Ο Στέφανος Ξενάκης μας κάνει ένα ακόμα «δώρο». Για ακόμα μια φορά, ανοίγει τα χαρτιά της προσωπικής του ζωής και μετά την απώλεια του πατέρα του γράφει «γράμματα για εκείνον». Ο ίδιος αναφέρεται στις στιγμές που έζησε μαζί με τον μπαμπά του. Κάθε κεφάλαιο αυτού του βιβλίου ξεκινάει με τις μέρες που έχουν περάσει από την απώλειά του. Εκτός από, τις αναμνήσεις που έχει από τα παιδικά του χρόνια, με ιδιαίτερη συναισθηματική φόρτιση καταγράφει και πως ήταν ο πατέρας του ως παππούς.
Ισίδωρο τον έλεγαν. Το προσωνύμιο «κάπταιν» του το κόλλησαν από το επάγγελμά του. Ήταν καπετάνιος και έλειπε πολύ από τη στεριά, όχι όμως από τη ζωή του Στέφανου. Ο μικρός Στέφανος πέρασε μεγάλο μέρος των παιδικών και εφηβικών του χρόνων στα πλοία. Άλλαξε πόλεις, σχολεία, φίλους, καθημερινότητα τα πάντα.. αλλά οι γονείς του ήταν πάντα εκεί.
Η σχέση του Στέφανου με τη μητέρα του
Με την μητέρα του ο Στέφανος είχε διάφορες διαμάχες μέχρι που μεγάλωσε. Ακόμα και όταν ο ίδιος έγινε πατέρας, αυτό δεν άλλαξε. Ο θάνατος του Ισίδωρου ήρθε να τους φέρει κοντά και να τους υπενθυμίσει πόσο σημαντική είναι η αξία της οικογένειας. Πλέον, της πηγαίνει τα άπλυτα του ρούχα για να τα πλύνει και τα παραλαμβάνει πίσω καθαρά και τακτοποιημένα. Κάποιες φορές, όταν του τα επιστρέφει μπερδεύονται και μερικές από τις μπλούζες του Ισίδωρου. Είναι αυτές που υπάρχουν ακόμα οι μυρωδιές του και οι αναμνήσεις από στιγμές που δεν πρόκειται ποτέ να επιστρέψουν.
Η Τούσι
Σε αυτή την οικογένεια ανήκει και ένα σκυλάκι, η Τούσι. Ήταν και είναι ισότιμο μέλος. Η Τουσι με τον Ισίδωρο είχαν τους δικούς τους κώδικες επικοινωνίας. Τι και αν τα σκυλιά δεν επικοινωνούν όπως οι άνθρωποι… εκείνοι τα έβρισκαν μεταξύ τους. Όταν ο Ισίδωρος πέθανε, η Τουσι τον έψαχνε παντού, ακόμα και στις μυρωδιές των επίπλων. Έπεσε σε βαθιά κατάθλιψη. Λίγο καρό αργότερα τη θετή του Ισίδωρου την πήρε ο Στέφανος. Η σκυλίτσα πια είχε καταλάβει πως ο Ισίδωρος δεν θα επιστρέψει. Πλέον, η Τουσι κουνάει την ούρα της στο Στέφανο όταν τον βλέπει.. Λες και ξέρει πως ο Στέφανος, μετά τον θάνατο του πατέρα του, έγινε ο Ισίδωρος σε όλα.
Ο Στέφανος γίνεται…Ισίδωρος
Ο Ισίδωρος είχε «γραμμούλες» στα νύχια του που ο Στέφανος καθόταν και τις χάζευε. Ήταν ένα από τα χαρακτηριστικά του πατέρα του που αγαπούσε πολύ. 48 μέρες μετά τον θάνατο του ο Στέφανος θα βγάλει και εκείνος στο χέρι του τις δικές του «γραμμούλες». Αυτές που του έλειπαν τόσο πολύ από τα χέρια του μπαμπά του. Δεν είναι μόνο αυτό. Ο Στέφανος κληρονόμησε και τη φρασεολογία του πατέρα του. Έλεγε φράσεις του πατέρα του που ούτε καν ο ίδιος ήξερε πως θυμόταν. Μετά τις φράσεις, ήρθαν και οι συνήθειες… «Χιώτικια» ήταν η μπύρα που έπινε ο Ισίδωρος. Η Χίος ήταν το νησί του και ο τόπος που λάτρευε. Μερικές μέρες μετά την απώλειά του, ο Στέφανος θα βρεθεί σε ένα μαγαζί με την σύντροφό του. Ο σερβιτόρος θα αναφέρει τις μπύρες που προσφέρει το κατάστημα και τελευταία τη «Χιώτικια». Ο Στέφανος θα του πει κοφτά ότι θέλει αυτήν και θα συγκρατηθεί για να μην βάλει τα κλάματα. Σε εκείνο το τραπέζι ήταν 3…ο Στέφανος, η σύντροφός του και οι αναμνήσεις…
Οι εγγονές του
Ο Στέφανος αναφέρεται συχνά στις κόρες του και στη σχέση τους με τον παππού τους. Αυτή τη σχέση που κάποτε καμάρωνε και τώρα νοσταλγεί… Αινεία και Αύρα είναι τα ονόματα των εγγονών του που ο Ισίδωρος λάτρευε. Παιρνούσε μαζί τους πολύ χρόνο και πάγαινε συχνά βόλτες. Ο Ισίδωρος φρόντιζε σε κάθε μέλος της οικογένειας να δημιουργεί στιγμές που πλέον έχουν γίνει αναμνήσεις. Λίγες μέρες μετά, ο Στέφανος πήγε με τις κόρες του ένα ταξίδι στο αγαπημένο τους μέρος. Κάποια στιγμή κοίταξε την Αύρα και συνειδητοποίησε πως ήταν ξαπλωμένη ακριβώς όπως και ο παππούς της. «Το δικό τους σταυροπόδι» κάνανε μετά από λίγα λεπτά και οι τρείς.
Το τέλος
Τον θάνατό του, τον επέλεξε ο ίδιος. Δεν ήξερε πότε θα φύγει, επέλεξε όμως τη στιγμή που θα φύγει. Από τη πρώτη μέρα της ζωής του ο Ισίδωρος δεν είχε κάτσει ποτέ. Μάλιστα, αγαπούσε να φροντίζει τον κήπο του καθημερινά. Ένα πρόβλημα υγείας, που πολλοί άνθρωποι θα το θεωρούσαν αμελητέο και ίσως μια ευκαιρία για ξεκούραση, θα του στερούσε αυτές τις στιγμές για κάποιους μήνες. Ο ίδιος δεν μπορούσε να το διανοηθεί. Δεν το χωρούσε ο νους του να κάθεται. Δεν ήξερε να το κάνει αυτό. Το πρόβλημα υγείας μεγάλωσε, μπήκε στην εντατική και λίγο πριν φύγει ο γιος του και η γυναίκα του του είπαν τα τελευταία λόγια. Μισή ώρα μετά, άφησε την τελευταία του πνοή και μαζί με εκείνη ένα τεράστιο κενό στους ανθρώπους που τον αγαπούσαν.
Με ιδιαίτερα συγκινητικά λόγια, ύστερα από 237 σελίδες και πολλές ιστορίες μέσα στις οποίες κρύβονται μυρωδιές, αναμνήσεις και εικόνες, ο Ξενάκης ολοκληρώνει το βιβλίο του αλλά οι ιστορίες με τον μπαμπά του θα «συνεχιστούν όσο ξυπνάει και ο ίδιος».