWire.
Την περίοδο που ο Burroughs ζούσε στην Πόλη του Μεξικό με τη σύζυγό του (Joan Volmer), ήταν παράφορα ερωτευμένος με τον νεαρό Lewis Marker. Η σχέση των δύο ανδρών ήταν περιστασιακά σεξουαλική, ενώ παράλληλα ο Marker διατηρούσε δεσμό και με τη Volmer, συγκροτώντας ένα εύθραυστο και εκρηκτικό ερωτικό τρίγωνο. Ένα βράδυ που οι τρεις τους βρίσκονταν στο ίδιο μπαρ, ξέσπασε ένας επεισοδιακός καβγάς ανάμεσα στον Burroughs και τη Volmer. Με τόνο έντονα ειρωνικό και προσβλητικό η Volmer – σε κατάσταση μέθης – χλευάζει τον Burroughs για τη σεξουαλικότητά του και τον ανδρισμό του. Στο αποκορύφωμα αυτής της μεθυσμένης παραφροσύνης, του ζητά να «αποδείξει πως είναι άντρας», τοποθετώντας ένα ποτήρι στο κεφάλι της και προκαλώντας τον να το πυροβολήσει – κάτι σαν μια αναπαράσταση του μύθου του Γουλιέλμου Τέλλου.
**Εδώ να σημειωθεί ότι ο Burroughs ήταν παθιασμένος συλλέκτης όπλων και είχε κατηγορηθεί λίγους μήνες νωρίτερα για παράνομη οπλοκατοχή. Ο ίδιος ανέφερε ότι δεν αισθανόταν ποτέ ασφαλής στην Πόλη του Μεξικό και γι’ αυτό οπλοφορούσε σχεδόν διαρκώς. **
Ο Burroughs αποδέχεται την πρόκληση και η Volmer σωριάζεται στο έδαφος. Εκείνος, σύμφωνα με τον Guadagnino, αρχίζει να γελά. Ο Marker πλησιάζει τη Volmer και παρατηρεί την οπή από τη σφαίρα στο μέτωπό της, επιβεβαιώνοντας πως είναι νεκρή. Χάρη στην οικονομική επιφάνεια της οικογένειάς του, ο Burroughs περνά μόλις μία εβδομάδα στις φυλακές της Πόλης του Μεξικό. Μέσω δωροδοκιών, αφέθηκε ελεύθερος και εγκατέλειψε τη χώρα, ξεκινώντας ένα ταξίδι στη Νότια Αμερική, με τον Marker στο πλευρό του.
Έως σήμερα, δεν υπάρχει ξεκάθαρη απάντηση στο αν ο πυροβολισμός ήταν ατύχημα ή συνειδητή πράξη, με τους ερευνητές να διαφωνούν μέχρι και στα βασικά στοιχεία της υπόθεσης – τον τόπο, την πρόθεση, τους μάρτυρες, ακόμη και τη σειρά των γεγονότων. Το μόνο σίγουρο είναι ότι ο τραγικός θάνατος της Joan ενέπνευσε τον Burroughs να γράψει το πιο προσωπικό και αναπολογητικό κείμενο του.
Η μεταφορά του Queer στη μεγάλη οθόνη

Παρότι το Queer είναι εν μέρει αυτοβιογραφικό, η πλήρης ταύτιση του William Lee με τον ίδιο τον Burroughs θα ήταν το λιγότερο παραπλανητική. Ο Lee δεν είναι ο συγγραφέας στο σύνολό του, αλλά το το πιο ευάλωτο και – κατά κάποιον τρόπο – «ντροπιαστικό» κομμάτι της πολυσύνθετης προσωπικότητάς του. Είναι ο εαυτός που επιθυμεί απεγνωσμένα αποδοχή και συντροφικότητα, αρχικά μέσα από εφήμερες σεξουαλικές επαφές και τη χρήση ουσιών, και στη συνέχεια μέσα από τη σχεδόν εμμονική προσκόλληση στον νεαρό Allerton.
Ο Guadagnino αντιλαμβάνεται πλήρως αυτή τη διάσταση και, σε συνεργασία με τον Daniel Craig, χτίζει πάνω της μια ερμηνεία εξαιρετικής ακρίβειας. Ο Craig δεν επιχειρεί να μιμηθεί την κυνικότητα, την αποστασιοποίηση ή το «coolness» που χαρακτήριζε τον Burroughs στις δημόσιες εμφανίσεις του. Αντίθετα, προσεγγίζει τον Lee με ειλικρίνεια και ενσυναίσθηση, επιτρέποντας στον χαρακτήρα να εκτεθεί συναισθηματικά μπροστά στην κάμερα. Παράλληλα, ο ίδιος και ο Guadagnino γεμίζουν με αυτοπεποίθηση τα κενά της ελλειπτικής αφήγησης του Burroughs, με τρόπο που παραμένει πιστός στο πνεύμα του πρωτότυπου κειμένου.
Στο βιβλίο ο Lee εμφανίζεται συναισθηματικά ανώριμος και με μια έντονη επιθυμία να κάνει τον Allerton να νιώσει τα ίδια συναισθήματα με εκείνον. Αδυνατώντας να αποδεχτεί πως για τον Allerton η ανεξαρτησία του αποτελεί το σημαντικότερο στοιχείο της ταυτότητάς του, χρησιμοποιεί χειριστικά μέσα για να τον «λυγίσει». Αυτό φαίνεται έντονα όταν τον πείθει να ταξιδέψουν στη Νότια Αμερική για την αναζήτηση του φυτού yagé, το οποίο θα τους επέτρεπε να επικοινωνήσουν τηλεπαθητικά.
Στη ταινία εσκεμμένα και συμβολικά γίνεται αναφορά στις φήμες πως οι Ρώσοι χρησιμοποιούν το yagé για να επηρεάσουν την ανθρώπινη σκέψη. Αυτό το ταξίδι δείχνει πως ο Lee δεν σέβεται τα όρια του Allerton – ο οποίος αντιμετωπίζεται ως αντικείμενο πόθου κι όχι ως αυτόνομο άτομο – και τον ενδιαφέρει μόνο η ικανοποίηση των δικών του αναγκών. Ο Burroughs δεν επιχειρεί να εξωραΐσει ή να δικαιολογήσει τον χαρακτήρα του, αλλά τον παρουσιάζει με ωμή ειλικρίνεια και αφήνει στον αναγνώστη την επιλογή να τον κατανοήσει ή να τον απορρίψει. Αυτή ακριβώς η στάση είναι που καθιστά το Queer τόσο διαχρονικά διχαστικό έργο.
Το ίδιο διχαστική υπήρξε και η κινηματογραφική προσέγγιση του Guadagnino. Εκεί όπου αρκετοί είδαν μια προδοσία του πνεύματος του Burroughs, προσωπικά διέκρινα ένα ειλικρινές και ουσιαστικά πιστό take: μια εκδοχή που «στρογγυλεύει» ορισμένες αιχμές του πρωτότυπου κειμένου, μετατρέποντας την ιστορία σε κάτι πιο τρυφερό, χωρίς όμως να χάνει τον πυρήνα της. Η ταινία επιλέγει να δει τον Lee με αισθητά μεγαλύτερη ενσυναίσθηση, να εστιάσει στις θεματικές του καταιγιστικού – και μάλλον ανθυγιεινού – έρωτα και δίνει βαρύτητα στη μάταιη προσπάθεια του Lee να κατανοήσει τον Allerton σε ένα βαθύτερο επίπεδο. Ο κινηματογραφικός Lee δεν φοβάται να εκτεθεί και να διακινδυνεύσει την ίδια του την αξιοπρέπεια, για να αποσπάσει έστω και λίγη από την προσοχή του Allerton. Όσο όμως ο Allerton αντιλαμβάνεται αυτή την απελπισία, τόσο περισσότερο απομακρύνεται.
Αυτό που παρακολουθούμε τελικά στο Queer είναι δύο άνθρωποι που αδυνατούν να συγχρονιστούν. Υπάρχουν στιγμές όπου οι διαφορετικές τους συχνότητες φαίνεται να εναρμονίζονται, όμως αυτές οι στιγμές είναι σπάνιες και εξαιρετικά εύθραυστες. Όσο ο Allerton φοβάται να κοιτάξει κατάματα τον εαυτό του και να αποδεχτεί την επιθυμία του, ο Lee θα προσπαθεί μάταια να καλύψει αυτό το κενό μόνος του.
Η αισθητική του Queer

Αν έχετε διαβάσει έστω μερικά από τα αρνητικά reviews του Queer, είναι πολύ πιθανό να έχετε πέσει πάνω στον χαρακτηρισμό της αισθητικής του ως «υπερβολικά τεχνητής». Υποψιάζομαι, ωστόσο, ότι αν τέτοιες παρατηρήσεις έφταναν στ’ αυτιά του Guadagnino, θα τις αγκάλιαζε ως κομπλιμέντα, γιατί αυτός ακριβώς ήταν ο στόχος του.
Η μεταφορά των έργων του William S. Burroughs σε οπτικά μέσα θεωρείται ένα εξαιρετικά δύσκολο εγχείρημα. Η «εικονογραφία» των κειμένων του είναι έντονα προσωπική, και απολύτως αδιαπραγμάτευτη. Οι κόσμοι των ιστοριών του δεν περιγράφονται ποτέ από τη σκοπιά ενός ουδέτερου παρατηρητή, αλλά φιλτράρονται διαρκώς μέσα από μια απολύτως υποκειμενική ματιά.
Αυτήν ακριβώς την αίσθηση της απόλυτης υποκειμενικότητας καλούνται να μεταφέρουν στο φιλμ ο Guadagnino και το καλλιτεχνικό του επιτελείο και αναμφίβολα το καταφέρνουν. Σε συνεργασία με τον Stefano Baisi, ζωγράφισαν όλα τα backdrops της ταινίας: ουρανούς, σύννεφα και ορίζοντες, ενώ ένα ξεχωριστό team κατασκεύασε τις μινιατούρες των κτηρίων. Τίποτα δεν είναι «φυσικό»: όλα είναι τεχνητά, σχεδιασμένα και φτιαγμένα ειδικά για το Queer λίγους μήνες πριν από τα γυρίσματα.
Σε συνεργασία με τον Sayombhu Mukdeeprom (διευθυντή φωτογραφίας), η ταινία αποδίδει ιδανικά το κολλώδες αίσθημα της υγρασίας και της αφόρητης ζέστης του Μεξικό, καθώς και μια ατμόσφαιρα διαρκούς μέθης τόσο επιθετικής, που διαπερνά εμβληματικά την κινηματογραφική οθόνη.
Ιδιαίτερα χαρακτηριστικές είναι οι σκηνές άσκοπης περιπλάνησης στο αστικό τοπίο της πόλης. Εμπνευσμένες από πραγματικές τοποθεσίες, συνδυάζουν τα απομεινάρια του αποικισμού, την art deco αισθητική και τη μοντερνιστική αρχιτεκτονική, δημιουργώντας έναν χώρο που μοιάζει λιγότερο με ρεαλιστική αναπαράσταση και περισσότερο με είσοδο στο υποσυνείδητο του Burroughs. Ο Guadagnino επιμένει στη σημασία της δημιουργίας ενός κόσμου που είναι ταυτόχρονα ιστορικά αναγνωρίσιμος και συναισθηματικά φορτισμένος. Η πόλη παρουσιάζεται ως ένας τόπος γεμάτος αντιφάσεις, όπως ακριβώς και ο κεντρικός χαρακτήρας. Ένα μέρος που ιστορικά λειτούργησε ως καταφύγιο για τους απόκληρους: από τον πολιτικό πρόσφυγα Λέον Τρότσκι, μέχρι οποιονδήποτε ομοφυλόφιλο ή χρήστη ουσιών ήδη εκτοπισμένο στο κοινωνικό περιθώριο.
Μένοντας πιστοί στη φαντασία του συγγραφέα, αλλά επιτρέποντας ταυτόχρονα στη σκληρή πραγματικότητα να εισβάλει στο όραμά τους, οι δημιουργοί του Queer καταλήγουν σε ένα αποτέλεσμα σχεδόν μαγικό. Οπτικές συνθέσεις που αγκαλιάζουν τους χαρακτήρες, φωτίζουν τα συναισθήματά τους και αποτυπώνουν όχι απλώς το περιβάλλον τους, αλλά την εσωτερική κατάσταση σε όλο της το μεγαλείο.
Το τέλος (spoilers)

Στην τρίτη πράξη της ταινίας, βλέπουμε τον Lee και τον Allerton να πραγματοποιούν τελικά το ταξίδι με στόχο να βρουν το yagé. Ύστερα από μια διαδρομή γεμάτη δυσκολίες (όπως το στερητικό σύνδρομο του Lee, αλλά και την εχθρική φύση της τροπικής ζούγκλας) καταφέρνουν να φτάσουν στην καλύβα της Dr. Cotter (Lesley Manville), μιας μορφής που φαίνεται να γνωρίζει αρκετά τόσο για το φυτό όσο και για τις επιδράσεις του.
Όταν καταναλώνουν το παραισθησιογόνο yagé (ayahuasca) δίπλα στη φωτιά, οι δύο τους βιώνουν ένα πανέμορφο και επιθετικά αισθησιακό trip. Τα σώματά τους μοιάζουν κυριολεκτικά να ενώνονται, να συγχωνεύονται σε ένα, σαν ο ένας να αφομοιώνει σαρκικά τον άλλον. Δεν έχει ιδιαίτερο νόημα να αναλυθούν διεξοδικά οι συμβολισμοί της σκηνής, καθώς είναι αρκετά ευθείς και λειτουργούν καλύτερα όταν ο θεατής τους ερμηνεύει μόνος του, αλλά πρόκειται για μία σεκάνς γεμάτη συναίσθημα και αξιοθαύμαστη κινηματογραφική ευρηματικότητα.
Η αποκορύφωση αυτής της μυστικιστικής ένωσης διακόπτεται απότομα από μια σκληρή προσγείωση για τον Lee. Ο Allerton του εξομολογείται πως, παρά όλα όσα μοιράστηκαν και την ένταση της εμπειρίας τους, δεν είναι queer (δηλαδή δεν είναι ομοφυλόφιλος). Εκεί γίνεται απολύτως ξεκάθαρο, σε εμάς αλλά και στον ίδιο τον Lee, ότι ο Allerton δεν πρόκειται ποτέ να μπορέσει, ή να θελήσει, να αφεθεί και να κοιτάξει μέσα από το παράθυρο που του ανοίγεται.
Παρότι ο Lee φαίνεται να το κατανοεί αυτό, στον «επίλογο» της ταινίας (κομμάτι που απουσιάζει ολοκληρωτικά από το original κείμενο του Burroughs), δύο χρόνια μετά το ταξίδι τους στη ζούγκλα της Νότιας Αμερικής, και μετά την πλήρη απομάκρυνση του Allerton, επιστρέφει στην Πόλη του Μεξικό αναζητώντας τον. Αδυνατεί να προχωρήσει, ακόμη κι όταν μαθαίνει πως ο Allerton ταξιδεύει πλέον με έναν άλλον άντρα, έχοντας προφανώς συνεχίσει τη ζωή του.
Η τραγικότητα, αλλά και η ομορφιά αυτού του συναισθηματικού ταξιδιού δεν εγκαταλείπουν ποτέ τον Lee. Στην τελευταία σκηνή της ταινίας, τον βλέπουμε πια γέρο, ξαπλωμένο στο κρεβάτι του δωματίου του και ανάμεσα στα πόδια του εμφανίζονται τα πόδια του Allerton. Μία σιωπηλή υπενθύμιση ενός έρωτα που δεν ολοκληρώθηκε ποτέ, αλλά δεν έπαψε και ποτέ να τον στοιχειώνει.
Τελικά, να δω το Queer;
Πρώτα απ’ όλα, αξίζει να ξεκαθαριστεί ότι, παρόλο που πρόκειται για μια ταινία που μιλά ανοιχτά για την εμπειρία των ομοφυλόφιλων ατόμων, το Queer πραγματεύεται βαθιά καθολικές θεματικές. Είναι μια ταινία φορτισμένη με συναίσθημα, το οποίο εκφράζεται με ποικίλους και ευρηματικούς τρόπους, ικανούς (πιστεύω) να αγγίξουν τον οποιονδήποτε. Ακόμη κι αν δεν είσαι ιδιαίτερα εξοικειωμένος ή θετικός απέναντι στον σουρεαλισμό στην τέχνη, δύσκολα το Queer δεν θα σε κερδίσει σε κάποιο επίπεδο.
Αυτό δεν σημαίνει βέβαια ότι η ταινία είναι άμοιρη αδυναμιών. Οι παρατηρήσεις που έχουν διατυπωθεί σχετικά με τη σεναριακή ανισορροπία και τη φλυαρία της είναι απολύτως εύλογες. Πρόκειται, όμως, για χαρακτηριστικά που διατρέχουν συνολικά το έργο του Burroughs και, σε έναν βαθμό, αποτελούν οργανικό κομμάτι της γραφής και του κόσμου του. Αν τα αποδεχτείς αυτά ως μέρος του πακέτου, το Queer έχει πολλά να σου δώσει.
Δείτε το trailer:



