Λογοτεχνική κριτική: 4 αιρετικά έργα

λογοτεχνική κριτική
Jean-Honoré Fragonard, “Ένας φιλόσοφος διαβάζει” (1768-70). Πηγή: media.cnn.com

Αν και πράγματι, στις περισσότερες περιπτώσεις, “κάθε μεγάλη ιδέα ξεκίνησε σαν αίρεση”, όπως έλεγε ο Bernard Shaw, τούτο δεν μπορεί ν’ αποτελεί κανόνα. Κάποιες ιδέες, οσοδήποτε μεγάλες κι αν είναι, παραμένουν πάντα αιρέσεις. Οι άνθρωποι, παρότι μπορεί να τις κοιτούν με δέος, να τις στριφογυρίζουν στο νου τους με περιέργεια θετική ή αρνητική, να τις φοβούνται ή να τις θαυμάζουν, δεν τις αποδέχονται ποτέ, δεν τις καθιερώνουν. Στη λογοτεχνική κριτική, που εδώ μας ενδιαφέρει, αλλά και σε άλλους τομείς του πνεύματος, υπάρχουν ιδέες, προτάσεις, κείμενα που σημάδεψαν, γκρέμισαν ή διαμόρφωσαν, μα που ποτέ δεν εντάχθηκαν στον Κανόνα ή τη Παράδοση όπως άλλες περιπτώσεις, γι’ αυτό παρέμειναν ως τώρα αιρετικά.

Από τις ιδιαίτερες αυτές και λιγοστές περιπτώσεις επιλέξαμε και παρουσιάζουμε εδώ τέσσερα χαρακτηριστικά παραδείγματα. Πρόκειται για έργα κριτικής που ρίχνουν βαριά τη σκιά τους στο πεδίο της λογοτεχνίας και της ανάγνωσης και μελέτης της, που αναγνωρίζονται για τη σημασία τους, μα οι ιδέες τους δεν τα αφήνουν να περάσουν από την αίρεση στην (ακαδημαϊκή κυρίως) “ορθοδοξία”. Ίσως, βέβαια, κάτι τέτοιο να τους αφαιρούσε κάποια γοητεία, μιας και θα ‘πρεπε να προσαρμοστούν στα καλούπια της θεωρίας και της υπερ-ερμηνείας που πάντα καραδοκούν στις λογοτεχνικές σπουδές. Η σειρά τους εδώ είναι τυχαία και καθόλου αξιολογική.

1. Alexander Pope, Περί βάθους

περί βάθους
Πηγή: antipodes.gr

Για το Περί ύψους έχουμε μιλήσει αλλού μαζί με άλλα θεμελιώδη έργα αισθητικής. Το αντίστροφο έτερό του, όμως, παρά το -ίσως εξίσου σημαντικό- κριτικό του βάρος, εξακολουθεί να μη λαμβάνεται τόσο σοβαρά υπόψιν -τουλάχιστον εντός του κανόνα. Το Περί βάθους είναι πράγματι ένα έργο “βαθύ”, αν και το θέμα του είναι το ακριβώς αντίθετο. Όπως ο αινιγματικός “Λογγίνος” περιέγραψε ό,τι κάνει τον λόγο υψηλό, ο Alexander Pope υπογράφει έναν εξαίσιο λίβελλο κατά της ασημαντολογίας, της φλυαρίας, της επιτήδευσης, του ευτελισμού του λόγου. Μέγας κλασικιστής, αλλά και μέγας σατιρικός, ο Άγγλος ποιητής επιτίθεται σφοδρά στη μετριότητα -και αθλιότητα ακόμη- πληθώρας “δημιουργών” της εποχής του μπαρόκ, που με τις μιμήσεις, τις μανιέρες και τους βερμπαλισμούς τους προσπαθούσαν απεγνωσμένα να δώσουν στο ύφος και τη ποίησή τους μια τεχνητή αίσθηση βάθους και μεγαλείου. Σήμερα, το απολαυστικό κείμενο του Pope εξακολουθεί να διατηρεί το σφρίγος και την επικαιρότητά του, αλλά και τη δυσφορία του (όπως και τότε) στους κύκλους των “επαγγελματιών βαθυστόχαστων ποιητών”.

2. Georges Bataille, Η λογοτεχνία και το κακό

η λογοτεχνία και το κακό
Πηγή: plethronbooks.gr

Η λογοτεχνία ως σύγκρουση με τους θεμελιώδεις νόμους της κοινωνίας και καταστροφή τους είναι μια παλιά και κάπως κοινότυπη ιδέα -όχι όμως κι η εκδοχή της που εννοεί ο Bataille. Για τον Γάλλο στοχαστή, το αυτεξούσιο της λογοτεχνικής δημιουργίας, στοιχείο της εκ των ων ουκ άνευ, αντιλαμβάνεται το σπάσιμο των ορίων και το κυνήγι του Αδυνάτου με τρόπο μηδενιστικό. Περιδιαβαίνοντας με σεβασμό το έργο του Baudelaire, του Proust, του Blake, του de Sade και του Genet, υποστηρίζει μ’ επιμονή τη πραγματική κατ’ αυτόν επιδίωξη κάθε μεγάλου συγγραφέα: το Κακό. Η ίδια η λογοτεχνία -λέει- δεν είναι παρά η απόλυτη έκφραση του απόλυτου Κακού, το οποίο δεν έχει ηθικολογική χροιά, μα περισσότερο “οντολογική”. Το έργο και η δημιουργία του εγγράφονται σ’ ένα χορό (αυτο-)καταστροφής και εκμηδένισης καθετί καθιερωμένου ή γενικά δεδομένου -ακόμα και του ίδιου του εαυτού. Η αυθεντική λογοτεχνία είναι, για τον Bataille, “προμηθεϊκή” -ρέπει προς το Κακό, παραδίδεται στη γοητεία του και τη κοινωνεί στον κόσμο. Ακόμη και σήμερα, το -μ’ αυτό το τρόπο αιρετικό- κριτικό και λογοτεχνικό coprus του συγγραφέα, παρά το ενδιαφέρον και την επιρροή του, “φοβίζει” λογοτέχνες, θεωρητικούς και αναγνώστες.

3. Maurice Blanchot, Ο χώρος της λογοτεχνίας

ο χώρος της λογοτεχνίας
Πηγή: plethronbooks.gr

Ο Blanchot είναι μια πολύ ιδιαίτερη περίπτωση, μακριά από κάθε ιδεολογία ή κίνημα, κάθε κανόνα και κάθε μόδα. “Μυθιστοριογράφος και κριτικός”, όπως λιτά αυτοπροσδιοριζόταν, δημιούργησε με τα αφηγήματά του, όπως Η τρέλα της ημέρας ή Η στιγμή του θανάτου μου, ένα σκοτεινό και γοητευτικό, ψηγματικό κόσμο, στον οποίο εμβαθύνουν από διάφορες πλευρές τα κριτικά του έργα. Ο χώρος της λογοτεχνίας προσεγγίζει τη τελευταία ακριβώς μέσα στην αινιγματικότητά της -προσέγγιση μόνο κατ’ όνομα “θεωρητική”, μιας και καμιά θεωρία, μέθοδος ή ερμηνεία δεν μπορεί γι’ αυτόν να υπερβεί την απλή, “ταπεινή ανάγνωση”. Για τον Γάλλο συγγραφέα, η λογοτεχνία δεν είναι δραστηριότητα, πρακτική, προϊόν, καλλιτεχνία. Είναι μια οριακή εμπειρία της ύπαρξης και, ευρύτερα, ο χώρος αυτής της εμπειρίας -“χώρος θανάτου”. Το ερώτημα δεν είναι “τί είναι λογοτεχνία”, αλλά “πώς καθίσταται δυνατή η λογοτεχνία”. Η γραφή και η σιωπή, η έμπνευση και η δημιουργία, το έργο και η ανάγνωσή του, εντάσσονται εδώ μέσα σ’ αυτό το πεδίο, όπου τα όρια είναι και μη-είναι θολώνουν. Μ’ αναφορά στον Kafka, τον Rilke, τον Mallarme, κ.ά., η κρυπτική γραφή του Blanchot υπογράφει ένα έργο στοχασμού που ακόμη και σήμερα προκαλεί έλξη και αμηχανία.

4. Paul de Man, “Η αντίσταση στη θεωρία”

λογοτεχνική θεωρία 20ου αιώνα
Η ελληνική έκδοση που περιλαμβάνει το κείμενο. Πηγή: cup.gr

Ένας απ’ τους πιο “περίεργους” θεωρητικούς του εικοστού αιώνα, ο Paul de Man, καθηγητής στο Harvard και το Yale, έπαιξε καθοριστικό ρόλο στη καθιέρωση της αποδόμησης ως κριτική στρατηγική. Τη χρησιμοποίησε στην ανάλυση ποικίλων έργων, κυρίως του 19ου αιώνα, και συνέβαλε στην αποδέσμευσή της από το στενό πλαίσιο της φιλοσοφίας. Το αινιγματικό έργο του, όμως, προκαλεί ακόμη αμηχανία ως και δυσφορία στους θεωρητικούς κύκλους. Στην “Αντίσταση στη θεωρία”, ένα απ’ τα τελευταία αλλά πιο θεμελιώδη άρθρα του, περιγράφει την αντίσταση που δέχεται η λογοτεχνική θεωρία στο κείμενο που προσεγγίζει. Μία σφοδρή διαμάχη γεννιέται απ’ τη στιγμή που δύο εκδοχές της γλώσσας, η θεωρητική και η λογοτεχνική, έρχονται αντιμέτωπες, που η ίδια η γλώσσα αυτο-αναλύεται. Δεν πρόκειται -εξηγεί- τόσο για επιστημολογικό κώλυμα, όσο για διχασμό εγγενή στο λόγο, γιατί κι η ίδια η θεωρία μοιάζει να “αυτο-αντιστέκεται”, να αποδομεί συνεχώς τα θεμέλια και τα όρια της. Αυτή η αντίσταση είναι, όμως, τελικά που καθιστά τη κριτική δυνατή, όπως και την ουσιώδη επαφή της με τη λογοτεχνία.

Οι θέσεις του de Man, μετα-λογοτεχνικές όσο και μετα-θεωρητικές, είναι ο κατάλληλος τρόπος να κλείσουμε προς το παρόν αυτή τη λίστα.

Related from Βιβλίο
Editor’s Pick
Βιβλίο 1 min
Η μάγισσα Αργυρώ και το ξόρκι της νοστιμιάς: Το ταξίδι στη χώρα των υγιεινών γεύσεων
Είχα καιρό να πιάσω στα χέρια μου ένα τόσο όμορφο εκπαιδευτικό παραμύθι όπως είναι «Η μάγισσα Αργυρώ και…
Βιβλίο
Discover more from Βιβλίο
Explore the full collection of stories in this category, curated for your next read.
Explore the full Βιβλίο collection
123123123