Το Αλκαζάρ στη Θεσσαλονίκη άνοιξε ξανά τις πόρτες του ύστερα από τουλάχιστον 40 χρόνια. Στη διασταύρωση των οδών Εγνατίας και Βενιζέλου απομακρύνθηκαν οι λαμαρίνες και αποκαλύφθηκε η ομορφιά του παλαιότερου σωζόμενου ισλαμικού χώρου της πόλης.
Η ιστορία του Αλκαζάρ
Το τέμενος Χαμζά Μπέη κτίστηκε ως συνοικιακό τέμενος το 1467-1468 από τη Χαφσά, κόρη του στρατιωτικού διοικητή Χαμζά Μπέη, στη μνήμη του. Στα μέσα του 16ου αιώνα μετατράπηκε σε τζαμί με την προσθήκη περιστώου και μιναρέ. Το τζαμί λειτουργούσε μέχρι το 1925 και μετά την αποχώρηση των τελευταίων μουσουλμάνων από την πόλη, κρίθηκε διατηρητέο μνημείο. Αφού λειτούργησε ως τηλεγραφείο για κάποια χρόνια, δημοπρατήθηκε και πέρασε σε ιδιώτη. Έτσι, το 1932, ο Εβραίος Μπενίκο Σεγούρα μαζί με τα αδέρφια του αγόρασε το Χαμζά Μπέη, το μετέτρεψε σε κινηματογράφο και το ονόμασε «ΑΛΚΑΖΑΡ». Για αρκετά χρόνια, το τέμενος φιλοξενούσε και εμπορικά καταστήματα στον εξωτερικό του χώρο. Εξαιτίας των επεμβάσεων, της φθοράς του χρόνου αλλά και του μεγάλου σεισμού της Θεσσαλονίκης το 1978, το Αλκαζάρ επιβαρύνθηκε και αλλοιώθηκε η μορφολογία του. Από το 2007 είχαν ξεκινήσει εργασίες για την αποκατάσταση και την προστασία του κτιρίου, οι οποίες ολοκληρώθηκαν σχεδόν είκοσι χρόνια αργότερα. Μια επιγραφή στο τέμενος, που χρονολογείται στο 1618-1619, μαρτυρά μια μεταγενέστερη φάση επισκευών του κτιρίου.

Το έργο αποκατάστασης
Στο εσωτερικό και στο εξωτερικό του Αλκαζάρ κατασκευάστηκαν μικροπάσσαλοι για την ορθότερη έδραση της θεμελίωσης ενίσχυσης, καθώς διαπιστώθηκε η ύπαρξη χαλαρού εδάφους κάτω από τον χώρο του μνημείου. Μετά από τις εκσκαφές στο κτίριο, ενισχύθηκαν τα θεμέλια με την τοποθέτηση βλήτρων ανοξείδωτου χάλυβα. Στην αυλή του τεμένους τοποθετήθηκαν μαρμάρινες πλάκες δίπλα στις παλιές, ενώ οι σκαφοειδείς στέγες του περιστυλίου και της νότιας αίθουσας ενισχύθηκαν με ινοπλισμένα κονιάματα και ανοξείδωτες λάμες. Στη συνέχεια, καλύφθηκαν με φύλλα μολύβδου και γαλλικά και βυζαντινά κεραμίδια. Στο σύνολο των τοιχοποιιών χρησιμοποιήθηκαν μεταλλικοί ελκυστήρες, ενώ αυτές ενισχύθηκαν με ανοξείδωτο οπλισμό. Κατά την αποκατάσταση απομακρύνθηκαν όλες οι προσωρινές υποστυλώσεις του κτιρίου καθώς και οι νεότεροι εσωτερικοί διαχωριστικοί τοίχοι του περασμένου αιώνα. Τέλος, τοποθετήθηκαν νέα ξύλινα κουφώματα και παράθυρα, ενώ αποκαταστάθηκε και ο ζωγραφικός διάκοσμος του τρούλου και των τοίχων της βόρειας και της νότιας αίθουσας.

Η χρηματοδότηση του Αλκαζάρ
Την αποκατάσταση του μνημείου ανέλαβε το Υπουργείο Πολιτισμού, με χρηματοδότηση περίπου 11 εκατομμυρίων ευρώ από πόρους του Ταμείου Ανάκαμψης, τη Διεύθυνση Αναστήλωσης Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Μνημείων σε συνεργασία με τη Διεύθυνση Συντήρησης Αρχαίων και Νεότερων Μνημείων και την Εφορεία Αρχαιοτήτων Πόλης Θεσσαλονίκης. Το έργο ήταν σύνθετο και απαιτητικό, καθώς το μνημείο είχε υποστεί σημαντικές αλλοιώσεις λόγω των συνεχών επεμβάσεων στο πέρασμα των αιώνων.

Το κτίριο
Το τέμενος χωρίζεται σε τρία μέρη: την αίθουσα προσευχής, το περίστωο και το αίθριο. Η τετράγωνη αίθουσα προσευχής έχει μέγιστο ύψος 17 μέτρα. Σε μεταγενέστερη φάση προστέθηκε το περίστωο αλλά και το αίθριο με κάτοψη σχήματος τραπεζιού. Στις στοές του αιθρίου υπάρχουν κίονες που τοποθετήθηκαν στο τέμενος κατόπιν διαταγής του σουλτάνου Σελίμ Β΄, το 1569. Οι κίονες προέρχονται από τον ναό του Αγίου Μηνά, τη Ροτόντα και το βασιλικό μοναστήρι της Θεοτόκου του Υπομιμνήσκοντος.

Η έκθεση του Αλκαζάρ
Το Αλκαζάρ άνοιξε ξανά τις πόρτες του εδώ και λίγες ημέρες και θα λειτουργεί ως πολιτιστικός και εκθεσιακός χώρος. Θα φιλοξενεί εκθέσεις στο πλαίσιο της συνεργασίας της Εφορείας Αρχαιοτήτων Πόλης Θεσσαλονίκης με το MOMUS. Η πρώτη έκθεση του Αλκαζάρ με όνομα «Θεσσαλονίκη: το αποτύπωμα της μετάβασης (1960-1980), αποτελεί μια οπτική περιήγηση στην πόλη. Μέσα από τις φωτογραφίες του Pete Marifoglou, που παρουσιάζονται πρώτη φορά στο κοινό, βλέπουμε τη Θεσσαλονίκη στο πέρασμα μιας εικοσαετίας μεγάλων αλλαγών. Στις ασπρόμαυρες φωτογραφίες της έκθεσης κυριαρχούν οι αντιθέσεις, αλλά και η σύγκρουση του παλιού με το καινούργιο. Μέσα από την έκθεση, γνωρίζουμε την εμπορική ζωή του τόπου, την καθημερινότητα των ανθρώπων αλλά και τη συνύπαρξη των μνημείων και της ανοικοδόμησης της Θεσσαλονίκης από το 1960 έως και το 1980. Το μνημείο είναι ανοικτό καθημερινά, εκτός Δευτέρας, από τις 10:00 έως τις 18:00.

Το αρχαιολογικό εύρημα του Αλκαζάρ
Το τέμενος Χαμζά Μπέη, κατά την ιστορική του πορεία, ενσωμάτωσε αρχιτεκτονικά και γλυπτά μέλη από παλαιότερα μνημεία. Ανάμεσά τους ήταν και ένα τμήμα αττικής σαρκοφάγου. Το γλυπτό βρέθηκε το 1930 και μεταφέρθηκε στο Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης. Σύμφωνα με το Μουσείο, το τμήμα της σαρκοφάγου ήταν εντοιχισμένο στο τέμενος και αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα επαναχρησιμοποίησης αρχαίου υλικού σε μεταγενέστερα κτίρια. Το γλυπτό είναι κατασκευασμένο από λευκό, λεπτόκοκκο πεντελικό μάρμαρο. Απεικονίζει το σώμα ενός ταύρου που δέχεται επίθεση από έναν γρύπα.
Πηγές άρθρου:
Τέμενος Χαμζά Μπέη (Αλκαζάρ). Ανακτήθηκε από efapoth.gr (τελευταία πρόσβαση 22/10/26)
Part of an attic sarcophagus with griffon and bull (ΜΘ 1205) Ανακτήθηκε από amth.gr (τελευταία πρόσβαση 22/10/26)
Λίνα Μενδώνη: «Το εμβληματικό μνημείο Αλκαζάρ, αποδίδεται το πρώτο εξάμηνο 2026, στην πόλη της Θεσσαλονίκης». Ανακτήθηκε από culture.gov.gr (τελευταία πρόσβαση 22/10/26)
Αλκαζάρ Θεσσαλονίκης. Ανακτήθηκε από el.wikipedia.org (τελευταία πρόσβαση 22/10/26)
Πώς το τέμενος Χαμζά Μπέη έγινε ο ιστορικός κινηματογράφος Αλκαζάρ στη Θεσσαλονίκη. Η ιστορία στα χρόνια της Κατοχής (2026). Ανακτήθηκε από mixanitouxronou.gr (τελευταία πρόσβαση 22/10/26)

