
Μισός αιώνας πέρασε απ’ την έκδοση (1975)* του σημαντικότερου ίσως βιβλίου για τη μετάφραση και μοιάζει να γίνεται ολοένα πιο επίκαιρο -αν και τέτοια κείμενα υπερβαίνουν την “επικαιρότητα”. Ένας απ’ τους κορυφαίους κριτικούς της εποχής μας, ο Steiner θέτει σ’ αυτό το μεγάλο σ’ έκταση και σημασία έργο του μια σειρά από επιτακτικά ερωτήματα σχετικά με την επαφή των γλωσσών. Αναδεικνύει, από πολλές και ποικίλες απόψεις, τη ρευστή φύση της γλωσσικής επικοινωνίας. Κάθε τέτοια δείχνεται ως μετάφραση και τα ζητήματά της που προκύπτουν αφορούν τόσο την συνεννόηση ετερόγλωσσων ατόμων, όσο και τη ανταλλαγή κειμένων και των περιεχομένων τους μεταξύ τους. Η μεταγραφή ακόμα και μερικών αράδων από μια γλώσσα σε μιαν άλλη δεν είναι απόδοση απλών λεκτικών τύπων και συνδυασμών, αλλά ολόκληρων υποβάθρων από προϋποθέσεις και παραδοχές -κώλυμα που ανέδειξε σοβαρά και η ερμηνευτική και ο γνωστός “κύκλος” της (μη ξεχνάμε την αδυναμία του Steiner στον Heidegger). Όπως σε κάθε δοκίμιο του συγγραφέα, η λογοτεχνία έχει τη τιμητική της και η λογοτεχνική μετάφραση κατέχει εδώ μια θέση ανάλογη της δυσκολίας αλλά και του ενδιαφέροντός της.

Τελευταία, η τεχνητή νοημοσύνη δεν έχει απλά προσδεθεί στη ζωή μας, έχει αποκτήσει ρόλο κομβικό και καθοδηγητικό. Πράγμα για άλλους ευεργετικό, για άλλους αμήχανο και για άλλους προβληματικό. Όταν το πεδίο χρήσης του AI είναι η μετάφραση, η διαφωνία γίνεται σοβαρότερη σε σχέση, πχ, με τη μετατροπή φωτογραφιών σε στυλ anime. Η χρήση της νέας τεχνολογίας για τη μεταγραφή παντός είδους κειμένων είναι πλέον παραπάνω από συνηθισμένη, μα όχι εξίσου αξιόπιστη. Και πέρα απ’ τα καθαρά γλωσσικά-προτασιακά λάθη της, που θα μπορούσαμε να παραβλέψουμε όσο είναι ακόμη εν εξελίξει, συχνά αυτή παρανοεί ή αγνοεί το περιεχόμενο και το υπόβαθρο, τον “κόσμο” του κειμένου και της γλώσσας του. Ο Steiner αντεπιτίθεται σ’ αυτήν ακριβώς τη “μηχανική”, αυτόματη μεταφραστική προσέγγιση, που βέβαια προϋπήρχε του AI και που, ειδικά στη λογοτεχνία, καταλήγει λιγότερο ή περισσότερο παραμορφωτική. Σε μια κυριολεκτική μετάφραση-“αντιγραφή”, αντιπαραθέτει μια δημιουργική “απόδοση”, μια ερμηνευτική υπό το σχήμα της εμπιστοσύνης – διείσδυσης – ενσωμάτωσης – αποκατάστασης. Γιατί όσο απλοί χρήστες αλλά κι εκδοτικοί προτιμούν ολοένα τον αυτοματισμό, τόσο η γλωσσική επαφή μοιάζει να φθίνει και η μετάφραση να πάσχει από χάσματα ανάμεσα σε γλωσσικούς κόσμους.
Το Μετά τη Βαβέλ δεν μοιάζει τόσο με άλλα, δημοφιλέστερα, βιβλία του συγγραφέα του. Απευθύνεται σε ειδικούς ή, έστω, σε αναγνώστες με ουσιαστικό σχετικό υπόβαθρο. Η περιπλοκότητα και το πυκνό πλέγμα παραπομπών κι αναφορών, για τα οποία ο Steiner έχει άλλωστε αγαπηθεί, αγγίζει εδώ μια κορυφή. Διόλου δεν ατύχησαν όλα τούτα, παρόλα αυτά, στη γλώσσα μας, με τη μετάφραση και την επιμέλεια του ογκώδους τόμου ν’ αποτελούν έργο εντυπωσιακό. Μια όμορφη έκδοση, σημαντική, που ξαναδίνει στο ελληνικό κοινό ένα βιβλίο για πολύ καιρό εξαντλημένο, μια ομολογία πίστης στη γλώσσα από έναν κορυφαίο λάτρη της.
*Το βιβλίο του George Steiner Μετά τη Βαβέλ. Όψεις της γλώσσας και της μετάφρασης κυκλοφορείται στα ελληνικά από τις εκδόσεις Gutenberg, σε μετάφραση Γρηγόρη Κονδύλη και επιμέλεια Άρη Μπερλή.
