Το “συγγνώμη” που δεν θεραπεύει

δύο ανθρώπινα χέρια
https://images.unsplash.com/photo-1620841713108-18ad2b52d15c?q=80&w=2340&auto=format&fit=crop&ixlib=rb-4.1.0&ixid=M3wxMjA3fDB8MHxwaG90by1wYWdlfHx8fGVufDB8fHx8fA%3D%3D

Σχεδόν όλοι έχουμε ακούσει – ή πει – ένα «συγγνώμη» που δεν μας ανακούφισε. Η λέξη ειπώθηκε, όμως κάτι μέσα μας παρέμεινε σφιγμένο. Σαν να κλείνει βιαστικά μια πόρτα χωρίς να έχουμε πάρει ό,τι θέλουμε από το δωμάτιο. Από ψυχολογική ματιά, η απολογία δεν λειτουργεί αυτόματα ως ίαση. Αντίθετα, λειτουργεί ως διαδικασία επανόρθωσης που μπορεί είτε να αποκαταστήσει τη σχέση είτε να αφήσει ένα λεπτό αλλά επίμονο ρήμα (Gottman, 1999; Worthington, 2006). Και εδώ ακριβώς αναδύεται η οπτική ότι η συγγνώμη δεν μετριέται από την λέξη, αλλά από την εμπειρία που αφήνει.

Η απολογία-άνεμος: «αν σε πείραξε…»

Πρώτα από όλα, υπάρχει η συγγνώμη που μοιάζει με φύσημα αέρα. Λέγεται γρήγορα, χωρίς να ακουμπά το βίωμα του άλλου. Φράσεις όπως «αν σε στεναχώρησα» ή «δεν το είπα έτσι» μεταφέρουν το βάρος από την πράξη στο συναίσθημα του αποδέκτη. Έρευνες δείχνουν ότι τέτοιες απολογίες μειώνουν την αίσθηση δικαίωσης και ενισχύουν τη συναισθηματική απόσταση, γιατί ο εγκέφαλος του άλλου δεν λαμβάνει σήμα κατανόησης (Wohl et al., 2012). Έτσι, αντί για επανόρθωση, δημιουργείται σύγχυση.

Η απολογία-άμυνα: «λυπάμαι, αλλά…»

Στη συνέχεια, συναντάμε τη συγγνώμη που συνοδεύεται από εξήγηση-ασπίδα. Το «αλλά» λειτουργεί σαν νοητικό φρένο: ακυρώνει αυτό που προηγήθηκε. Σύμφωνα με τη γνωστική θεωρία της ασυμφωνίας, ο άνθρωπος συχνά προσπαθεί να προστατεύει την εικόνα του εαυτό του αντί να αντέξει την ευθύνη (Festinger, 1957). Ωστόσο, σε διαπροσωπικό επίπεδο, αυτή η αιτιολογία ενεργοποιεί άμυνες και μειώνει την εμπιστοσύνη, επειδή το μήνυμα που περνά δεν είναι «σε βλέπω» αλλά «δικαιολογούμαι».

Η απολογία-ευθύνη: «καταλαβαίνω τι σου έκανα»

Αντίθετα, η θεραπευτική απολογία ξεκινά με αναγνώριση. Όταν κάποιος λέει «καταλαβαίνω ότι αυτό που έκανα σε πλήγωσε», ο άλλος νιώθει ότι το βίωμα του γίνεται αποδεκτό. Η έρευνα του Worthington(2006) δείχνει ότι η ανάληψη ευθύνης μειώνει τον θυμό και διευκολύνει τη συναισθηματική ρύθμιση. Επιπλέον, νευροεπιστημονικά δεδομένα υποστηρίζουν ότι η ονομασία του τραυματικού γεγονότος μειώνει την ενεργοποίηση της αμυγδαλής και ενισχύει την αίσθηση ασφάλειας (Lieberman et al., 2007). Η συγγνώμη, εδώ, δεν βιάζεται αλλά στέκεται.

Η απολογία-επανόρθωση: «πώς μπορώ να το διορθώσω;»

Τέλος, η πιο πλήρης μορφή απολογίας δεν σταματά στην κατανόηση αλλά περνά στη δράση. Ο Gottman (1999) περιγράφει τις κινήσεις επανόρθωσης ως μικρές, συγκεκριμένες πράξεις που αποκαθιστούν τη σύνδεση. Μια απολογία που συνοδεύεται από αλλαγή συμπεριφοράς στέλνει ένα καθαρό μήνυμα στο νευρικό σύστημα του άλλου: μπορώ να σε εμπιστευτώ ξανά. Σε αυτό το σημείο, η συγγνώμη παύει να είναι λόγος και γίνεται σχέση.

Το συγγνώμη ως γέφυρα

Συνοψίζοντας, η συγγνώμη δεν αποτελεί μαγική λέξη όυτε αυτόματο αντίδοτο στον πόνο. Λειτουργεί περισσότερο σαν γέφυρα: μπορεί να είναι πρόχειρη, στενή και ασταθής ή σταθερή, ανθεκτική και ικανή να αντέξει το βάρος της σχέσης. Όσο μένει μόνο στη λέξη, συχνά καταρρέει στη μέση. Όταν όμως περιλαμβάνει αναγνώριση, ευθύνη και διάθεση επανόρθωσης, μετατρέπεται σε πέρασμα που επιτρέπει στους δύο ανθρώπους συναντηθούν ξανά.

Η έρευνα δείχνει ότι η επανόρθωση δεν αφορά μόνο την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης, αλλά και τη ρύθμιση του συναισθηματικού συστήματος (Gottman, 1999; Lieberman et al., 2007). Με άλλα λόγια, μια ουσιαστική συγγνώμη δεν καθησυχάζει μόνο τον νου αλλά ηρεμεί και το σώμα. Στέλνει το μήνυμα ότι η σχέση μπορεί να αντέξει το λάθος χωρίς να διαλυθεί. Και αυτό το μήνυμα είναι βαθιά θεραπευτικό.

Ίσως, λοιπόν, το κρίσιμο ερώτημα να μην είναι «είπα συγγνώμη», αλλά «πέρασα απέναντι;». Γιατί η αληθινή συγγνώμη δεν κλείνει απλώς μια σύγκρουση. Ανοίγει έναν χώρο όπου το τραύμα αναγνωρίζεται, η ευθύνη μοιράζεται και η σύνδεση επαναδιαπραγματεύεται με περισσότερη αλήθεια. Και εκεί, πάνω σε αυτή τη γέφυρα, η σχέση δεν επιτρέπει απλώς στο πριν αλλά προχωρά σε κάτι πιο ώριμο, πιο συνειδητό και, τελικά, πιο ανθρώπινο.

Πηγές

  • Festinger, L. (1957). A Theory of Cognitive Dissonance. Stanford University Press.
  • Gottman, J. M. (1999). The Seven Principles for Making Marriage Work. Crown.
  • Lieberman, M. D., et al. (2007). Putting feelings into words. Psychological Science, 18(5), 421–428.
  • McCullough, M. E., Worthington, E. L., & Rachal, K. C. (1997). Interpersonal forgiving. Journal of Personality and Social Psychology, 73(2), 321–336.
  • Wohl, M. J. A., DeShea, L., & Wenzel, M. (2012). Measuring state forgiveness. Journal of Personality and Social Psychology, 102(3), 484–505.
  •  Worthington, E. L. (2006). Forgiveness and Reconciliation. Routledge.

Ο Κωνσταντίνος Χέλιος είναι Ψυχολόγος - Ψυχοθεραπευτής MSc στη Συμβουλευτική και Ψυχοθεραπεία, με εκπαίδευση στη μη κατευθυντικότητα. Πιστεύει ότι η ψυχολογία είναι ένας ζωντανός διάλογος — ένας χώρος όπου ο άνθρωπος μπορεί να ακούσει τον εαυτό του και να ανακαλύψει τη δική του αλήθεια. Με τα άρθρα του επιδιώκει να μεταφέρει αυτή τη συζήτηση, κάνοντάς την κομμάτι της καθημερινότητας όλων μας.

Related from Ψυχολογία
Editor’s Pick
Ψυχολογία 1 min
Η ψυχολογία της προδοσίας: Όταν η εμπιστοσύνη καταρρέει
Η προδοσία δεν αφορά μόνο μια πράξη. Αφορά τη ρήξη μιας σχέσης εμπιστοσύνης που το άτομο θεωρούσε ασφαλή.…
Ψυχολογία
Discover more from Ψυχολογία
Explore the full collection of stories in this category, curated for your next read.
Explore the full Ψυχολογία collection
123123123