
Marty Supreme • 2026 • Διάρκεια: 150′ • ★★★★☆ 4.0
Δυναμικά και επάξια στην κούρσα των Όσκαρ 2026 το Marty Supreme, με τον Timothée Chalamet να δίνει «ρέστα» και – ίσως – την καλύτερη ως τώρα ερμηνεία του
Το Marty Supreme του Josh Safdie (Uncut Gems, Good Time) είναι μια από τις ταινίες που έκαναν ποδαρικό στο 2026, με την αναμονή του κοινού να είναι τεράστια και γεμάτη προσδοκίες. Για την ώρα, η ταινία έχει ξεπεράσει τα 100 εκατομμύρια δολάρια σε έσοδα, ενώ μετρά 9 υποψηφιότητες στα φετινά βραβεία Όσκαρ. Επίσης, να σημειώσουμε ότι στις Χρυσές Σφαίρες που διεξήχθησαν πρόσφατα, ο Timothée Chalamet έφυγε βραβευμένος στη κατηγορία Καλύτερου Ηθοποιού σε Κωμωδία/Μιούζικαλ. Μένει να δούμε αν αυτή του η νίκη προοικονομεί και το πολυπόθητο χρυσό αγαλματίδιο, κάνοντας τη τρίτη υποψηφιότητα της καριέρας του όχι «φαρμακερή», αλλά νικηφόρα.
Πέρα από το δίχτυ του πινγκ-πονγκ
** Ένα γρήγορο run-through της υπόθεσης για όσους δεν γνωρίζουν τι είναι το Marty Supreme **
Ακολουθούμε την ιστορία του Marty Mauser, ενός φιλόδοξου Αμερικανού παίκτη πινγκ-πονγκ στα 50s. Το όνειρο του είναι ένα: να φτάσει στη κορυφή του παγκόσμιου πρωταθλήματος και να γράψει ιστορία ως ο πρώτος νικητής από τις ΗΠΑ. Αυτό το όνειρο θα βρει λίγους υποστηρικτές και θα του στοιχίσει ακριβά, θέτοντας σε κίνδυνο μέχρι και τη καριέρα του. Το σενάριο είναι εμπνευσμένο από τη βιογραφία του Marty Reisman, ενός παίκτη πινγκ-πονγκ που μεσουρανούσε τη δεκαετία του ’40 και του ’50.

Όσοι είχαμε δει το trailer της ταινίας, μάλλον περιμέναμε να δούμε πολλά ματς και προπονήσεις ή γενικά περισσότερες σκηνές που να σχετίζονται άμεσα με το πινγκ-πονγκ. Ωστόσο, η ταινία κάνει την ανατροπή και εστιάζει στα side-quests του Marty, προκειμένου να διαγωνιστεί στα τουρνουά, δίνοντας έμφαση στις σχέσεις του και το συνολικό του character development. Δεν παρακολουθούμε έναν εκκολαπτόμενο αθλητή ούτε κάποιον που μοχθεί να εξελίξει το ρεβέρ του. Βλέπουμε έναν άνθρωπο που ήδη θεωρεί τον εαυτό του σούπερ σταρ και τον καλύτερο αθλητή πινγκ-πονγκ στον κόσμο – έναν άνθρωπο που δεν διστάζει να βάλει δίπλα από το όνομα του τη λέξη supreme (υπέρτατος). Ακροβατώντας ανάμεσα στην αυτοπεποίθηση και την έπαρση, ο Marty Mauser κάνει το μεγαλύτερο σαμποτάζ στον εαυτό του και αφήνει τη μεγαλομανία του σχεδόν να του καταστρέψει τη ζωή.
Ο Safdie αλλάζει πολύ εύστοχα τη κατεύθυνση της ιστορίας και δίνει στο κοινό μια ταινία που δεν περίμενε. Και αυτό είναι που την κάνει σπουδαία. Αντί να μπει σε γνώριμα μονοπάτια και να γυρίσει μια ταινία τύπου Rocky ή Challengers που περιστρέφεται γύρω από το άθλημα, επικεντρώνεται στο ηθικό/ψυχολογικό ταξίδι του ήρωα που ξεπερνά τα όρια του αθλήματος. Όπως στο Whiplash ήταν περισσότερο το άγχος παρά η μουσική ή όπως στο Raging Bull κυριαρχούσε ο θυμός και λιγότερο το μποξ, έτσι και στο Marty Supreme πρωταγωνιστικό ρόλο δεν έχει το μπαλάκι, αλλά η ματαιοδοξία και ο ναρκισσισμός.
Αληθινοί και «άσχημοι» χαρακτήρες
Δεν υπάρχει ούτε ένας συμπαθητικός χαρακτήρας – και όχι δεν υπερβάλλω. Όσο η ταινία προχωράει, συνειδητοποιείς ότι έχεις να κάνεις μ’ ένα καστ αντι-ηρώων και κανείς δεν προσπαθεί καθόλου να γίνει έστω για μια στιγμή αρεστός. Πέρα από τον Marty που κάνει τα πάντα για να πετύχει τον σκοπό του (ακόμα κι αν αυτό υποβαθμίζει την αξιοπρέπεια του), οι υπόλοιποι χαρακτήρες παρουσιάζονται ως ψεύτες, άπιστοι, εγωμανείς, χειριστικοί και βίαιοι. Ο Safdie – που συνυπογράφει και το σενάριο – είναι γνωστός για την ωμότητα με την οποία απεικονίζει τους χαρακτήρες του, αφήνοντας τους να φανούν αιχμηροί, ακατέργαστοι, αντιπαθείς και προπαντός ανθρώπινοι.
Αυτός ο ρεαλισμός επεκτείνεται και στην εξωτερική εμφάνιση των ηρώων. Σε όλη τη διάρκεια της ταινίας, όλοι τους μοιάζουν εθουθενωμένοι – τούς βλέπουμε ιδρωμένους, ατημέλητους, με ανοιχτούς πόρους, ρυτίδες και όλες αυτές τις «ατέλειες» που δεν θυμίζουν τόσο Χόλιγουντ. Ακόμα και η απαστράπτουσα Gwyneth Paltrow έχει κάτι παγωμένο στο βλέμμα της – τα μάτια της κουβαλάνε μια ανείπωτη θλίψη, ενώ το μακιγιάζ της διατηρείται όσο το δυνατόν πιο φυσικό.

Γρήγορος ρυθμός και σουρεάλ σκηνικά
Μπορεί η ταινία να διαρκεί δυόμισι ώρες, αλλά δεν βαριέσαι λεπτό. Ο Safdie διαχειρίζεται πολύ σωστά τον χρόνο, κλιμακώνοντας την ένταση με τρόπο που κρατάει τον θεατή συνεχώς σε εγρήγορση. Καταλύτης σε αυτό είναι το εξαιρετικό μοντάζ και το ελαφρώς σκορσέζικο camera work που ακολουθεί το βλέμμα των ηρώων και δίνει βάθος στον χαρακτήρα και τις προθέσεις τους. Το τελικό αποτέλεσμα είναι ένα θέαμα γεμάτο παλμό, ταχύτητα και αδρεναλίνη.
Όταν ο Marty παίζει, αγχώνεσαι και δεν είσαι σίγουρος αν θα κερδίσει, με τα καρφιά στο τραπέζι να είναι αλλεπάλληλα και ηχηρά. Όταν βρίσκεται εκτός «γηπέδου», παρακολουθείς προσεκτικά τις κινήσεις του και τον τρόπο που σκέφτεται, ώστε να ξεμπλέξει από ιδιάζουσες καταστάσεις. Αν και οι σκηνές πινγκ-πονγκ δεν είναι πολλές, νιώθεις ότι το παιχνίδι είναι μονίμως σε εξέλιξη – ο Marty «παίζει »με τους υπόλοιπους χαρακτήρες, πετώντας τους το μπαλάκι και ελπίζοντας να φανεί πιο άξιος αντίπαλος. Μέσα σε όλα αυτά ο ήχος και η μουσική κάνουν τη διαφορά. Όλα ακούγονται πεντακάθαρα, ενώ τα τραγούδια είναι πολύ έξυπνα επιλεγμένα χτίζοντας συναίσθημα και λειτουργώντας μεταβατικά.
Παράλληλα, η ταινία έχει πολύ δικό της χρώμα και θυμίζει μια άλλη εποχή – όχι μόνο επειδή διαδραματίζεται στα 50s, αλλά γιατί θυμίζει ένα άλλο σινεμά. Ένα σινεμά που δεν φοβάται τις μεγάλες ταινίες με πολυσύνθετο storytelling, που δεν την ενδιαφέρει να είναι όλα αψεγάδιαστα και που τολμά να προσθέσει λίγο πιο καλτ στοιχεία με σκηνές τραβηγμένες από τα μαλλιά. Ανταλλαγή πυρών, μπανιέρες που πέφτουν από τον πέμπτο, επιθετικοί σκύλοι, διαφθορά και υπόκοσμος είναι πράγματα που δεν περιμένεις να δεις σε μια ταινία με θέμα το πινγκ-πονγκ, αλλά ίσως σε μια ταινία του Ταραντίνο. Ο Safdie δεν αντιγράφει ούτε μιμείται. Είναι απλώς καλά διαβασμένος και δανείζεται με μέτρο από τους παλαιότερους, διαμορφώνοντας τη δική του σκηνοθετική άποψη. Άλλωστε, για να μπεις στο «πάνθεον» των μεγάλων, πρέπει πρώτα να τούς μελετήσεις.

One of the greats
Και κάπως έτσι, ο Timothée Chalamet γίνεται κι αυτός ένας από τους μεγάλους. Όπως έχει δηλώσει και ο ίδιος, ο πήχης είναι πολύ ψηλά και για να φτάσει στη κορυφή εμπνέεται από σπουδαίους ηθοποιούς όπως ο Daniel Day-Lewis, ο Marlon Brando και η Viola Davis. Μετρώντας πολλές κινηματογραφικές επιτυχίες τη τελευταία δεκαετία, εξελίσσεται διαρκώς διευρύνοντας το range του και διεκδικώντας τον τίτλο για έναν από τους καλύτερους ηθοποιούς της γενιάς του.
Στο Marty Supreme, από το πρώτο καρέ – που τον βλέπουμε απλά να κινείται στον χώρο – καταλαβαίνουμε ότι παρακολουθούμε μια κομβική στιγμή στη καριέρα του και ότι πρόκειται να δούμε κάτι πολύ καλό. Ο χαρακτήρας του Marty είναι ένα κουβάρι συναισθήματα. Έχει νεύρο, αστείρευτη σε εκνευριστικό βαθμό αυτοπεποίθηση, τραύματα που έχουν σμιλέψει έναν νάρκισσο και μια κρυφή ευαισθησία που για να αναδυθεί πρέπει να πρώτα να πιάσει πάτο.
Όλα αυτά δεν αφήνουν περιθώρια για μια flat ερμηνεία, αλλά ταυτόχρονα δεν κουράζουν ούτε αποσυντονίζουν τον θεατή με τα συνεχόμενα σκαμπανεβάσματα στη διάθεση του Marty. Ο Chalamet έχει καταλάβει τι πρέπει να κάνει με τον ρόλο του και το κάνει καταπληκτικά. Οι περισσότεροι στοιχηματίζουν υπέρ του για τη νίκη στα φετινά Όσκαρ και εμείς ευχόμαστε να κατακτήσει νωρίς αυτό το ορόσημο, χωρίς να τον περιμένει ένας «γολγοθάς» τύπου DiCaprio, που του πήρε 28 χρόνια για να βραβευτεί από την Ακαδημία.
Μέχρι τη τελετή των Όσκαρ, να πάτε να δείτε τη ταινία – γιατί αξίζει πολύ σε μια κινηματογραφική αίθουσα – και ας ελπίσουμε ότι το δυναμικό ξεκίνημα της χρονιάς με το Marty Supreme είναι μόνο η προθέρμανση για όσες μεγάλες ταινίες αναμένουμε μέσα στο 2026.
Δείτε το trailer: