
Credits: Ρίτα Μπαούση
«Πριν από δέκα χρόνια, εκείνη την ημέρα, είδα τους γονείς μου για τελευταία φορά. Από τότε άλλαξα αριθμό τηλεφώνου, σπίτι, ήπειρο, ύψωσα ένα τείχος απόρθητο, έβαλα έναν ωκεανό ανάμεσά μας. Ήταν τα καλύτερα δέκα χρόνια της ζωής μου.
Στο μυθιστόρημά του «Η Επέτειος», το οποίο τιμήθηκε με το βραβείο Strega 2025 και κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις Ίκαρος σε μετάφραση της εξαιρετικής Δήμητρας Δότση, ο Ιταλός συγγραφέας Andrea Bajani καταπιάνεται με ένα ιδιαίτερα σκοτεινό και επώδυνο θέμα: το οικογενειακό τραύμα. Το βιβλίο ξεκινά με μια άτυπη ιχνηλάτηση της ζωής της μητέρας του, πριν εκείνη τον φέρει στον κόσμο. Όπως είναι φυσικό, πρόκειται για πλοήγηση σε αχαρτογράφητα νερά, για αποστολή εξερεύνησης μιας άγνωστης σε εκείνον επικράτειας. Σκοπός του, ίσως, να κατανοήσει το τρίπτυχο υποταγής-αποδοχής- παραίτησης που φαίνεται να τηρούσε ευλαβικά η μητέρα του, ζώντας σε καθεστώς πλήρους αφάνειας. Η γνωριμία των γονιών του σε νεαρή ηλικία, όπως αυτή ανασυντίθεται μέσα από σπαράγματα αφηγήσεων και κιτρινισμένες φωτογραφίες κι ο «διαβρωτικός» χαρακτήρας του πατέρα του, ο οποίος οδηγεί στην πλήρη εξουσία του τελευταίου πάνω στην μητέρα του αφηγητή και κατ’ επέκταση στον ίδιο, περιγράφονται στις επόμενες σελίδες του βιβλίου. Ακολουθούν περιγραφές από τη ζωή «εντός των τειχών», της καθημερινότητας μέσα στο τοξικό περιβάλλον που είχε διαμορφωθεί εξαιτίας της δυσλειτουργικής σχέσης των γονιών του και του αισθήματος απειλής που τους έσφιγγε σαν θηλιά. «Χωρίς τη φιγούρα του πατέρα μου, ο κόσμος είναι μεγάλος» θα πει ο αφηγητής, αναφερόμενος στον κόσμο που απλωνόταν μπροστά τους, όταν η τυρρανική φιγούρα του πατέρα του δεν έριχνε τον ίσκιο της πάνω τους.
Ο αφηγητής του Bajani σκιαγραφεί το κοινωνικό πλαίσιο μέσα στο οποίο ανατράφηκαν εκείνος και η αδερφή του, επιχειρώντας ουσιαστικά να ανασυνθέσει το «εγχειρίδιο πατριαρχίας» το οποίο ο πατέρας τους ασυνείδητα – ή μάλλον αναπόφευκτα ̶ τηρούσε κατά γράμμα: χειριστική συμπεριφορά, συνεχής υποτίμηση, οικονομικός έλεγχος, πλήρης αποκοπή της οικογένειας από συγγενείς και φίλους, διατήρηση εξωσυζυγικών σχέσεων χωρίς καμία ενοχή. Όλα όσα με χειρουργική ακρίβεια εξιστορεί, σε συνδυασμό με την κατάλυση οποιασδήποτε μορφής ανεξαρτησίας (αφού η μητέρα απαγορευόταν να εργαστεί, με εξαίρεση την τρίμηνη απασχόλησή της σε ένα τοπικό παντοπωλείο), δείχνουν πώς κανονικοποιείται η βία, βήμα προς βήμα. Η εξοικείωση της μητέρας του αφηγητή με την ταπείνωση και ο τρομακτικός αμυντικός μηχανισμός που εφευρίσκει ο νους ενός κακοποιημένου ανθρώπου συμπυκνώνονται στη φράση «…εφόσον συνέβη τώρα, για λίγο καιρό δεν θα ξανασυνέβαινε.
«Η Επέτειος» είναι ένα βιβλίο που θέτει συνεχώς ερωτήματα για τη μνήμη και τη συγχώρεση. «Μπορείς να γλιτώσεις απ’ τους γονείς σου;» Υπάρχει τρόπος να κοπεί ο ομφάλιος λώρος που σε δένει με τους γεννήτορές σου κι αν ναι, το τραύμα επουλώνεται; Κλείνει ποτέ η πληγή; Η αποστασιoποιημένη τρόπον τινά γραφή του Bajani, η ψυχρή παράθεση των γεγονότων μπορεί αρχικά να ξενίσει πολλούς· ωστόσο, πετυχαίνει το εξής παράδοξο: μέσω αυτής, ο συγγραφέας καταφέρνει να φέρει εις πέρας ένα σκληρό, επίπονο ταξίδι ενδοσκόπησης (αν θεωρήσουμε πως πρόκειται για αυτοβιογραφικό κείμενο), ενώ παράλληλα στέκεται με αξιοπρέπεια και σπάνια ηρεμία απέναντι σε όσα τραγικά περιγράφει. Το σπαρακτικό αυτό βιβλίο, παρά την δοκιμιακή γραφή που υιοθετεί σε σημεία, αποδεικνύει τη δύναμη της λογοτεχνίας η οποία, αν και πολλές φορές λειτουργεί επουλωτικά, σε περιπτώσεις όπως αυτή του Ιταλού συγγραφέα κινείται αντίστροφα. Ο Bajani χώνει το μαχαίρι βαθιά στην πληγή, φτάνοντας στον πυρήνα της ματωμένης αλήθειας του. Επιτυγχάνει έτσι την πλήρη απενεχοποίηση και οδηγεί τους αναγνώστες του στη λύτρωση που πιθανόν κι ο ίδιος να επιζητά μέσω της συγγραφής. Βρείτε το εδώ.
