
Ένας καθαρός ψυχικός αυτοματισμός. Κάπως έτσι ορίζει τον σουρεαλισμό ο André Breton, ο «Πάπας» αυτού του επαναστατικότατου κινήματος. Με το πρώτο μανιφέστο του, που εκδίδεται το 1924, φέρνει στην επιφάνεια τα δώρα που παραχωρεί η μέχρι τότε κατακριτέα «τρέλα» και τους κινδύνους που ελλοχεύει η μονοδιάστατη αξιοποίηση της λογικής. Αργότερα, στο δεύτερο μανιφέστο του (1929), εδραιώνεται η ιδέα ότι ο υπερρεαλισμός ουδέποτε αποτέλεσε απλώς ένα καλλιτεχνικό ρεύμα. Η σύνδεση με τον Μαρξισμό απορρίπτει την εξολοκλήρου αισθητική λειτουργία του, τον διαχέει σε πολιτικά πεδία και φλερτάρει αδιάλειπτα με αρχές που βασίζονται στην απελευθέρωση και την αντισυμβατικότητα. Το ενδιαφέρον του Breton για το ασυνείδητο, τα όνειρα και το συνειρμικό συλλογισμό, πηγάζει τόσο από τη παθιασμένη μελέτη του έργου του Freud, όσο και από τη προσωπική του εμπειρία ως ψυχιάτρου, αντικρίζοντας τους λεγόμενους shell-shocked στρατιώτες, τα συμπτώματα των οποίων αντανακλούσαν τη δίνη του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου και την υποταγή στα καταπιεστικά συστήματα. Μεταξύ της έκδοσης του πρώτου και δεύτερου μανιφέστου, κάνει την εμφάνισή της η Νάντια, ένα λογοτεχνικό δημιούργημα, υβρίδιο αυτοβιογραφίας και μυθοπλασίας, όπου το μη κατανοητό ενσαρκώνεται σε μια οντότητα που γίνεται αντικείμενο πόθου.

Η καθημερινότητα στο Παρίσι τη δεκαετία του ΄20 εκλιπαρεί για έναν τρόπο ζωής αποδεσμευμένο από λογικές αποδόσεις. Η ανάγκη του αφηγητή να μετατρέψει το γνωστό σε άγνωστο είναι μεγάλη. Πριν από την εμφάνιση της Νάντιας, τα υπαρξιακά ερωτήματα ρέουν με αυτοπεποίθηση στις σελίδες, με πρώτο το ερώτημα «Ποιος είμαι;». Κάποια από τα συμπεράσματα του André είναι τρομακτικά, όπως το ότι δεν μπορείς να ορίσεις τον εαυτό σου χωρίς να συσχετιστείς με τον απέναντί σου. Όπως, επίσης, το ότι είσαι καταδικασμένος να επιστρέφεις στα βήματά σου ενώ πιστεύεις με τα όλα σου πως εξερευνάς. Και όπως, το ότι υπάρχει απερίγραπτη δυσκολία διάκρισης ανάμεσα στον καθρέφτη της μηδαμινότητάς σου και τον καθρέφτη του μεγαλείου σου.
Ο αφηγητής, εκτός από πολύπλοκους υπαρξιακούς προβληματισμούς, αποφασίζει συνειδητά να μην θέσει ξεκάθαρους στόχους μέσα στην ημέρα του. Η απόλαυση της εμπειρίας αυξάνεται όσο μειώνεται η δυσφορία που προκαλεί η γνώση, έτσι γυρεύει το άγνωστο. Ακόμη και εάν διαλέγει μέρη πολυπερπατημένα από τον ίδιο, όπως η Λεωφόρος Bonne-Nouvelle και η λεωφόρος Strasbourg, διαγράφει από το μυαλό του το στοιχείο του σκοπού. Επιδιώκεται μια ζωή βυθισμένη στην αοριστία. Υπάρχουν, φυσικά, οι εικόνες της πραγματικότητας που αντιλαμβάνεται χάρη στις αισθήσεις του. Οι παραστάσεις που παρακολουθεί, οι δρόμοι, ένα γάντι, όλα έχουν μια αναμενόμενη μορφή και μαζί συνιστούν ένα συνηθισμένο Παρίσι. Οι εσωτερικές γνωστικές διεργασίες του Breton λειτουργούν ως φραγμός που εμποδίζει το αναμενόμενο να διαπεράσει τον τρόπο ερμηνείας του κόσμου.
Ο Breton δίνει βάση στις οπτικές απάτες που επαληθεύουν πως τίποτα δεν είναι ένα πράγμα. Επικρίνει την ανειλικρίνεια καλλιτεχνών που ισχυρίζονται έστω και ελάχιστη αμεροληψία. Επικρίνει την εργασία, αποκαλώντας την εμπόδιο της αυτοπραγμάτωσης. Όλα αυτά έχουν κάτι κοινό: την αμφισβήτηση των αυστηρά αδιαπέραστων γνωστικών σχημάτων.

Από τη στιγμή που εμφανίζεται η Νάντια, το κείμενο αποκτά μια απλούστερη δομή, ωστόσο αυτό δεν συνεπάγεται εσωτερικής ηρεμίας του αφηγητή. Ο Αντρέ και η κοπέλα από τη Lille αντιλαμβάνονται μονομιάς μια αμοιβαία πνευματική σύνδεση και προσδοκούν τις μελλοντικές συναντήσεις τους. Κάποιες συναντήσεις πραγματοποιούνται, κάποιες όχι. Στο ερώτημά του «Ποια είστε;» η Νάντια απαντά «Είμαι μια περιπλανώμενη ψυχή». Εδώ είναι σημαντικό να ειπωθεί πως η απεικόνιση μιας τέτοιας σχέσης έχει, δικαιολογημένα, δεχθεί κριτική. Πρώτον, ο αφηγητής ήταν παντρεμένος, και δεύτερον, ο τρόπος που σκεφτόταν την Νάντια, ολοκληρωτικά εξαρτημένη από αυτόν, ήταν προβληματικός. Και καθώς την επιλέγει, συμπεραίνει πως πλέον θα έχει και την υποχρέωση να την «προστατέψει». Η Νάντια αναπηδά σε ένα φάσμα συναισθημάτων, προσγειώνεται άλλοτε στον ενθουσιασμό, άλλοτε στην καχυποψία, άλλοτε στο θαυμασμό. Τα σκιτσάκια που μοιράζεται η κοπέλα είναι σαν μικρά παραθυράκια του συλλογισμού της που υποδεικνύουν έναν διαισθητικό τρόπο σκέψης. Στο τέλος, λαμβάνοντας τα νέα πως η Νάντια έχει μεταφερθεί σε άσυλο, λόγω της συμπεριφοράς της, τα συναισθήματά του Αντρέ γίνονται πιο ξεκάθαρα. Υπερασπίζεται την Νάντια, ενώ ταυτόχρονα, κατακρίνει τον κανονιστικό ρόλο της κοινωνίας, και ειδικότερα του ασύλου, το οποίο δεν συλλέγει «τρελούς», αλλά τους κατασκευάζει, σύμφωνα με τον ίδιο.
Αν μετακινηθούμε από την υπόθεση ότι η Νάντια είναι παρά μόνο ένα υλικό ον και συγκεντρωθούμε στη συμβολική παρουσία της ως μια ιδέα, ίσως την ιδέα του σουρεαλισμού αυτού καθαυτού, η οπτική της ιστορίας αλλάζει δραματικά. Μήπως η Νάντια δεν είναι ανθρώπινο ον, αλλά μια αφηρημένη ύπαρξη που ξεφεύγει από τα όρια της λογικής;

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Kim A. (n.d.). André Breton: French, 1896–1966. MoMa. https://www.moma.org/artists/768-andre-breton

