
Υπάρχουν στιγμές που στεκόμαστε στο κατώφλι μιας νέας ζωής και, παρόλο που η πόρτα ανοίγει μπροστά μας, τα πόδια μας μένουν καρφωμένα στο πάτωμα. Ο νους μας ψιθυρίζει «προχώρα», μα κάτι μέσα μας μάς τραβάει προς τα πίσω. Σαν να στεκόμαστε ανάμεσα σε δύο κόσμος: αυτόν που γνωρίζουμε ήδη και σε αυτόν που επιθυμούμε. Αυτή η εσωτερική σύγκρουση δεν πηγάζει από αδυναμία. Αντιθέτως, πηγάζει από το αρχέγονο παιχνίδι μεταξύ ασφάλειας και εξέλιξης, ανάμεσα στην ανάγκη για σταθερότητα και στην επιθυμία για μεταμόρφωση. Εκεί ακριβώς ριζώνει η ψυχολογία της αλλαγής.
Η αλλαγή ως διαδικασία και όχι ως απόφαση
Παρόλο που οι περισσότεροι αντιμετωπίζουν την αλλαγή σαν πράξη στιγμιαία – μια απόφαση της θέλησης – η έρευνα δείχνει μια πολύ πιο περίπλοκη εικόνα. Οι Prochaska και Diclemente (1983) περιέγραψαν τη διαδικασία της αλλαγής ως διαδοχή σταδίων: από την προ-στοχαστική φάση, όπου ο άνθρωπος δεν αναγνωρίζει ακόμη την ανάγκη του για αλλαγή, έως και τη δράση και τη συντήρηση. Κάθε στάδιο μοιάζει με σκαλοπάτι που δεν μπορούμε να παραλείψουμε, γιατί κάθε βήμα που κάνουμε μας προετοιμάζει ψυχικά για το επόμενο. Έτσι, η αλλαγή δεν ξεκινά από το λεπτό που την αποφασίσουμε, αλλά από την στιγμή που έχουμε ωριμάσει εσωτερικά για να αντέξουμε όσα συνεπάγεται.
Η δύναμη του γνώριμου και η αντίσταση
Αν η αλλαγή ήταν απλώς θέμα επιθυμίας, όλοι θα αλλάζαμε πιο εύκολα. Όμως, ο ψυχισμός συχνά προτιμά το γνώριμο, ακόμη κι αν πονά, παρά το άγνωστο, ακόμη κι αν υπόσχεται ελευθερία. Ο Freud (1920) περιέγραψε αυτό το φαινόμενο ως «επανάληψη του τραύματος»: οι άνθρωποι επιστρέφουν ή παραμένουν σε επώδυνα μοτίβα όχι γιατί απαραίτητα τα θέλουν, αλλά γιατί τα γνωρίζουν. Το παλιό, όσο κι αν πληγώνει, προσφέρει προβλεψιμότητα. Και η ίδια η προβλεψιμότητα, όσο περιοριστική και αν μοιάζει, γεννά μια (ψευδο)αίσθηση ελέγχου.
Αυτή η αντίσταση δεν περιορίζεται μόνο στο συνειδητό μας κομμάτι. O Jung (1959) μίλησε για τη «σκιά», εκείνο το κρυφό μέρος του εαυτού που αντιστέκεται σε κάθε απόπειρα αλλαγής γιατί φοβάται την απώλεια της ταυτότητας. Η αλλαγή δεν μας ζητά να κάνουμε κάτι διαφορετικό. Ουσιαστικά, μας ζητά να γίνουμε εμείς οι ίδιοι διαφορετικοί. Συνεπώς, αυτή η απαίτηση συχνά μοιάζει με μικρό «θάνατο».
Ο γνωστικός πόλεμος μέσα μας
Στον αγώνα ανάμεσα στο «θέλω» και στο «φοβάμαι», διαδραματίζει σημαντικό ρόλο και ο νους. Ο Festinger (1957) περιέγραψε τη γνωστική ασυμφωνία: όταν οι πράξεις συγκρούονται με τις πεποιθήσεις μας, βιώνουμε εσωτερική ένταση. Συχνά, αντί να αλλάξουμε τη συμπεριφορά μας, αλλάζουμε τον τρόπο που σκεφτόμαστε για να μειώσουμε την ένταση. Έτσι, αναβάλλουμε, δικαιολογούμε, ανασκευάζουμε – και παραμένουμε στα ίδια.
Ωστόσο, κάθε τέτοια είτε μικρή είτε μεγάλη αντίσταση κρύβει έναν βαθύτερο φόβο: τον φόβο της απώλειας ελέγχου. Ο Rotter (1966) έδειξε πως οι άνθρωποι με «εσωτερική έδρα ελέγχου» προχωρούν πιο εύκολα σε αλλαγές, επειδή ακριβώς πιστεύουν ότι μπορούν να επηρεάσουν τα αποτελέσματα της ζωής τους. Αντίθετα, όσοι αποδίδουν τα πάντα σε εξωτερικούς παράγοντες νιώθουν ακινητοποιημένοι.
Η υπαρξιακή διάσταση της αλλαγής
Πέρα από τα γνωστικά και ψυχοδυναμικά στοιχεία, κάθε αλλαγή αγγίζει τον υπαρξιακό μας πυρήνα. Ο Yalom (1980) υπογράμμισε ότι με κάθε μετάβαση ακολουθεί και μια μορφή πένθους: αφήνουμε πίσω τον παλιό μας εαυτό, τις βεβαιότητες, την αίσθηση συνέχειας. Η αλλαγή δεν απαιτεί μόνο αποφασιστικότητα. Απαιτεί, επιπλέον, την γενναιότητα να αποχαιρετήσουμε αυτό που υπήρξαμε κάποτε.
Η αλλαγή ως πράξη θάρρους
Στο τέλος, η ψυχολογία και οι μηχανισμοί της αλλαγής δεν αφορούν την υπέρβαση του φόβου, αλλά την αποδοχή του. Ο φόβος ίσως δεν φεύγει τελείως, απλώς εμείς μαθαίνουμε να περπατάμε πλάι του. Και κάπου εκεί, μέσα στη σιωπή πριν το πρώτο βήμα, καταλαβαίνουμε ότι η αλλαγή δεν μας ζητά να γίνουμε κάποιος άλλος. Μας ζητά να αφήσουμε χώρο για εκείνον που πάντα υπήρχε μέσα μας αλλά δεν είχε ακόμη τολμήσει να εμφανιστεί.
Πηγές
- Prochaska, J. O., & DiClemente, C. C. (1983). Stages and processes of self-change. Journal of Consulting and Clinical Psychology, 51(3), 390–395.
- Freud, S. (1920). Beyond the Pleasure Principle. SE 18.
- Jung, C. G. (1959). Aion: Researches into the Phenomenology of the Self. Princeton University Press.
- Festinger, L. (1957). A Theory of Cognitive Dissonance. Stanford University Press.
- Rotter, J. B. (1966). Generalized expectancies for internal vs. external control of reinforcement. Psychological Monographs, 80(1), 1–28.
- Yalom, I. (1980). Existential Psychotherapy. Basic Books.