
Η υστερία (πλέον ιστριονική διαταραχή προσωπικότητας), σε σύγκριση με άλλες σύγχρονες διαταραχές προσωπικότητας, ξεχωρίζει για τη μακρά ιστορία μελέτης της τόσο σε αρχαίους όσο και σε σύγχρονους πολιτισμούς. Συγγραφείς έχουν υποθέσει για τις φυσιολογικές και ψυχοκοινωνικές ρίζες των υστερικών συμπτωμάτων στη διάρκεια τεσσάρων χιλιετιών, από την αρχαία Αίγυπτο, στις δίκες μαγισσών του Σάλεμ, μέχρι τα σύγχρονα ακαδημαϊκά ιατρικά ιδρύματα. Οι πρώιμες περιγραφές της νόσου εστίαζαν κυρίως σε σωματικά συμπτώματα για τα οποία δεν υπήρχε εμφανής ιατρική αιτία· οι απαρχές σύγχρονων διαταραχών όπως η μετατρεπτική διαταραχή (conversion disorder), η σωματόμορφη διαταραχή, οι φοβίες, καθώς και πολιτισμικοί όροι όπως η «μαζική υστερία» μπορούν να εντοπιστούν σε αυτές τις πρώιμες εκδηλώσεις συμπτωμάτων και κλινικές περιγραφές (Novais et al. 2015).
Ορισμός
Η ιστριονική διαταραχή προσωπικότητας περιλαμβάνεται στην τρέχουσα έκδοση του Διαγνωστικού και Στατιστικού Εγχειριδίου Ψυχικών Διαταραχών (DSM-5-TR· American Psychiatric Association 2022). Τα άτομα με αυτή τη διαταραχή χαρακτηρίζονται από συχνή εμπλοκή σε δραματική, σαγηνευτική ή συμπεριφορά που επιζητά προσοχή, υπερβολικές συναισθηματικές εκδηλώσεις με θεατρική χροιά, εντυπωσιοθηρική ή αντιδραστική προσέγγιση στην κατανόηση του περιβάλλοντός τους, καθώς και αυξημένη υποβλητικότητα και ευαλωτότητα στην επιρροή των άλλων.
Ιστορία της Υστερίας και της Ιστριονικής Διαταραχής Προσωπικότητας
Οι πρώιμες αναφορές στο σύμπλεγμα συμπτωμάτων που σήμερα ονομάζουμε ιστριονική διαταραχή προσωπικότητας μπορούν να εντοπιστούν στην κλασική έννοια της Υστερίας. Προερχόμενος από τον ελληνικό όρο «ύστερος», που σημαίνει μήτρα ή κοιλία, ο όρος υστερία μελετήθηκε για σχεδόν τέσσερις χιλιετίες πριν από τη σύγχρονη διατύπωση της ιστριονικής διαταραχής προσωπικότητας. Ο όρος «υστερία» χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά στον Πάπυρο του Καχούν, ένα αρχαίο αιγυπτιακό ιατρικό κείμενο, σε μια εγγραφή με τίτλο «Εξέταση μιας γυναίκας που είναι άρρωστη από την περιπλάνηση της μήτρας της» – Examination of a woman who is ill from her womb wandering- (Quirke 2002). Αναφορές στην «υστερία» εμφανίζονται σε αρκετά κείμενα της αρχαίας Ελλάδας και Ρώμης, συμπεριλαμβανομένου ενός κειμένου του Ιπποκράτη (460 ± 370 π.Χ.), ο οποίος την περιέγραψε ως «συνέπεια μιας ξηρής μήτρας που ανεβαίνει προς τον λαιμό αναζητώντας υγρασία» – consequence of a dry womb rising toward the throat searching for humidity- (Novais et al. 2015).
Ιστορικά, η διαταραχή θεωρήθηκε ως πάθηση του γυναικείου σώματος, μια θεώρηση που άλλαξε μόνο όταν οι γιατροί του 17ου αιώνα πρότειναν ότι η υστερία θα έπρεπε να χαρακτηριστεί καλύτερα ως διαταραχή του εγκεφάλου (Boss 1979). Ο Thomas Sydenham (1624-1689), σημαντικός κλινικός γιατρός της περιόδου, δημοσίευσε το 1685 μια πραγματεία για την υστερία με τίτλο Επιστολική Διατριβή περί των Υστερικών Παθήσεων -Epistolary Dissertation on the Hysterical Affections-, όπου την αναγνώρισε ως νόσο του νευρικού συστήματος, που μπορούσε να επηρεάσει τόσο άνδρες όσο και γυναίκες, και της οποίας τα συμπτώματα πιθανότατα προκαλούνταν από έντονη εσωτερική συναισθηματική διέγερση (Boss 1979∙ Novais et al. 2015). Αν και τα ανεξήγητα σωματικά ενοχλήματα συνέχισαν να αποτελούν σημαντικό χαρακτηριστικό της διαταραχής, η διατύπωση του Sydenham για την υστερία ως ψυχική διαταραχή που περιλαμβάνει τόσο ψυχολογικές όσο και σωματικές διεργασίες και υπάρχει ως «νόσος του ολοκληρωμένου ατόμου» – disease of the integral person- (Boss 1979, σ. 231) συνέβαλε σε σημαντικές προόδους στην κατανόηση, διάγνωση και θεραπεία της.
Οι ιστορικοί θεωρούν σήμερα ότι η υστερία πιθανόν διαδραμάτισε ρόλο σε αρκετές κατηγορίες μαγείας τον 17ο αιώνα. Ο Boss (1979), για παράδειγμα, περιγράφει την «οικτρή περίπτωση» της Marie Glover (σ. 223), ενός κοριτσιού 14 ετών που το 1602 άρχισε να παρουσιάζει «κρίσεις» αφότου της μίλησε σκληρά μια γειτόνισσά της. Η γειτόνισσα κατηγορήθηκε ως μάγισσα και φυλακίστηκε για έναν χρόνο. Αν και τα ιατρικά κείμενα της εποχής είχαν αρχίσει να αναγνωρίζουν συναισθηματικούς και ψυχολογικούς παράγοντες ως υποκείμενες αιτίες της υστερίας, αυτές οι ερμηνείες παρέμεναν αβέβαιες, χωρίς ουσιαστικές προσπάθειες να αποκλειστεί μια υπερφυσική προέλευση των συμπτωμάτων (Boss 1979).
Η υστερία, τόσο σε ατομικό όσο και σε συλλογικό επίπεδο («μαζική υστερία»), έχει κατηγορηθεί από ιστορικούς για τα γεγονότα που περιέβαλαν τις Δίκες Μαγισσών του Σάλεμ στα τέλη του 1600, όπου πάνω από 20 άτομα, κυρίως γυναίκες, κατηγορήθηκαν για μαγεία και εκτελέστηκαν (Starkey 1969).
Η Υστερία τον 19ο Αιώνα
Στα τέλη του 19ου αιώνα, η υστερία έγινε μείζον αντικείμενο ενασχόλησης στις ιατρικές σχολές, και οι γιατροί και ερευνητές άρχισαν να εικάζουν για τον ρόλο της λειτουργίας της προσωπικότητας και των ασυνείδητων διεργασιών στην εμφάνιση και πορεία των υστερικών συμπτωμάτων. Ο Jean-Martin Charcot (1825-1893) ήταν ο πρώτος που πρότεινε ότι η υστερία συνδεόταν συγκεκριμένα με ασυνείδητες ψυχικές διεργασίες. Η χρήση της ύπνωσης ως κύριας θεραπευτικής μεθόδου στους υστερικούς ασθενείς επηρέασε βαθιά μεταγενέστερους στοχαστές που ανέπτυξαν εκτενέστερες θεωρίες για τη διαταραχή (Novais et al. 2015).
Ο William James (1842-1910) περιέγραψε το έργο του Charcot, του Pierre Janet (1859-1947) και άλλων πρωτοπόρων στη μελέτη της υστερίας στο θεμελιώδες έργο του The Principles of Psychology (1890). Εκεί ανέλυσε τόσο τις θεραπευτικές προσπάθειες όσο και τα γνωσιακά πειράματα που πραγματοποιήθηκαν σε ασθενείς με υστερικά συμπτώματα στο νοσοκομείο Pitié-Salpêtrière στο Παρίσι, τον 19ο αιώνα. Μέσα από παρατηρήσεις ασθενών που έδειχναν «διάσπαση» στη συνειδητή τους επίγνωση (π.χ., ένας ασθενής με «παράλυση γαντιού» έκανε κινήσεις γραφής όταν του τοποθετούσαν κρυφά μολύβι στο πάσχον χέρι του), ο James (1890) κατέληξε ότι «…στην υστερία δεν πρόκειται ούτε για τύφλωση του ίδιου του ματιού, ούτε για απλή αδυναμία προσοχής, αλλά για κάτι πιο περίπλοκο: μια ενεργητική απόρριψη και θετική εξαίρεση ορισμένων αντικειμένων από τη συνείδηση…Βλέπουμε πόσο απατηλές είναι οι υπάρξεις και αναγκαζόμαστε να παραδεχθούμε ότι ένα τμήμα της συνείδησης μπορεί να αποκόψει τις συνδέσεις του με άλλα μέρη και παρ’ όλα αυτά να συνεχίσει να υπάρχει.» (σσ. 212-213)
Ο Sigmund Freud (1856-1939), πατέρας της ψυχανάλυσης και πρώιμος μαθητής του Charcot, επηρεάστηκε βαθιά από το έργο του με τους υστερικούς ασθενείς. Δημοσίευσε αρκετές εργασίες για την υστερία στα τέλη του 19ου και αρχές του 20ού αιώνα. Η θεώρησή του για την υστερία, και η έννοια της απώθησης ως υστερικής άμυνας απέναντι στη ψυχική σύγκρουση, αναπτύχθηκε παράλληλα με τις πρώτες τεχνικές της κλασικής ψυχανάλυσης και τις αρχικές του διατυπώσεις για το ασυνείδητο. Αρχικά, ο Freud επικεντρώθηκε στην τραυματική εμπειρία και την απώθηση τραυματικών αναμνήσεων (συχνά σεξουαλικής φύσεως) ως αιτίες ανεξήγητων σωματικών συμπτωμάτων. Αργότερα, ενσωμάτωσε και την απώθηση φαντασιώσεων και εσωτερικευμένων επιθυμιών ως πηγή υστερικών συμπτωμάτων.
Με τον συνάδελφό του Josef Breuer, ο Freud δημοσίευσε το έργο Μελέτες για την Υστερία – Studies on Hysteria- (1895), όπου περιέγραψαν την υστερία ως διαταραχή που προκαλείται από ασυνείδητη σύγκρουση και τόνισαν ότι η ύφεση των συμπτωμάτων είναι δυνατή μόνο με την ανάδυση των ασυνείδητων εμπειριών και αναμνήσεων στο συνειδητό. Ο Freud εργάστηκε στενά με πολλούς υστερικούς ασθενείς, χρησιμοποιώντας την ομιλητική θεραπεία και τον ελεύθερο συνειρμό για να διερευνήσει σωματικά συμπτώματα και απωθημένες συγκρουσιακές επιθυμίες (McWilliams 1994∙ Novais et al. 2015).
Το έργο του Freud με τους υστερικούς ασθενείς έπαιξε ανεκτίμητο ρόλο όχι μόνο στην κλινική κατανόηση των ιστριονικών συμπτωμάτων αλλά και στη διαμόρφωση της ψυχαναλυτικής θεωρίας και τεχνικής. Παρείχε επίσης ένα εννοιολογικό πλαίσιο και λεξιλόγιο για την κατανόηση των συμπτωμάτων της υστερίας σε σχέση με την προσωπικότητα, το αναπτυξιακό ιστορικό και τον εσωτερικό κόσμο των ατόμων με υστερικά συμπτώματα, δημιουργώντας το θεμέλιο πάνω στο οποίο αναπτύχθηκαν οι σύγχρονες διατυπώσεις της ιστριονικής διαταραχής προσωπικότητας.
Από την Υστερία στην Ιστριονική Διαταραχή Προσωπικότητας
Όσον αφορά την επίσημη διάγνωση, στα τέλη του 19ου και αρχές του 20ού αιώνα οι ασθενείς λάμβαναν συχνότερα τη διάγνωση της υστερίας όταν παρουσίαζαν ευμετάβλητη διάθεση και ευπιστία, σαγηνευτική ή έντονα σεξουαλικοποιημένη συμπεριφορά, και θεατρικότητα στη διάθεση και τις εκφράσεις τους (Novais et al. 2015). Έκτοτε, σύγχρονοι συγγραφείς έχουν τονίσει και άλλα στοιχεία στην παρουσίαση των ιστριονικών συμπτωμάτων, με τους γνωσιακούς-συμπεριφορικούς κλινικούς να επικεντρώνονται σε παθολογικές υποκείμενες πεποιθήσεις (π.χ. ότι οι φροντιστές είναι αναξιόπιστοι και πρέπει να χειραγωγούνται μέσω προκλητικής ή σαγηνευτικής συμπεριφοράς) ή σε ανεπαρκείς γνωστικές διεργασίες που οδηγούν σε υπερβολικά εντυπωσιοκρατική κατανόηση του εαυτού και του περιβάλλοντος (Shapiro 1965).
Η πρώτη έκδοση του Διαγνωστικού και Στατιστικού Εγχειριδίου (DSM-I· APA 1952) περιλάμβανε χαρακτηριστικά της υστερικής προσωπικότητας υπό τη γενική κατηγορία της «συναισθηματικά ασταθούς προσωπικότητας», αλλά δεν υπήρχε επίσημη διαγνωστική κατηγορία για την υστερία έως ότου δημοσιεύθηκε η δεύτερη έκδοση του DSM το 1968 (DSM-II· APA 1968). Το DSM-II περιλάμβανε αναφορά στις «υστερικές νευρώσεις», με υποτύπους τη διασχιστική και τη μετατρεπτική, που περιέγραφαν την αιφνίδια απώλεια σωματικής λειτουργίας σε ένα συγκεκριμένο μέρος του σώματος χωρίς ιατρική εξήγηση, μια διάγνωση που παρέμενε σαφώς συνδεδεμένη με τις παλαιότερες εννοιολογήσεις της υστερίας.
Η «υστερική προσωπικότητα» καταγράφηκε ξεχωριστά ως διαταραχή προσωπικότητας στο DSM-II, περιγράφοντας ασθενείς των οποίων:
«…τα πρότυπα συμπεριφοράς χαρακτηρίζονται από ευερεθιστότητα, συναισθηματική αστάθεια, υπεραντιδραστικότητα και αυτοδραματοποίηση. Η αυτοδραματοποίηση αυτή είναι πάντοτε επιζητούσα την προσοχή και συχνά σαγηνευτική, είτε ο ασθενής γνωρίζει είτε όχι τον σκοπό της. Αυτές οι προσωπικότητες είναι επίσης ανώριμες, εγωκεντρικές, συχνά ματαιόδοξες και συνήθως εξαρτώμενες από τους άλλους.» (APA 1968, σ. 42)
Ο όρος «υστερική διαταραχή προσωπικότητας» αντικαταστάθηκε αργότερα με τον όρο «ιστριονική διαταραχή προσωπικότητας» στην έκδοση του DSM-III (APA 1980). Η αλλαγή αυτή αποδόθηκε από ορισμένους στην αύξηση του αριθμού των γυναικών επαγγελματιών ψυχικής υγείας τη δεκαετία του 1970. Για πολλές γυναίκες στον χώρο, η λέξη «υστερική» παρέμενε υπερβολικά συνδεδεμένη με την αντίληψη ότι η υστερία ήταν μια διαταραχή που μπορούσαν να αναπτύξουν μόνο οι γυναίκες (Decker 2013).
Για τον λόγο αυτό, υποστηρίχθηκε ότι η αλλαγή της διαγνωστικής ετικέτας σε έναν λιγότερο ιστορικά φορτισμένο όρο θα συνέβαλε σε μια λιγότερο μεροληπτική προσέγγιση στη διάγνωση, κατανόηση και θεραπεία της διαταραχής. Αν και η επίσημη διάγνωση άλλαξε σε «ιστριονική διαταραχή προσωπικότητας», το DSM-III διατήρησε τον όρο «υστερική διαταραχή προσωπικότητας» στην πρώτη παράγραφο της νέας περιγραφής, οδηγώντας πολλούς ψυχιάτρους να θεωρήσουν ότι η πρόθεση της αλλαγής αυτής είχε πλήρως παρερμηνευτεί (Decker 2013). Ο ορισμός τροποποιήθηκε αναλόγως για να αντιμετωπιστεί αυτή η ανησυχία στην έκδοση του DSM-IV (American Psychiatric Association 1994).
Το παρόν άρθρο έχει καθαρά ενημερωτικό χαρακτήρα και δεν προορίζεται για διάγνωση ή θεραπεία διαταραχών διάθεσης ή οποιασδήποτε άλλης ψυχικής διαταραχής. Αν εσείς ή κάποιος που γνωρίζετε αντιμετωπίζετε σοβαρές δυσκολίες διάθεσης, σκέψεις αυτοκτονίας ή επιδίδεστε σε αυτοτραυματισμούς, είναι πολύ σημαντικό να ζητήσετε άμεσα βοήθεια. Μπορείτε να επικοινωνήσετε με διαθέσιμες γραμμές ψυχολογικής υποστήριξης, όπως η Ευρωπαϊκή Τηλεφωνική Γραμμή Ψυχολογικής Υποστήριξης Ενηλίκων «Γραμμή Ζωής» στο 116 123 ή να απευθυνθείτε σε εξειδικευμένο επαγγελματία ψυχικής υγείας. Δεν είστε μόνοι, υπάρχει βοήθεια και μπορεί να κάνει τη διαφορά.
Το άρθρο, με τίτλο «Υστερία: Η μεταμόρφωσή της σε Ιστριονική Διαταραχή Προσωπικότητας», αποτελεί μετάφραση και προσαρμογή αποσπάσματος του πρωτοτύπου άρθρου, που βρίσκεται διαθέσιμο στο σύνδεσμο εδώ.
Βιβλιογραφία
American Psychiatric Association. (1952). Diagnostic and statistical manual of mental disorders. Washington, DC: American Psychiatric Association.
American Psychiatric Association. (1968). Diagnostic and statistical manual of mental disorders (2nd ed.). Washington, DC: American Psychiatric Association.
American Psychiatric Association. (1980). Diagnostic and statistical manual of mental disorders (3rd ed.). Washington, DC: American Psychiatric Association.
American Psychiatric Association. (1994). Diagnostic and statistical manual of mental disorders (4th ed.). Washington, DC: American Psychiatric Association.
American Psychiatric Association. (2013). Diagnostic and statistical manual of mental disorders (5th ed.). Arlington: American Psychiatric Publishing.
American Psychiatric Association. (2022). Diagnostic and statistical manual of mental disorders (5th ed., text rev.). https://doi.org/10.1176/appi.books.9780890425787
Boss, J. M. N. (1979). The seventeenth-century transformation of the hysteric affection, and Sydenham’s Baconian medicine. Psychological Medicine, 9, 221–234.
Breuer, J., & Freud, S. (1895/1995). Studies on hysteria. In J. Strachey (ed.), The standard edition of the complete psychological works of Sigmund Freud (pp. 1–335). London: Hogarth Press.
Decker, H. S. (2013). The making of DSM-III: A diagnostic manual’s conquest of American psychiatry. New York: Oxford University Press.
James, W. (1890/2007). The principles of psychology: Volumes 1 and 2. New York: Cosimo Classics.
McWilliams, N. (1994). Chapter 14: Hysterical (histrionic) personalities. In Psychoanalytic diagnosis: Understanding personality structure in the clinical process (pp. 301–322). New York: Guilford Press.
Novais, F., Araújo, A., & Godinho, P. (2015). Historical roots of histrionic personality disorder. Frontiers in Psychology, 6, 1463.
Quirke, S. (2002). Kahun Medical Papyrus: Manuscript for the health of mother and child. Resource document. http://www.ucl.ac.uk/museums-static/digitalegypt/med/birthpapyrus.html. Accessed 17 Aug 2025.
Shapiro, D. (1965). Chapter 4: Hysterical style. In Neurotic styles (pp. 108–133). New York: Basic Books.
Starkey, M. L. (1969). The devil in Massachusetts, a modern inquiry into the Salem witch trials. Garden City: Doubleday.