
Στο υπό έκδοση βιβλίο του Επάνοδος στον Όμηρο, ο αλήστου μνήμης φιλόλογος – ιστορικός Σαράντος Καργάκος αναφέρει, μεταξύ άλλων, μια παλαιότερη φιλολογική θέση για την ύπαρξη τριών κύριων, συμβολικών μεταμορφώσεων της Ιθάκης στην ελληνική λογοτεχνία. Ξεκινά σαν το πολυπόθητο τέρμα μιας πορείας. Κατόπιν θολώνει, βυθίζεται στην αοριστία -ένα τέρμα που ο ήρωας δεν έχει και τόσο ανάγκη για να τελειωθεί. Και τέλος αντιστρέφεται, γίνεται απλή αφετηρία μιας νέας περιπλάνησης. Πέραν της αξίας του λογοτεχνικού μοτίβου, είναι εξίσου μεγάλες οι σημασίες της Ιθάκης σαν γενικότερο σύμβολο.
Περιμένοντας μ’ ενδιαφέρον την έκδοση του βιβλίου, και μιας κι επέστρεψε πρόσφατα αυτό το μυθικό σύμβολο στην επικαιρότητα, παρουσιάζουμε εδώ μια δική μας μικρή προσέγγιση στις τρεις Ιθάκες των ελληνικών γραμμάτων.

Η πρώτη λογοτεχνική εμφάνιση της Ιθάκης και η καθιέρωση της πρώτης και βασικής συμβολικής σημασίας της. Ο ποιητής ή οι ποιητές της Οδύσσειας αφηγούνται τις περιπλανήσεις του ήρωα με συνεχή αναφορά στην πατρίδα που ποθεί. Η παραμικρή λεπτομέρεια συγκλίνει στο τέρμα, στην εκπλήρωση της πορείας – κυριολεκτικής όσο και πνευματικής. Σαν γενικό δίδαγμα (όχι όμως ηθικό) προβάλουν η υπομονή κι επιμονή που κατανικά κάθε δυσκολία για να φτάσουμε στον σκοπό μας. Αυτή ακριβώς η ομηρική Ιθάκη κατέστη, εδώ και σχεδόν 28 αιώνες, βασικό μοτίβο μυθοπλαστικό και ιδεολογικό στη δυτική και τη παγκόσμια λογοτεχνία, μα και τη σκέψη και τη κοσμοθέαση γενικότερα. Το πανάρχαιο θέμα της, ο κύκλος του ταξιδιού/περιπέτειας του ήρωα, κοινό σε όλες τις φυλές και τους πολιτισμούς, αναδείχθηκε θεωρητικά από τον Joseph Campbell και βρίσκεται καθαρά στη καρδιά νέων επών όπως ο Άρχοντας των Δαχτυλιδιών. Οι οικείες από τα σχολικά χρόνια κι ακόμη σε κυκλοφορία μεταφράσεις -των Καζαντζάκη – Κακριδή στους παλαιότερους και του Μαρωνίτη στου νεότερους- μάς ανοίγουν στον κόσμο του δεύτερου ομηρικού έπους μ’ όλη την ποιητικότητα που του ταιριάζει.

Η πάντα γοητευτική σκέψη του μεγάλου Αιγυπτιώτη ποιητή συχνά μας στρέφει σε λεπτομέρειες ιστορικών γεγονότων και μυθολογικών αφηγήσεων, αλλάζοντάς μας πολλές φορές την πρόσληψή τους. Στην “Ιθάκη” του, που περιττό να το χαρακτηρίσουμε για απειροστή φορά ένα απ’ τα κορυφαία ποιήματά του, αποστρέφει το βλέμμα μας από το πολυπόθητο τέλος της περιπλάνησης και το επικεντρώνει στη τελευταία. Στον Καβάφη, η έμφαση μεταβιβάζεται από τον σκοπό στην διαδικασία επίτευξής του, αφού όσα αποκομίζει ο ήρωας από το ταξίδι του ισοφαρίζουν τη λαχτάρα της πατρίδας ή ακόμα και την υπερβαίνουν. Το συμβολικό φορτίο των στίχων είναι βαρύ, μα διόλου δύσπεπτο – είναι μεστό της ιδιότυπης “φιλοσοφίας” του μεγάλου ποιητή, της ελευθερόφρονος και κοσμοπολίτικης. Ο αναγνώστης και πολύ περισσότερο ο λάτρης του Αλεξανδρινού αξίζει να τον γνωρίσει ξανά και ξανά (όπως αρμόζει σε κάθε πραγματικά μεγάλο ποιητή) μέσα από την εξαίρετη παρουσίαση του έργου του απ’ την οικογένεια Αποστολίδη, αλλά και από τη νεοεκδοθείσα πρόταση του Ισπανού ελληνιστή Eusebi Ayensa.

Το επόμενο απ’ τον Καβάφη, μετέωρο ετούτο βήμα, από τη μετατόπιση της έμφασης στη ανα-νοηματοδότηση, επιχειρεί ο Νίκος Καζαντζάκης. Σ’ ένα έπος 33.333 στίχων δεκαεπτασύλλαβων, η Ιθάκη δεν είναι παρά η αφετηρία, το ορμητήριο του Οδυσσέα για το νέο, το στερνό ταξίδι του. Μια αφετηρία που γρήγορα ξεθωριάζει και χάνεται όσο η αφήγηση και η περιπλάνηση προχωρούν καρφί για το χάος. Το magnum opus του Καζαντζάκη είναι μία αντιστροφή. Όχι βέβαια “ανατροπή” του μύθου, μα η απόδοση στους μύθους και τα σύμβολά τους νέων νοημάτων, πρακτική συνήθης στους λογοτέχνες ήδη απ’ τους τραγικούς ως ακόμα και τον Brecht. Ο Οδυσσέας λαχταρά όχι να ξαναβρεί την Ιθάκη, αλλά να της ξεφύγει, πασχίζει να σπάσει το στενό της ορίζοντα προς νέες περιπέτειες -ακόμα και αν η νέα του εξόρμηση οδηγεί στο μηδέν. Κι αυτό, ακόμα και σαν “ιερόσυλη” σκέψη και μόνο, προσελκύει το ενδιαφέρον. Το “μεγαλύτερο έπος της λευκής φυλής”, κατά τον δημιουργό του, προσφέρεται σε μια νέα, καλαίσθητη έκδοση στους σημερινούς και νεότερους αναγνώστες.