
Στην περιοχή της Καμπάνια στην Νότια Ιταλία, στις όχθες του ποταμού Σαμπάτο, βρίσκεται η μικρή πόλη Μπενεβέντο. Με πληθυσμό σήμερα περίπου 57.000 κατοίκων, το Μπενεβέντο έχει μια μακρά παρουσία στην ιστορία που ξεκινά από την εποχή του Χαλκού, όταν και η περιοχή κατοικήθηκε από τους Σαμνίτες (υπό την ονομασία Μαλεβέντο), έναν ιταλικό λαό με δική του γλώσσα και θρησκεία. Το 268 π.Χ. η περιοχή κατακτήθηκε από τους Ρωμαίους και το Μαλεβέντο (που σήμαινε κακή τύχη), μετονομάστηκε σε Μπενεβέντο και μετατράπηκε σε ισχυρό οχυρό και μεγάλο κέντρο εμπορίου. Μεγάλοι Ρωμαίοι συγγραφείς αναφέρθηκαν στο Μπενεβέντο, ως την αρχαιοτάτη πόλη που ίδρυσε ο μυθικός Διομήδης, με τους κάτοικους να υπερηφανεύονται για τις ρίζες τους. Ο Οράτιος αναφέρει πως το Μπενεβέντο ήταν ένας σημαντικός σταθμός για πολλούς Ρωμαίους Αυτοκράτορες (όπως ο Νέρων, ο Τραϊανός και ο Σεπτήμιος Σεβήρος), με την Ρωμαϊκή Σύγκλητο να δωρίζει στην πόλη ένα εξαιρετικό έργο που μπορεί κανείς να θαυμάσει ακόμα και σήμερα: την Αψίδα του Τραϊανού. Κατά τη διάρκεια του Μεσαίωνα, το Μπενεβέντο πέρασε διαδοχικά σε Λομβαρδούς και Βυζαντινούς, πριν γίνει σημαντικό κέντρο εκκλησιαστικής διοίκησης με την ίδρυση αρχιεπισκοπής τον 7ο αιώνα. Κάπου σε αυτή την μετάβαση υπό τους φερμένους εκ Βορρά Λομβαρδούς, το Μπενεβέντο θα γίνει γνωστό στην Ιταλία και τον υπόλοιπο κόσμο για έναν λόγο αλλόκοτο: την δεισιδαιμονία και τις μάγισσες τζανάρε, έναν θρύλο που επιβιώνει μέχρι και σήμερα! Το Μπενεβέντο, η πόλη των μαγισσών συνεχίζει να ζει υπό την σκιά των τζανάρε και τη λαϊκή παράδοση, διατηρώντας τις φήμες ζωντανές.
Η ιστορία του Μπενεβέντο μέσα στους αιώνες
Το Μπενεβέντο: η πόλη των μαγισσών, έχει βαθιές ρίζες παράδοσης που μας ταξιδεύουν αρκετά πίσω στον χρόνο όταν στην περιοχή ήκμαζε η λατρεία της Ίσιδας και μετέπειτα της Ντιάνα (Άρτεμις), δύο γυναικείες θεότητες που συνδέονται άμεσα με την νύχτα, την σελήνη και τα μυστήρια της. Πολλοί ιστορικοί θεωρούν πως ο όρος janara μπορεί να προέρχεται από το dianara, δηλαδή τις ιέρειες της θεάς Diana. Όταν η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία άρχισε να εκχριστιανίζεται, τα παγανιστικά τελετουργικά και οι τοπικές λαϊκές πρακτικές άρχισαν να θεωρούνται δαιμονικά – σατανιστικά, όπως συνέβη σε χιλιάδες άλλα μέρη της Ευρώπης, με τους ανθρώπους -όπως οι ιέρειες της Ντιάνα- να αντιμετωπίζονται ως εχθροί της νέας θρησκείας. Αυτή η μεταβατική περίοδος, οδήγησε τους ανθρώπους της «απαρχαιωμένης θρησκείας» να κινούνται κρυφά και κυρίως υπό το σκοτάδι μεταμορφώνοντας τις νυχτερινές συγκεντρώσεις σε «τελετές μαγισσών» στην επίσημη αφήγηση.

Οι Λομβαρδοί εισβάλουν στην Ιταλία και μεταξύ άλλων, ιδρύουν το Δουκάτο του Μπενεβέντο το 571 μ.Χ. εξελίσσοντάς το σε ένα πλούσιο κέντρο εμπορίου στη Νότια Ιταλία. Με την πλειοψηφία τους να είναι ακόμα παγανιστές, συνέχισαν τις θρησκευτικές τους παραδόσεις -που σίγουρα- στη χριστιανική κοινότητα έμοιαζαν περίεργες… Μεσαιωνικές εκκλησιαστικές πηγές αναφέρουν συγκεκριμένα γεγονότα για το Μπενεβέντο, όπου τελούνταν τελετουργίες γύρω από ένα ιερό δέντρο, την περίφημη καρυδιά. Οι Λομβαρδοί φέρεται να κρεμούσαν δέρματα ζώων στα κλαδιά και να τελούσαν τελετουργικούς χορούς γύρω από αυτό, κάνοντας ακόμα και θυσίες… Η «μαγεία» στο Μπενεβέντο δεν ξεκινά ως κυνήγι μαγισσών, αλλά ως σύγκρουση πολιτισμών και θρησκειών αρχής γενομένης με τη δράση του (μετέπειτα αγίου) επισκόπου Βαρβάτου του Μπενεβέντο. Ο Άγιος Βαρβάτος του Μπενεβέντο ήταν ο άνθρωπος που αφοσιώθηκε στο να εκχριστιανίσει πλήρως τους Λομβαρδούς και να τους κάνει να «πετάξουν» από πάνω τους κάθε παγανιστικό έθιμο. Καταργώντας τις δεισιδαιμονίες των Λομβαρδών, ο επίσκοπος κατάφερε να τους πείσει να κόψουν τη θρυλική καρυδιά, ως μια πράξη τερματισμού των τελετών και εξάλειψης της μαγείας. Αυτά τα γεγονότα τοποθετούνται περίπου στο 660–680 μ.Χ. και συνοδεύτηκαν από πλήρη απαγόρευση οποιουδήποτε τελετουργικού και ειδωλολατρείας, με το ιερό δέντρο να μετατρέπεται στη χριστιανική αφήγηση σε «τόπο σατανικής συγκέντρωσης». Τον 7ο αιώνα στο Μπενεβέντο δεν υπάρχει σύμφωνα με τις καταγραφές των ιστορικών κάποιο βίαιο γεγονός ή κάποια μαζική εκδίωξη λόγω παγανισμού και κάποιες βασικές έννοιες δεν έχουν καν διαμορφωθεί ακόμα. Η μνήμη αυτών των τελετών επιβίωσε όμως στη λαϊκή φαντασία και αιώνες αργότερα συνδέθηκε με την κεντρική εικόνα του Μπενεβέντο ως η πόλη των μαγισσών.
Από τον 7ο αιώνα μέχρι και τον Μεσαίωνα το Μπενεβέντο δεν απασχολεί ιδιαίτερα, μέχρι που το 1428 μια δίκη θα το φέρει -όχι απλά στο προσκήνιο- αλλά θα είναι το κομβικό σημείο ώστε να πάρει τον τίτλο της πόλης των μαγισσών. Στην πόλη Τόντι της Ούμπρια στην Κεντρική Ιταλία, το 1428 μια καλόγρια με το όνομα Ματτεουτσία Ντι Φραντσέσκο Ντα Τόντι οδηγείται σε εκκλησιαστική δίκη. Η Ματτεουτσία αναφέρεται ως μια γυναίκα θεραπεύτρια – γιατρός, που έφτιαχνε δικά της φάρμακα από βότανα και «έλυνε» ερωτικά προβλήματα. Στον Μεσαίωνα της καταδίωξης «μαγισσών», η Ματτεουτσία πληροί όλες τις προδιαγραφές ώστε να κατηγορηθεί για μαγεία, μέσα στον απύθμενο συντηρητικό χριστιανισμό. Στην περιβόητη ομολογία της, η Ντα Τόντι μεταξύ άλλων παραδέχεται πως άλειφε το σώμα της με ειδικές αλοιφές, ενώ μιλούσε μια άγνωστη γλώσσα κάνοντας κάποια μορφή επίκλησης (σύμφωνα με τις μαρτυρίες της δίκης). Η άτυχη γυναίκα, καταδικάστηκε σε θάνατο δια της πυράς, όμως πριν από αυτό ισχυρίστηκε ενώπιον των δικαστών πως «τα βράδια πετάει στο Μπενεβέντο, όπου κάτω από μια καρυδιά γίνονταν νυχτερινές συγκεντρώσεις με την παρουσία και άλλων γυναικών, αλλά και του διαβόλου». Η λαϊκή θεραπεύτρια μετατρέπεται μέσω του δικαστικού λόγου σε μέλος «αιρετικής σέκτας» και αυτομάτως ανοίγει θέμα στην Ιταλία για το Μπενεβέντο ως η πόλη των μαγισσών. Παρόλο που στην Ιταλία του Μεσαίωνα δεν υπάρχουν ενδείξεις για μαζικές εκτελέσεις λόγω μαγείας, η περίπτωσή της Ματτεουτσία Ντα Τόντι αποτέλεσε πρότυπο αφήγησης για επόμενες δίκες, ενώ η υπόθεσή της είναι από τις πρώτες ιταλικές περιπτώσεις όπου βλέπουμε βόρειο θεολογικό μοντέλο να «περνά» στον ιταλικό χώρο. Η ομολογία της πιθανότατα διαμορφώθηκε υπό πίεση, κάτι συνηθισμένο στα εκκλησιαστικά δικαστήρια της εποχής της, όμως το Μπενεβέντο ξεκινά να λειτουργεί ως μυθικός τόπος πριν η λέξη «σαμπάτ» παγιωθεί.

Όταν οι μάγισσες «πετάξανε» στο Μπενεβέντο
Μετά το 1428 και την περιβόητη δίκη, θα περίμενε κανείς πως η οργή της εκκλησίας θα στρεφόταν προς την μικρή πόλη του Μπενεβέντο ως η πόλη των μαγισσών. Αντί αυτού, κάτι παντελώς αντίθετο λαμβάνει τόπο στην μικρή κοινότητα: το Μπενεβέντο γίνεται σύμβολο! Σε δίκες άλλων περιοχών της Ιταλίας, κυρίως γυναίκες που δικάζονταν για μαγεία, ανάφεραν την ιερή καρυδιά του Μπενεβέντο, με την Noce di Benevento να αποκτά φήμη σε όλη την Ιταλία. Από εκείνη τη στιγμή και μετά, οι ιεροεξεταστές προσπαθούν να κάνουν τις μάγισσες να ομολογήσουν ότι πήγαν στο Μπενεβέντο, επειδή αυτό γίνεται ένα είδος κατηγορητηρίου. Την ίδια περίοδο θα κυκλοφορήσει το έργο του Johannes Nider, το Formicarius (1435), με τον συγγραφέα να κάνει ευρεία αναφορά στις μάγισσες, περιγράφοντας οργανωμένες ομάδες που κάνουν συμφωνίες με τον διάολο, μέσα από νυχτερινές συγκεντρώσεις. Μέσα από το έργο του διαμορφώνεται το πλήρες θεολογικό μοντέλο που αργότερα θα ονομαστεί «σαμπάτ» (συνάθροιση). Η λέξη sabbath / sabbat παγιώνεται κυρίως στον 15ο αιώνα, με την υπόθεση της Ματτεουτσία να παρουσιάζει τα βασικά χαρακτηριστικά του, όπως θα καθιερωθεί αργότερα (μαγικές πτήσεις, νυχτερινές συνάξεις, τελετουργίες κλπ). Με την Ματτεουτσία να δίνει τη βασική πληροφορία πως οι μάγισσες «πετούν στον Μπενεβέντο», η πόλη μετατρέπεται σε κέντρο μαγικής παράδοσης και πραγματικά είχε όλα τα φόντα. Καθώς οι τζανάρε δεν είχαν εξαφανιστεί με την πάροδο του χρόνου, αλλά δάνεισαν το όνομα τους στις ντόπιες θεραπεύτριες, χτίστηκε ο ντόπιος θρύλος για τις μάγισσες – που ουδέποτε καταδικάστηκαν στο Μπενεβέντο. Οι janare (janara ενικός) όπως περιγράφονται στις πηγές, δεν ήταν αρχικά δαιμονικές μορφές αλλά λαϊκές γυναίκες με γνώση βοτάνων και κοινής ιατρικής, που η φήμη και οι ομολογίες μεταμόρφωσαν σε νυχτερινές μάγισσες που συμμετείχαν σε σαμπάτ.
Οι γυναίκες -στην ουσία ιατροί- της πόλης Μπενεβέντο στην πραγματική ζωή ήταν πιθανώς «ακίνδυνες», αλλά στη φαντασία και τη δαιμονολογία ήταν οι «κακές» και φοβερές τζανάρε. Με τα φίλτρα τους και τα ξόρκια τους παρείχαν προστασία, έρωτα και νιότη σε όσους είχαν πελατειακές σχέσεις. Οι ντόπιοι ισχυρίζονταν πως οι τζανάρε τα βράδια μπαινόβγαιναν στα σπίτια τους, περνώντας από πόρτες και χαραμάδες, ενώ προκαλούσαν «πνίξιμο» ή παράλυση στον ύπνο των ιδιοκτητών. Οι θρύλοι λένε πως οι τζανάρε εμφανίζονταν κυρίως τα Σάββατα ψέλνοντας ύμνους και χορεύοντας γύρω από τα δέντρα του ποταμού Σάμπατο (ίσως το όνομα να μην είναι τυχαίο), για να εκτελέσουν τις μαγικές τους τελετουργίες «Ρίπα ντι Τζάναρα» σε έναν κύκλο γύρω από την αρχαία καρυδιά του Μπενεβέντο. Οι μάγισσες είχαν την ικανότητα να προκαλούν κακό και να σπέρνουν τον φόβο προκαλώντας αποβολές, δημιουργώντας παραμορφωμένα και ανάπηρα βρέφη και μπαίνοντας κρυφά σε στάβλους για να οδηγήσουν τις φοράδες μέχρι εξάντλησης, αφού τους έπλεκαν ακόμα και τις χαίτες(!). Οι κάτοικοι του Μπενεβέντο, επί αιώνες άφηναν σκούπες έξω από τις πόρτες τους και σκορπούσαν αλάτι ή έφτιαχναν φυλαχτά , ώστε να αποτρέψουν τις τζανάρε να τους επισκεφτούν. Οι -πιθανότατα- γυναίκες της επιστήμης, είχαν ίσως στα χέρια τους μια δύναμη που κάθε άνδρας ή ακόμα και γυναίκα της εποχής, δεν μπορούσαν να διαχειριστούν: τη γνώση. Ο στιγματισμός της διαφορετικότητας, σίγουρα έπαιξε ρόλο ώστε οι τζανάρε να υποβαθμιστούν από ιέρειες της Ντιάνα, σε επικίνδυνες μάγισσες – που άλλοτε όμως οι ντόπιοι καλούσαν σε βοήθεια και προστασία αλλά ταυτόχρονα τις σεβόντουσαν ως πηγές γνώσης.
Μπενεβέντο: η πόλη των μαγισσών σήμερα
Σήμερα στο Μπενεβέντο υπάρχει ένα μέρος που επιβεβαιώνει τη σημαντική επιρροή της πόλης από την παράδοση αιώνων και δεν είναι άλλο από το Μουσείο Μαγισσών. Είναι αξιοσημείωτο πως για να δημιουργηθεί αυτό το μουσείο, επί δεκαετίες ανθρωπολόγοι συνέλεγαν από ντόπιους μεγάλης ηλικίας στοιχεία για τα έθιμα της περιοχής. Αντικείμενα μαγείας συνοδευόμενα από ιστορίες αγάπης, αλλά και απόρριψης, προτάσεις γάμου που οδήγησαν στον θάνατο, προσευχές μικρών παιδιών, φυλαχτά και οτιδήποτε σχετίζεται με τις μάγισσες του Μπενεβέντο, εκτίθενται στο σύγχρονο αυτό μουσείο. Το Μπενεβέντο, η πόλη των μαγισσών μπορεί να αναγκάστηκε να ξεριζώσει την ιερή του καρυδιά, αλλά δεν ξερίζωσε ποτέ το μυστήριο της μαγείας. Ακόμα και στις μέρες μας, αρκετές γυναίκες στην περιοχή δεν πάνε στα κομμωτήρια, υπό τον φόβο ότι τα μαλλιά τους θα κρατηθούν και θα χρησιμοποιηθούν εναντίον τους σε κάποια τελετή! Η πόλη χρησιμοποιεί τις τζανάρε ακόμα ως εμπορικό σύμβολο με λογότυπα, όπως αυτό της ποδοσφαιρικής ομάδας του Μπενεβέντο που απεικονίζει μια μάγισσα πάνω σε μια σκούπα. Προϊόντα που εξάγονται, όπως αλκοολούχα ποτά και σοκολάτες, έχουν ονομασίες όπως La Strega (η μάγισσα) και Incantesimo (μαγικό ξόρκι). Στο Μπενεβέντο, ο μύθος νικά τον χρόνο και οι janare πετούν ακόμα πάνω από τις πλατείες τις νύχτες και η ιερή καρυδιά σε προειδοποιεί να μην φας πάνω από τρεις καρπούς της. Οι γονείς «μαλώνουν» τα παιδιά τους, χρησιμοποιώντας τον φόβο προς τις τζανάρε, ενώ μερικές σκούπες στέκουν ακόμα στα κατώφλια των θυρών. Σήμερα, οι τζανάρε δεν είναι απειλή αλλά πολιτιστικό κεφάλαιο: φεστιβάλ, παραδόσεις και ιστορίες συνεχίζουν να διατηρούν ζωντανή τη φήμη του Μπενεβέντο ως την πόλη των μαγισσών, ενός τόπου όπου η ιστορία, η φαντασία και η μαγεία συνυπάρχουν.

Πηγές Άρθρου:
Djinis, E. (2025) How This Italian Town Came to Be Known as the ‘City of Witches’ ανακτήθηκε από www.smithsonianmag.com (τελευταία πρόσβαση 2/3/2026)
Τescione, S. (2022) Janare and magic rites: witches of Benevento between history and legend, ανακτήθηκε από https://movery.it (τελευταία πρόσβαση 2/3/2026)
The Witches of Benevento: From Pagan Rites to Witchcraft.νακτήθηκε από https://weirditaly.com (τελευταία πρόσβαση 2/3/2026)
St. Barbatus of Benevento ανακτήθηκε από www.catholic.org (τελευταία πρόσβαση 2/3/2026)
Montesano, M. (2019) Matteuccia di Francesco da Todi, ανακτήθηκε από www.enciclopediadelledonne.it (τελευταία πρόσβαση 2/3/2026)

