
Η εγκυμοσύνη σε γυναίκες με αυτοάνοσα ρευματικά νοσήματα αποτελεί ένα ιδιαίτερο κλινικό πεδίο που απαιτεί προσεκτικό σχεδιασμό, διεπιστημονική συνεργασία και εξατομικευμένη παρακολούθηση.
Τα αυτοάνοσα ρευματικά νοσήματα, όπως ο συστηματικός ερυθηματώδης λύκος, η ρευματοειδής αρθρίτιδα, το σύνδρομο Sjögren, οι σπονδυλαρθροπάθειες και τα αντιφωσφολιπιδικά σύνδρομα, προσβάλλουν κυρίως γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας, καθιστώντας τη διαχείριση της εγκυμοσύνης ένα κρίσιμο ζήτημα.
Επίδραση της εγκυμοσύνης στη δραστηριότητα της νόσου
Η εγκυμοσύνη επιφέρει σημαντικές ανοσολογικές και ορμονικές μεταβολές, οι οποίες μπορούν να επηρεάσουν τη δραστηριότητα των αυτοάνοσων νοσημάτων.
Σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως στη ρευματοειδή αρθρίτιδα, παρατηρείται συχνά βελτίωση των συμπτωμάτων κατά τη διάρκεια της κύησης, πιθανόν λόγω της μετατόπισης του ανοσολογικού προφίλ προς μια πιο ανεκτική, Th2-κυριαρχούμενη απάντηση.
Αντίθετα, στον συστηματικό ερυθηματώδη λύκο, η εγκυμοσύνη μπορεί να συνοδεύεται από εξάρσεις της νόσου, ιδιαίτερα εάν η σύλληψη συμβεί σε φάση ενεργού νόσου.
Η γενική σύσταση είναι η εγκυμοσύνη να προγραμματίζεται όταν η νόσος βρίσκεται σε κλινική ύφεση για τουλάχιστον 6 μήνες, καθώς αυτό σχετίζεται με καλύτερη πρόγνωση τόσο για τη μητέρα όσο και για το έμβρυο.
Επίδραση των αυτοάνοσων νοσημάτων στην κύηση
Οι γυναίκες με αυτοάνοσα ρευματικά νοσήματα διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο επιπλοκών κατά την εγκυμοσύνη, όπως προεκλαμψία, ενδομήτρια καθυστέρηση ανάπτυξης, πρόωρο τοκετό και αποβολή.
Ο κίνδυνος αυτός ποικίλλει ανάλογα με το είδος και τη βαρύτητα του αυτοάνοσου νοσήματος, καθώς και με την παρουσία ειδικών αυτοαντισωμάτων.
Ιδιαίτερη σημασία έχει η παρουσία αντιφωσφολιπιδικών αντισωμάτων, τα οποία συνδέονται με αυξημένο κίνδυνο θρομβώσεων και επαναλαμβανόμενων αποβολών.
Επιπλέον, τα αντισώματα anti-Ro/SSA και anti-La/SSB μπορεί να σχετίζονται με νεογνικό λύκο και συγγενή καρδιακό αποκλεισμό στο έμβρυο, γεγονός που καθιστά απαραίτητη την εξειδικευμένη εμβρυοκαρδιολογική παρακολούθηση.
Φαρμακευτική αγωγή κατά την εγκυμοσύνη
Η φαρμακευτική αντιμετώπιση των αυτοάνοσων ρευματικών νοσημάτων κατά την εγκυμοσύνη αποτελεί πρόκληση, καθώς απαιτείται ισορροπία μεταξύ ελέγχου της νόσου και ασφάλειας του εμβρύου.
Ορισμένα φάρμακα, όπως η μεθοτρεξάτη, η λεφλουνομίδη και η κυκλοφωσφαμίδη, αντενδείκνυνται αυστηρά λόγω τερατογόνου δράσης και πρέπει να διακόπτονται αρκετό χρόνο πριν από τη σύλληψη.
Αντίθετα, φάρμακα όπως η υδροξυχλωροκίνη, η αζαθειοπρίνη και χαμηλές δόσεις κορτικοστεροειδών θεωρούνται σχετικά ασφαλή και συχνά απαραίτητα για τη διατήρηση της ύφεσης της νόσου.
Τα τελευταία χρόνια, όλο και περισσότερα δεδομένα υποστηρίζουν τη χρήση ορισμένων βιολογικών παραγόντων κατά την εγκυμοσύνη, κυρίως στα πρώτα στάδια, πάντα υπό στενή ιατρική παρακολούθηση.
Διεπιστημονική προσέγγιση και παρακολούθηση
Η επιτυχής έκβαση μιας εγκυμοσύνης σε γυναίκα με αυτοάνοσο ρευματικό νόσημα προϋποθέτει τη στενή συνεργασία ρευματολόγου, μαιευτήρα εξειδικευμένου σε κυήσεις υψηλού κινδύνου και, όπου χρειάζεται, άλλων ειδικοτήτων όπως νεφρολόγου ή καρδιολόγου.
Η τακτική κλινική και εργαστηριακή παρακολούθηση επιτρέπει την έγκαιρη αναγνώριση εξάρσεων της νόσου ή επιπλοκών της κύησης.
Λοχεία και θηλασμός
Η περίοδος της λοχείας αποτελεί φάση αυξημένου κινδύνου για υποτροπή της νόσου, ιδίως σε παθήσεις όπως η ρευματοειδής αρθρίτιδα και ο λύκος.
Η επανεκτίμηση της θεραπευτικής στρατηγικής μετά τον τοκετό είναι απαραίτητη, λαμβάνοντας υπόψη και την επιθυμία για θηλασμό.
Πολλά από τα φάρμακα που χρησιμοποιούνται είναι συμβατά με τον θηλασμό, γεγονός που πρέπει να συζητείται διεξοδικά με τη μητέρα.
Εγκυμοσύνη σε γυναίκες με αυτοάνοσα: Συμπεράσματα
Η εγκυμοσύνη σε γυναίκες με αυτοάνοσα ρευματικά νοσήματα δεν αποτελεί πλέον αντένδειξη, όπως στο παρελθόν, αλλά απαιτεί σωστό προγραμματισμό, ενημέρωση και εξειδικευμένη φροντίδα.
Με τη σύγχρονη ιατρική γνώση και τη διεπιστημονική προσέγγιση, οι περισσότερες γυναίκες μπορούν να έχουν μια επιτυχημένη εγκυμοσύνη και ένα υγιές νεογνό, διατηρώντας παράλληλα τον έλεγχο της νόσου τους.
Πηγές
European League Against Rheumatism (EULAR) ~ EULAR recommendations for women’s health and the management of family planning, assisted reproduction, pregnancy and menopause in patients with systemic lupus erythematosus and/or antiphospholipid syndrome. ~ Annals of the Rheumatic Diseases, 2017;76(3):476–485. ~ Ανακτήθηκε από την ηλεκτρονική διεύθυνση: eular.org (Τελευταία τροποποίηση: 5.2.2026)
American College of Rheumatology (ACR) ~ 2020 American College of Rheumatology Guideline for the Management of Reproductive Health in Rheumatic and Musculoskeletal Diseases. ~ Arthritis & Rheumatology, 2020;72(4):529–556. Ανακτήθηκε από την ηλεκτρονική διεύθυνση: rhpro.at (Τελευταία τροποποίηση: 5.2.2026)
Clowse MEB. ~ Pregnancy outcomes in women with systemic lupus erythematosus. ~ Journal of Rheumatology, 2010;37(5): 945–950. ~ Ανακτήθηκε από την ηλεκτρονική διεύθυνση: the-rheumatologist.org (Τελευταία τροποποίηση: 5.2.2026)