
Διαβάζοντας χωρίς ενοχές: η αγάπη για τα «εύκολα» βιβλία.
Γιατί αγαπάμε τα «εύκολα» βιβλία και δεν είναι καθόλου κακό. Υπάρχει μια σιωπηλή ενοχή που συνοδεύει συχνά το διάβασμα. Μια αίσθηση ότι για να θεωρείσαι «σοβαρός» αναγνώστης πρέπει να καταπιάνεσαι μόνο με απαιτητικά, βαριά ή κλασικά έργα. Σαν να υπάρχει ένας άγραφος κανόνας που ορίζει ποια βιβλία αξίζουν τον θαυμασμό μας και ποια απλώς περνούν για «ένοχη απόλαυση». Κι όμως, τα λεγόμενα «εύκολα» βιβλία είναι εκείνα που, τις περισσότερες φορές, μας φέρνουν πιο κοντά στην ίδια την ουσία της ανάγνωσης.
Όταν μιλάμε για εύκολα βιβλία, δεν μιλάμε για πρόχειρα ή κακογραμμένα κείμενα. Μιλάμε για ιστορίες που κυλούν φυσικά, χωρίς να σε κουράζουν ή να σου ζητούν διαρκώς πνευματική υπερένταση. Είναι βιβλία που δεν απαιτούν από τον αναγνώστη να σταματά κάθε λίγο για να καταλάβει τι διάβασε, αλλά του επιτρέπουν να χαθεί μέσα στην αφήγηση. Και αυτό δεν είναι ένδειξη επιφανειακότητας, είναι ένδειξη αφηγηματικής ικανότητας.
Η καθημερινότητα, ειδικά σήμερα, είναι γεμάτη ένταση. Είμαστε διαρκώς συνδεδεμένοι, βομβαρδισμένοι από πληροφορίες, υποχρεώσεις και σκέψεις. Το διάβασμα, για πολλούς ανθρώπους, δεν είναι άσκηση ή καθήκον· είναι τρόπος αποσυμπίεσης. Ένα «εύκολο» βιβλίο λειτουργεί σαν παύση. Σαν μια ανάσα μέσα σε μια φορτωμένη μέρα. Δεν χρειάζεται να το αναλύσεις σε βάθος για να το απολαύσεις. Αρκεί να το ζήσεις.
Υπάρχει επίσης κάτι βαθιά απελευθερωτικό στο να διαβάζεις χωρίς προσδοκίες και χωρίς κριτική διάθεση απέναντι στον ίδιο σου τον εαυτό. Να μην σκέφτεσαι αν το βιβλίο που κρατάς θεωρείται «αρκετά καλό» ή «αρκετά σοβαρό». Να μην διαβάζεις για να αποδείξεις κάτι, ούτε στον εαυτό σου ούτε στους άλλους. Να διαβάζεις απλώς γιατί περνάς καλά. Και αυτή η απλότητα είναι συχνά το πιο δύσκολο πράγμα να αποδεχτούμε.
Τα εύκολα βιβλία παίζουν επίσης καθοριστικό ρόλο στις περιόδους που το διάβασμα μοιάζει να μας έχει εγκαταλείψει. Σε ένα reading slump, όταν τίποτα δεν μας κρατά συγκεντρωμένους, αυτά τα βιβλία είναι που μας ξαναβάζουν στον ρυθμό. Με μικρά κεφάλαια, γρήγορη εξέλιξη και άμεση σύνδεση με τους χαρακτήρες, μας θυμίζουν πόσο ωραίο είναι να θες να συνεχίσεις την ιστορία. Να ανυπομονείς να γυρίσεις σελίδα.

Και ας μην υποτιμούμε τη δύναμη της συναισθηματικής σύνδεσης. Ένα «εύκολο» βιβλίο μπορεί να μην έχει περίπλοκη δομή ή πολυεπίπεδα νοήματα, αλλά μπορεί να αγγίξει βαθιά τον αναγνώστη. Να τον κάνει να ταυτιστεί, να συγκινηθεί, να δει τον εαυτό του στους χαρακτήρες. Η λογοτεχνία δεν είναι μόνο διανοητική πρόκληση· είναι και συναίσθημα. Και το συναίσθημα δεν μετριέται με τη δυσκολία.
Πολλές φορές, μάλιστα, αυτά τα βιβλία είναι η πρώτη επαφή κάποιου με την ανάγνωση. Είναι η αρχή μιας σχέσης με τα βιβλία που μπορεί αργότερα να εξελιχθεί, να βαθύνει, να αλλάξει κατεύθυνση. Χωρίς τα «εύκολα» βιβλία, πολλοί άνθρωποι δεν θα άνοιγαν ποτέ ένα βιβλίο. Και αυτό από μόνο του τα καθιστά σημαντικά.
Δεν υπάρχει σωστός ή λάθος τρόπος να είσαι αναγνώστης. Δεν υπάρχει εξεταστική, ούτε λίστα υποχρεωτικής ύλης. Υπάρχει μόνο η ανάγκη για ιστορίες και ο τρόπος που αυτές μας κάνουν να νιώθουμε. Αν ένα βιβλίο σε χαλαρώνει, σε διασκεδάζει ή σε κάνει να ξεχνιέσαι έστω και για λίγο, τότε έχει πετύχει τον σκοπό του.
Γι’ αυτό και αγαπάμε τα «εύκολα» βιβλία. Τα διαβάζουμε χωρίς ενοχές, τα τελειώνουμε γρήγορα, τα κουβαλάμε παντού. Δεν μας ζητούν να γίνουμε κάτι άλλο· μας επιτρέπουν απλώς να είμαστε αναγνώστες. Και αυτό δεν είναι καθόλου κακό. Είναι, ίσως, το πιο όμορφο πράγμα στη σχέση μας με το διάβασμα.


