
Τριάντα χρόνια μετά, η «Μέρα της Μαρμότας» δεν γερνάει – ωριμάζει.
Ο κινηματογράφος σπάνια τολμά τέτοιες ακροβασίες. Να παντρέψει, δηλαδή, την ελαφρότητα μιας χολιγουντιανής κωμωδίας με το βάρος ενός φιλοσοφικού δοκιμίου. Το 1993, ο Χάρολντ Ράμις και ο Ντάνι Ρούμπιν παρέδωσαν με την «Μέρα της Μαρμότας» (Groundhog Day) ένα έργο που διαψεύδει κάθε κατηγοριοποίηση. Δεν βλέπουμε απλώς μια ρομαντική ταινία φαντασίας. Παρακολουθούμε μια σπουδή στην ανθρώπινη ρουτίνα – μια ταινία που νίκησε τον χρόνο ακριβώς επειδή τόλμησε να παίξει μαζί του.
Όταν ο χρόνος κόλλησε
Ο Φιλ Κόνορς (Μπιλ Μάρεϊ), ένας αλαζόνας και μισάνθρωπος μετεωρολόγος, ταξιδεύει στο Punxsutawney της Πενσυλβάνια. Η αποστολή του: να καλύψει το γραφικό έθιμο της «Μέρας της Μαρμότας». Ο Φιλ σιχαίνεται τα πάντα γύρω του. Τους ντόπιους, τους συνεργάτες του, την ίδια του την ύπαρξη. Μια χιονοθύελλα, όμως, ανατρέπει τα σχέδια διαφυγής του.
Το ξυπνητήρι χτυπάει στις 6:00. Το ραδιόφωνο παίζει το «I Got You Babe». Ο Φιλ βγαίνει στο δρόμο και διαπιστώνει το αδιανόητο: ζει ξανά την 2α Φεβρουαρίου. Κανείς άλλος δεν θυμάται το χθες, γιατί για όλους τους άλλους το χθες είναι σήμερα. Ο Φιλ Κόνορς πρέπει να δαμάσει την αιωνιότητα μέσα σε ένα χωριό που μισεί, παγιδευμένος σε μια μέρα που αρνείται να πεθάνει.

Η Ανατομία της Επανάληψης ή αλλιώς… το σενάριο
Ο Ντάνι Ρούμπιν γράφει εδώ ένα εγχειρίδιο σεναριακής οικονομίας. Χρησιμοποιεί το εύρημα της χρονικής λούπας όχι για να προκαλέσει φτηνό γέλιο, αλλά για να αποδομήσει τον ψυχισμό του ήρωα. Ο θεατής βλέπει τον Φιλ να περνάει από την άρνηση στην παντοδυναμία (αφού τίποτα δεν έχει συνέπειες) και από εκεί στην απόλυτη κατάθλιψη.
Το σενάριο τολμά να θέσει σκληρά ερωτήματα. Πώς γεμίζεις τον χρόνο όταν δεν υπάρχει μέλλον; Ο Ράμις δεν χαρίζεται στον ήρωά του. Τον αφήνει να πιάσει πάτο, να αυτοκτονήσει δεκάδες φορές, να εκμεταλλευτεί γυναίκες, να κλέψει. Μέσα από αυτή τη σκοτεινή διαδρομή, η λύτρωση αποκτά πραγματική αξία. Η ταινία φωνάζει πως η κόλαση δεν είναι οι άλλοι, αλλά η εμμονή στο «εγώ». Ο Φιλ σπάει τα δεσμά του μόνο όταν ξεχνάει τον εαυτό του.
Ο Μπιλ Μάρεϊ σε ρόλο ζωής
Κανείς άλλος δεν θα μπορούσε να σηκώσει αυτό το βάρος. Ο Μπιλ Μάρεϊ παραδίδει μαθήματα υποκριτικής, μετατρέποντας τον κυνισμό σε μορφή τέχνης. Στην αρχή, το παγωμένο του βλέμμα στάζει ειρωνεία. Στο τέλος, το ίδιο βλέμμα εκπέμπει μια κουρασμένη αλλά βαθιά σοφία. Ο Μάρεϊ δεν παίζει τον κωμικό – ενσαρκώνει τον τραγικό ήρωα που φοράει τη μάσκα του γελωτοποιού.
Η Άντι ΜακΝτάουελ, ως Ρίτα, στέκεται επάξια δίπλα του. Δεν λειτουργεί απλώς ως ερωτικό αντικείμενο, αλλά ως ο καθρέφτης που αναγκάζει τον Φιλ να δει την ασχήμια του. Η χημεία τους δεν βασίζεται σε γλυκανάλατες ατάκες, αλλά στην οργανική εξέλιξη μιας σχέσης που χτίζεται ξανά και ξανά, κάθε μέρα από την αρχή.

Η σκηνοθετική ισορροπία του Χάρολντ Ράμις
Εδώ κρίνεται το παιχνίδι. Ένας λιγότερο ικανός σκηνοθέτης θα μετέτρεπε το θέμα είτε σε φαρσοκωμωδία είτε σε βαρύγδουπο δράμα. Ο Ράμις, όμως, κρατάει το τιμόνι σταθερό. Αποφεύγει τον διδακτισμό όπως ο διάβολος το λιβάνι. Χρησιμοποιεί το χιονισμένο τοπίο για να δημιουργήσει κλειστοφοβία, αλλά φωτίζει τα πλάνα του με τέτοιο τρόπο ώστε να τονίσει την ειρωνεία: μια λαμπερή γιορτή που κρύβει μια υπαρξιακή φυλακή.
Το μοντάζ του Pembroke J. Herring κόβει και ράβει τον χρόνο με χειρουργική ακρίβεια. Η ταινία δεν κάνει “κοιλιά” ούτε δευτερόλεπτο, ακριβώς επειδή ο Ράμις ξέρει πότε να επιταχύνει (στις σκηνές των πολλαπλών θανάτων) και πότε να αφήσει τον χρόνο να κυλήσει αργά. Πετυχαίνει το ακατόρθωτο: μας δείχνει την ίδια μέρα ξανά και ξανά, χωρίς ποτέ να νιώσουμε ότι βλέπουμε το ίδιο πράγμα. Αυτή είναι η μαγεία της σκηνοθεσίας του.
Η Ετυμηγορία
Η «Μέρα της Μαρμότας» δεν ζητάει την επιείκεια μας ως «παλιά ταινία». Στέκεται αγέρωχη απέναντι σε σύγχρονες παραγωγές και τις κερδίζει κατά κράτος. Είναι μια κωμωδία που σε κάνει να γελάς δυνατά, ενώ ταυτόχρονα σου υπενθυμίζει τη ματαιότητα της ύπαρξης αν δεν τη μοιράζεσαι. Ένα κινηματογραφικό διαμάντι, σκληρό και αψεγάδιαστο, που διδάσκει ότι η ευτυχία δεν είναι προορισμός, αλλά τρόπος να ταξιδεύεις.
Δείτε το trailer: